Μπορεί οι 2 μονάδες των περιφερειακών εκλογών να αντιστοιχούν σε 9 μονάδες βουλευτικής επιρροής τον Δεκέμβριο;

Εκτύπωση | Email | Διάδοση |

Ανάλυση των

ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΥΡΗ και ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΥΜΕΩΝΙΔΗ*

Με βάση το τελευταίο βαρόμετρο της Public Issue (Δεκέμβριος 2010), η εκλογική επιρροή του ΠΑΣΟΚ εκτιμήθηκε σε 39% και της ΝΔ σε 30%. Από την άλλη πλευρά, με βάση τα αποτελέσματα του Α΄ γύρου των περιφερειακών εκλογών η καταγεγραμμένη περιφερειακή επιρροή του ΠΑΣΟΚ είναι 34,6% και της ΝΔ 32,6% (Η περιφερειακή επιρροή των πολιτικών κομμάτων στις εκλογές της 7ης Νοεμβρίου 2010)[1] . Πώς είναι λοιπόν δυνατόν η διαφορά των 2 μονάδων στις περιφερειακές εκλογές να γίνεται 9, μέσα σε λιγότερο από ένα μήνα; Η ανάλυση των δεδομένων του μηνιαίου βαρόμετρου της Public Issue, των αποτελεσμάτων των περιφερειακών εκλογών και των αποτελεσμάτων των προηγούμενων νομαρχιακών εκλογών μπορούν να εξηγήσουν αυτή τη φαινομενικά μεγάλη απόκλιση.

1. Οι τοπικές εκλογές αποτελούν εκλογικές αναμετρήσεις διαφορετικού χαρακτήρα από τις βουλευτικές, καθώς σε αυτές οι πολίτες δεν επιλέγουν κυβέρνηση, αλλά τους αιρετούς εκπροσώπους της τοπικής αυτοδιοίκησης και επομένως αποτελούν μια κατηγορία εκλογών β΄ τάξης. Επιπλέον, στις τοπικές εκλογές είναι συχνό το φαινόμενο της συνεργασίας κομμάτων, ή της καθόδου «ανταρτών» υποψηφίων, ενώ είναι σημαντική, και σε μεγάλο βαθμό απροσδιόριστη, η επίδραση των προσώπων-υποψηφίων.

Διαφορές από τις βουλευτικές εκλογές αποτυπώνονται, ιστορικά, και στην περίπτωση των ελληνικών νομαρχιακών εκλογών. Καταρχήν, η αποχή στις νομαρχιακές εκλογές υπήρξε σταθερά μεγαλύτερη από την αντίστοιχη των βουλευτικών εκλογών. Σύμφωνα με τον υπολογισμό του εκλογικού σώματος, από την Public Issue, για τη δεκαετία 2000-2010, η πραγματική αποχή στις νομαρχιακές εκλογές του 2002 υπολογίζεται σε 10,3% και στις νομαρχιακές εκλογές του 2006 σε 13,6%, ενώ η πραγματική αποχή στις βουλευτικές εκλογές του 2004 μόλις σε 6,6% και στις βουλευτικές εκλογές του 2007 σε 10,7%. Ταυτόχρονα, το ποσοστό των λευκών και των άκυρων ψηφοδελτίων υπολογίζεται σε 6,1% το 2002 και σε 6,6% το 2006, όταν το 2004 περιορίσθηκε μόλις σε 2,2% και το 2007 μόλις σε 2,7%. Όμως, σημαντικές αποκλίσεις καταγράφηκαν και μεταξύ της νομαρχιακής και της βουλευτικής επιρροής των κομμάτων. Στις νομαρχιακές εκλογές του 2002 η νομαρχιακή επιρροή της ΝΔ ήταν 39,6% και του ΠΑΣΟΚ 39,4% (+0,2% υπέρ της ΝΔ), ενώ η ΝΔ κέρδισε τις εκλογές του 2004 με 45,4%, έναντι 40,6% του ΠΑΣΟΚ, δηλαδή με διαφορά 4,8 μονάδων. Αντίστοιχα, η νομαρχιακή επιρροή της ΝΔ το 2006 ήταν 42% και του ΠΑΣΟΚ 39,8% (+2,2%), ενώ ένα χρόνο μετά, η ΝΔ κέρδισε στις βουλευτικές με 41,8% έναντι 38,1% του ΠΑΣΟΚ (+3,7%). Όπως είναι λοιπόν φανερό, οι νομαρχιακές εκλογές, αν και προσέγγιζαν, δεν ταυτίσθηκαν ποτέ 100% με τις βουλευτικές εκλογές.

2. Προκειμένου να ελέγξουμε την αξιοπιστία της εκτίμησης της Public Issue πρέπει να προσπαθήσουμε να «μεταφράσουμε» εμπειρικά την (νέου τύπου) περιφερειακή επιρροή των κομμάτων σε βουλευτική. Πέρα από τις δεδομένες διαφορές που υπάρχουν θεωρητικά μεταξύ των βουλευτικών και των περιφερειακών εκλογών, στις περιφερειακές εκλογές του 2010 υπήρξαν συγκεκριμένες συνθήκες που επιτείνουν την απόκλιση μεταξύ των δύο μορφών εκλογικής αναμέτρησης. Ο ΛΑΟΣ, σε 5 περιπτώσεις υποστήριξε τους υποψήφιους της ΝΔ (Α. Μακεδονία, Ήπειρος, Ιόνιο, Β. Αιγαίο, Ν. Αιγαίο), και σε 1 (Πελοπόννησος) υποστήριξε τον υποψήφιο του ΠΑΣΟΚ. Επίσης, στην Αττική και στο Ιόνιο υπήρξαν «αντάρτες» υποψήφιοι προερχόμενοι από το ΠΑΣΟΚ (Δημαράς, Καλούδης). Ειδικά η περίπτωση του Γ.Δημαρά, με το υψηλό του ποσοστό (4,2% σε πανελλαδικό επίπεδο) και η σχετικά οριζόντια προέλευση των ψηφοφόρων του, (σε μικρότερο βαθμό αυτό ισχύει και για τους εκλογείς του Α.Μητρόπουλου) δυσχεραίνουν σημαντικά την προσπάθεια «αναγωγής» της περιφερειακής επιρροής των δύο μεγάλων κομμάτων σε βουλευτική επιρροή.

Επομένως, η (ενδεικτική) αναγωγή του αποτελέσματος των περιφερειακών εκλογών σε βουλευτική επιρροή μπορεί να γίνει μόνο με τη βοήθεια των παρακάτω παραδοχών: α. Από το ποσοστό της ΝΔ, στις 4 περιφέρειες που είχε κοινή υποψηφιότητα με τον ΛΑΟΣ, αφαιρείται το ποσοστό που έλαβε ο ΛΑΟΣ στις εκλογές του 2009, σε αυτές τις 4 περιφέρειες. β. Από το ποσοστό του ΠΑΣΟΚ στην Πελοπόννησο αφαιρείται το ποσοστό που έλαβε ο ΛΑΟΣ στις εκλογές του 2009 στην Πελοπόννησο. γ. Το ποσοστό του Καλούδη στην περιφέρεια Ιονίου προστίθεται στη δύναμη του ΠΑΣΟΚ. δ. Το ποσοστό του Δημαρά στην Αττική δεν επιστρέφεται εξ’ ολοκλήρου στο ΠΑΣΟΚ, αλλά επιμερίζεται στα κόμματα σύμφωνα με την προέλευση των ψηφοφόρων του που προκύπτει από προεκλογικές έρευνες της Public Issue στην περιφέρεια Αττικής [2]. Με βάση την παραπάνω εμπειρική μέθοδο, η περιφερειακή επιρροή των δύο κομμάτων μπορεί να μεταφρασθεί σε βουλευτική επιρροή 36,8% για το ΠΑΣΟΚ και 32,5% για τη ΝΔ (διαφορά 4,3 μονάδες).

3. Η σύγκριση της περιφερειακής επιρροής των δύο κομμάτων με την εκτίμηση εκλογικής επιρροής της Public Issue πρέπει να γίνει με βάση την εκτίμηση του Νοεμβρίου και όχι του Δεκεμβρίου, καθώς οι περιφερειακές εκλογές διεξήχθησαν τον Νοέμβριο. Η εκτίμηση εκλογικής επιρροής της Public Issue για τον Νοέμβριο, η οποία δεν δημοσιοποιήθηκε λόγω της σχετικής απαγόρευσης που ισχύει, ήταν 38,5% για το ΠΑΣΟΚ και 31,5% για τη ΝΔ (διαφορά 7 μονάδες). Με βάση την αναγωγή της περιφερειακής επιρροής σε βουλευτική που προηγήθηκε, το αποτέλεσμα των περιφερειακών εκλογών ανάγεται σε βουλευτική επιρροή 36,8% για το ΠΑΣΟΚ και 32,5% για τη ΝΔ. Όπως είναι φανερό, η πραγματική απόκλιση μεταξύ της εκτίμησης της Public Issue και της βουλευτικής επιρροής που υπολογίζεται με βάση τις περιφερειακές εκλογές είναι πολύ μικρότερη από όσο αρχικά φαίνεται, αφού η εσφαλμένη εντύπωση της μεγάλης απόκλισης οφείλεται στο γεγονός, ότι συγκρίνονται διαφορετικά πράγματα που μετρώνται σε διαφορετικό χρόνο. Βασικότερες αιτίες για την πραγματική απόκλιση (διαφορά ΠΑΣΟΚ-ΝΔ 7% στην εκτίμηση έναντι 4,3% από τις περιφερειακές εκλογές) είναι, εκτός φυσικά από τις όποιες αδυναμίες της μεθοδολογίας της εκτίμησης, α) η διαφορά της αποχής μεταξύ περιφερειακών και βουλευτικών εκλογών και β) η επίδραση των προσώπων-υποψηφίων. Η μέτρηση της επίδρασης των προσώπων είναι μάλλον αδύνατη, όμως η επίδραση της αυξημένης αποχής μπορεί να μετρηθεί, έστω και προσεγγιστικά.

4. Η εκτίμηση της Public Issue για τον Νοέμβριο στηρίχθηκε σε ποσοστό αποχής και λευκών/ακύρων σε ενδεχόμενες βουλευτικές εκλογές ίσο με το 27,7% του εκλογικού σώματος, που προκύπτει από το βαρόμετρο Νοεμβρίου. Αντίθετα, ο υπολογισμός της βουλευτικής επιρροής με βάση τις περιφερειακές εκλογές έγινε με δεδομένο το αθροιστικό ποσοστό αποχής και λευκών/ακύρων στον Α΄ γύρο των περιφερειακών εκλογών, το όποίο έφθασε το 33,8%. Από την κατανομή της προέλευσης της αποχής, όπως αυτή καταγράφεται στο τελευταίο τρίμηνο του 2010, μπορούμε να υπολογίσουμε την βουλευτική επιρροή των κομμάτων, με βάση τις περιφερειακές εκλογές, εάν η αποχή και τα λευκά/άκυρα έπεφταν στα επίπεδα του 27,7%. Σε αυτήν την περίπτωση η επιρροή του ΠΑΣΟΚ θα έφθανε το 37,7% και της ΝΔ το 32,3%. Συνεπώς, η πραγματική απόκλιση της εκτίμησης της Public Issue από την βουλευτική επιρροή κομμάτων με βάση τις περιφερειακές εκλογές είναι μόλις 1,5% περίπου (διαφορά ΠΑΣΟΚ-ΝΔ 7% στην εκτίμηση, έναντι 5,4%, μετά την αναγωγή της περιφερειακής επιρροής σε βουλευτική). Το μέγεθος της απόκλισης δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλο, αν λάβει κανείς υπ’ όψη του, ότι η αναγωγή της περιφερειακής επιρροής σε βουλευτική δεν μπορεί να μετρήσει την εγγενή διαφορά μεταξύ των δύο τύπων εκλογών και την επίδραση των προσώπων-υποψηφίων.

Συμπερασματικά, η απόκλιση της καταγεγραμμένης περιφερειακής ψαλίδας μεταξύ ΠΑΣΟΚ-ΝΔ (2%) από την ψαλίδα των 9 μονάδων στην εκτίμηση Δεκεμβρίου της Public Issue μπορεί να εξηγηθεί από μια σειρά λόγους: α) Από τη δεδομένη θεσμική διαφορά περιφερειακών και βουλευτικών εκλογών και τις συγκεκριμένες συνθήκες κάτω από τις οποίες πραγματοποιήθηκαν οι περιφερειακές εκλογές. β) Από τη διαφορά της αποχής που παρατηρείται ανάμεσα στους δύο τύπους εκλογικών αναμετρήσεων. Με βάση τα ιστορικά διαθέσιμα εκλογικά δεδομένα των νομαρχιακών εκλογών, είναι λογικό να υποθέσει κανείς -χωρίς ωστόσο να είναι μάντης- ότι η αποχή στις πρόσφατες περιφερειακές είναι πιθανότερο να αποδειχθεί υψηλότερη από εκείνη που αναμένεται στις προσεχείς βουλευτικές. γ) Από το γεγονός, ότι η σύγκριση του αποτελέσματος των περιφερειακών εκλογών γίνεται με την εκτίμηση του Δεκεμβρίου και όχι -όπως θα ήταν προφανώς ορθότερο- με την εκτίμηση από το Βαρόμετρο Νοεμβρίου, που πραγματοποιήθηκε ελάχιστες ημέρες πριν από τον α’ γύρο των εκλογών, αλλά λόγω της απαγόρευσης που ισχύει δεν δημοσιοποιήθηκε.

Σημαντικό παράγοντα διαφοροποίησης συνιστά, επιπλέον, και το γεγονός ότι η εκλογική επιρροή των κομμάτων τον Δεκέμβριο αποτυπώνει και την επίδραση του ίδιου του εκλογικού αποτελέσματος των περιφερειακών εκλογών στο εκλογικό σώμα. Και αυτή η επίδραση, για όποιον δεν ικανοποιείται με τη φτηνή προπαγάνδα, δεν είναι καθόλου εύκολο να διαγνωσθεί. Στις παραμονές των αυτοδιοικητικών εκλογών, η διαφορά ΠΑΣΟΚ-ΝΔ στην βουλευτική επιρροή είχε συρρικνωθεί σε 7 μονάδες (από 14,5 τον Οκτώβριο [3]). Με άλλα λόγια, λόγω της διογκούμενης κοινωνικής δυσαρέσκειας, πολύ σημαντική φθορά της κυβέρνησης, της τάξης των 4 μονάδων είχε ήδη επισυμβεί και είχε προηγηθεί των αυτοδιοικητικών εκλογών. Ενδεχομένως, ως ένα βαθμό αυτό οφείλεται και στις αρνητικές εντυπώσεις από τον εκλογικό εκβιασμό, που ο ίδιος ο Πρωθυπουργός επιχείρησε. Ωστόσο, η ήττα της ΝΔ στο β’ γύρο, αποτέλεσμα εσφαλμένων επιλογών υποψηφιοτήτων στο επίπεδο των εκλεγμένων αξιωματούχων (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Αττική, Πελοπόννησος), αλλά και λαθών προεκλογικής τακτικής, είχε ως αποτέλεσμα να ανακοπεί η έντονα καθοδική πορεία του ΠΑΣΟΚ και να αποφευχθεί μια ακόμη μεγαλύτερη ήττα του. Υπό αυτήν την έννοια, το εκλογικό αποτελέσμα φαίνεται τελικά να ευνόησε το ΠΑΣΟΚ, ως ένα βαθμό και συγκριτικά πάντοτε με την (χειρότερη) προεκλογική του θέση.

Επομένως, όσοι αμφισβητούν μια εκτίμηση (αναφερόμαστε στους καλοπροαίρετους και όχι σε όσους διατελούν σε διατεταγμένη υπηρεσία), καλό θα είναι να μελετήσουν λίγο καλύτερα το αποτέλεσμα των περιφερειακών εκλογών και να μην ξεχνούν τι ακριβώς μετράει η εκτίμηση εκλογικής επιρροής, πότε το μετράει και σε ποια δεδομένα στηρίζεται.

[1] Όλες οι έρευνες και οι αναλύσεις της Public Issue για τις πρόσφατες Δημοτικές και Περιφερειακές εκλογές βρίσκονται εδώ.
[2] Σύμφωνα με τις προεκλογικές έρευνες της Public Issue στην περιφέρεια Αττικής, το 42% των ψηφοφόρων του Δημαρά προέρχεται από το ΠΑΣΟΚ, το 17% από τη ΝΔ, το 18% από τα άλλα κόμματα, το 11% από την αποχή του 2009, ενώ το 12% των ψηφοφόρων του δεν δήλωσε προηγούμενη ψήφο.
[3] Με βάση την εκτίμηση εκλογικής επιρροής της Public Issue το ΠΑΣΟΚ είχε τον Οκτώβριο 42,5% και η ΝΔ 28%. Επομένως, η μεταξύ τους διαφορά εκτιμήθηκε σε 14,5%.

*Ο Γιώργος Συμεωνίδης είναι μαθηματικός (M.Sc), αναλυτής στατιστικών υποδειγμάτων της Public Issue.