Η διαδικασία της διαδοχής στη Νέα Δημοκρατία οδηγεί στη διαμόρφωση ρευμάτων

Εκτύπωση | Email | Διάδοση |

Ανάλυση του

ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΥΡΗ

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων εβδομάδων έχουν συντελεσθεί σημαντικές ιδεολογικές διεργασίες στην εκλογική βάση της συντηρητικής παράταξης. Τα νέα δεδομένα, που αποτυπώνονται στα ευρήματα του 2ου κύματος της έρευνας της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ, για τη διαδοχή στη ΝΔ, αποδεικνύουν ότι στις τρεις (εναπομείνασες) υποψηφιότητες αρχίζουν να αποκρυσταλλώνουν πλέον ευδιάκριτα ρεύματα, με σαφή ιδεολογικά, γεωγραφικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά. Η διαίρεση που σχηματοποιείται στο εσωτερικό της ΝΔ, δεν παραπέμπει στον ψευδεπίγραφο άξονα «εσωστρέφειας/περιχαράκωσης», από τη μια, και «εξωστρέφειας/πολυσυλλεκτικότητας», από την άλλη, αλλά σε έναν διαφορετικό, εκείνον της «λαϊκής/αστικής» δεξιάς, που ταυτίζεται με την ιδεολογική διαίρεση «εθνικότροπου συντηρητισμού» και «φιλευθερισμού». Σε αυτήν τη νέα ιδεολογική ανασύνθεση, που βρίσκεται σε εξέλιξη, το πρώτο στοιχείο, που αντιπροσωπεύεται από τον κ.Σαμαρά (και δευτερευόντως από τον κ.Ψωμιάδη) τείνει να κυριαρχήσει πάνω στο δεύτερο, που αντιπροσωπεύεται από την κ.Μπακογιάννη.

Σε λιγότερο από ένα μήνα, η ανατροπή των δεδομένων στην κούρσα της διαδοχής υπήρξε πλήρης. Η μέχρι πρότινος, αδιαμφισβήτητη προσωπική κυριαρχία της κ. Μπακογιάννη ανετράπη θεαματικά, γεγονός που πιστοποιείται και από την απόλυτη ισοδυναμία των δύο υποψηφίων στο δείκτη παράστασης νίκης. Μετά την αποχώρηση του κ. Αβραμόπουλου και ανάλογα με τις υποθέσεις εργασίας, που κάνει κανείς για το δυνητικό εκλεκτορικό σώμα, ο κ. Σαμαράς προηγείται -αυτήν τη στιγμή- με ποσοστό, που κυμαίνεται από 42-44%, η κ. Μπακογιάννη συγκεντρώνει ποσοστό από 35%-37%, ενώ ο κ. Ψωμιάδης καταγράφει ποσοστό της τάξης του 15,5%-18,5%.

Για τον υπολογισμό αυτής της επιρροής μπορούν να ληφθούν υπ’ όψιν τρεις παράμετροι: Πρώτον, η (υποκειμενική και κατά δήλωση) βεβαιότητα των ερωτώμενων, ότι θα συμμετάσχουν στην εκλογική διαδικασία της 29ης Νοεμβρίου. Δεύτερον, η κομματική προτίμηση της ΝΔ, στις πρόσφατες Βουλευτικές εκλογές και, τρίτον, η ιδιότητα του κομματικού μέλους της ΝΔ. Ωστόσο, καμία από αυτές τις τρεις υποθέσεις δεν μπορεί να θεωρηθεί, από μόνη της, απολύτως ασφαλής, για την εκτίμηση της εκλογικής επιρροής των υποψηφίων Προέδρων. Η πρόθεση ψήφου για τον Πρόεδρο της ΝΔ δεν μπορεί να βασισθεί, αποκλειστικά, στην υπερψήφιση της ΝΔ, κατά τις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές. Μεταξύ εκείνων που δηλώνουν βέβαιοι ότι θα συμμετέχουν στην εκλογή του νέου Προέδρου, οι ψηφοφόροι της ΝΔ στις εκλογές του περασμένου Οκτωβρίου αποτελούν μόνον το 75% (3 στους 4) στο. Το υπόλοιπο 25% του δυνητικού εκλογικού σώματος (1 στους 4 πιθανούς εκλογείς) προέρχεται, είτε από εκείνους τους συντηρητικούς ψηφοφόρους, που επέλεξαν το 2009 την αποχή, είτε από μετακινηθέντες, δηλαδή εκείνους που αποδοκίμασαν τη ΝΔ, υπερψηφίζοντας το ΠΑΣΟΚ, τον ΛΑΟΣ και τα μικρότερα κόμματα.

Με βάση το σημερινό συσχετισμό στην εκλογική επιρροή των υποψηφίων, η διεξαγωγή δεύτερου γύρου προδιαγράφεται, ως το περισσότερο πιθανό ενδεχόμενο. Μια παρόμοια εξέλιξη φαίνεται, σήμερα, να ευνοεί περισσότερο τον κ.Σαμαρά, εξαιτίας της ιδεολογικής συγγένειας της εκλογικής του βάσης, που παρατηρείται, με τους ψηφοφόρους του κ.Ψωμιάδη. Παραμένει ανοικτό το ερώτημα, εάν το σημερινό υψηλό ποσοστό του 3ου υποψηφίου αποδειχθεί ανθεκτικό, σε μια πιθανή κλιμάκωση της βασικής πόλωσης.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ “Νέα δεδομένα στην κούρσα διαδοχής” (15/11/2009)

Η σχετική έρευνα