Το μήνυμα των εκλογών της 7ης Νοεμβρίου

Εκτύπωση | Email | Διάδοση |

Ανάλυση του

ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΥΡΗ

Το σημερινό εκλογικό αποτέλεσμα θα αποτελέσει μια σαφέστατη ένδειξη, όχι μόνον για τον πραγματικό κομματικό συσχετισμό δυνάμεων, που έχει διαμορφωθεί στη χώρα ένα χρόνο μετά τις τελευταίες Βουλευτικές εκλογές και έξι μήνες μετά την υπογραφή του Μνημονίου, όσο και κυρίως για την έκταση και τον βαθμό αποδόμησης του κομματικού συστήματος που συντελείται.

Η ψήφος αποδοκιμασίας αναμένεται να εκδηλωθεί σε τρεις κατευθύνσεις:

1) Με την ενίσχυση της αποχής και των αντιεκλογικών πρακτικών (λευκό/άκυρο). Αυτή η τάση φαίνεται να είναι μέχρι στιγμής η πιο ισχυρή. Από το 2004, όταν καταγράφηκε η υψηλότερη μεταπολιτευτικά συμμετοχή σε εκλογές (διάγραμμα 1), η τάση της αποχής ενισχύεται διαρκώς, ενώ στις τελευταίες αναμετρήσεις, με ορόσημο τις Ευρωεκλογές του 2009, όπου σημειώθηκε ρεκόρ αποχής (διάγραμμα 2), δείχνει να επιταχύνεται.

2) Με την αντικομματική/αντισυστημική ψήφος διαμαρτυρίας στα μη-παραδοσιακά/νεοπαγή κόμματα, ή σε «αντικομματικές» υποψηφιότητες-πρόσωπα, όπως εκείνη του κ.Δημαρά. Οι δύο πρώτες τάσεις παρατηρούνται περισσότερο στα μεγάλα αστικά κέντρα, τις νεότερες ηλικιακές ομάδες και τις οικονομικά δυναμικότερες κοινωνικές ομάδες του πληθυσμού.

3) Τέλος, σε αρκετά μικρότερο βαθμό, με ενίσχυση της αντιπολίτευσης. Πρόκειται για την «παραδοσιακή» έκφραση της δυσαρέσκειας, που συντήρησε επί μακρόν το δικομματικό σύστημα. Αυτό μπορεί να συμβεί ευκολότερα είτε σε περιοχές όπου η αντιπολίτευση διαθέτει ισχυρές υποψηφιότητες, είτε σε παραδοσιακά της προπύργια. Ακόμη, στην ύπαιθρο, στα μικρά και μεσαία αστικά κέντρα, ή στις μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες του εκλογικού σώματος. Ποια από αυτές τις τρεις τάσεις θα κυριαρχήσει, τελικά, ή ποια συνισταμένη τους θα προκύψει, δεν είναι γνωστό εκ των προτέρων.

Οι ενδιάμεσες εκλογές, δηλαδή εκείνες που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια ενός εκλογικού κύκλου, είτε πρόκειται για Δημοτικές-Νομαρχιακές, είτε για Ευρωεκλογές, παρακολουθούν και αποτυπώνουν πάντοτε το γενικό πολιτικό κλίμα. Κάποιες φορές επικυρώνουν και εδραιώνουν το συσχετισμό που προέκυψε μετά από μια σημαντική εκλογική μεταβολή. Έτσι, για παράδειγμα, λειτούργησαν οι Δημοτικές του 1982, μετά την ιστορική νίκη του ΠΑΣΟΚ που είχε προηγηθεί ένα χρόνο πριν (1981), ή οι Ευρωεκλογές του Ιουνίου 2004, που πραγματοποιήθηκαν λίγους μήνες μετά τη μεγάλη εκλογική νίκη της ΝΔ, τον Μάρτιο του ίδιου έτους. Ενίοτε, όμως, προαναγγέλλουν (εάν φυσικά υπάρχει) την εκλογική μεταστροφή, που πρόκειται να καταγραφεί στις επόμενες Βουλευτικές εκλογές. Πρόσφατο παράδειγμα αυτού του τύπου αποτελούν οι Ευρωεκλογές του περασμένου Ιουνίου (2009). Σε αυτές, αποκαλύφθηκε, για πρώτη φορά μετά το 2004, η εκλογική μεταστροφή που είχε επισυμβεί τον τελευταίο χρόνο εις βάρος της ΝΔ. Το προβάδισμα του ΠΑΣΟΚ επιβεβαιώθηκε και διευρύνθηκε, στις Βουλευτικές που ακολούθησαν τρεις μήνες μετά (Οκτώβριος).

Οι Δ/Ν εκλογές της δεκαετίας του ’90, δηλαδή εκείνες του 1994 και του 1998 είχαν πιστοποιήσει την πρώτη μεγάλη κρίση του μεταπολιτευτικού δικομματισμού. Τότε εμφανίσθηκε για πρώτη φορά μαζικά, όχι μόνον το φαινόμενο των «ανταρτών», αλλά και το φαινόμενο των κομματικών συμμαχιών (ΠΑΣΟΚ/ΣΥΝ, ΝΔ/ΠΟΛΑΝ), που αποτέλεσε και στοιχείο απόκλισης του Νομαρχιακών εκλογών, τουλάχιστον των δύο πρώτων, από τις Βουλευτικές.
Αντίθετα οι Δ/Ν εκλογές της επόμενης δεκαετίας του ’00, δηλαδή εκείνες του 2002 και του 2006 πραγματοποιήθηκαν σε ένα διαφορετικό πολιτικό περιβάλλον, σε συνθήκες σχετικής σταθερότητας του κομματικού συστήματος. Η εκλογική και πολιτική άνοδος της ΝΔ προαναγγέλθηκε στις Δ/Ν εκλογές του 2002 και οδήγησε στην εκλογική επικράτηση του 2004, ενώ επιβεβαιώθηκε και σε εκείνες του 2006, έναν χρόνο πριν την δεύτερη εκλογική της νίκη το 2007. Κατά συνέπεια, ποια τάση αναμένεται να καταδείξουν οι (νέου τύπου) Περιφερειακές εκλογές, σε μια συγκυρία, όπως η σημερινή, αναζωπύρωσης της κρίσης των κομμάτων; Το στοιχείο που διαφοροποιεί αισθητά τη σημερινή κρίση από εκείνη της προηγούμενης δεκαετίας και το οποίο πιστοποιεί ότι η σημερινή είναι βαθύτερη από την προηγούμενη, είναι, αναμφίβολα, η τάση κατακερματισμού των κομμάτων. Τάση, που ενδέχεται -όχι βεβαίως ευθύγραμμα- να οδηγήσει μετά από μια μεταβατική περίοδο στον μετασχηματισμό του δικομματισμού σε διπολισμό.

Τα διαγράμματα του άρθρου: