Η πολιτική σκηνή και οι τάσεις του εκλογικού σώματος κατά το έτος 2007

Εκτύπωση | Email | Διάδοση |

Εισαγωγή: Περιοδολόγηση του 2007

Κατά τη διάρκεια του 2007 εκδηλώθηκε έντονη κοινωνική δυσαρέσκεια, με σημεία καμπής: τις παρατεταμένες κοινωνικές συγκρούσεις και τη συνεχιζόμενη κρίση στην εκπαίδευση, το σκάνδαλο των ομολόγων, τις πυρκαγιές της Πάρνηθας και (μετεκλογικά) την κοινωνική αντιπαράθεση για το ασφαλιστικό. Τo 2007 αποδείχθηκε τελικά εκλογικό έτος. Η εκτεταμένη κοινωνική δυσαρέσκεια, επιβάρυνε μεν σημαντικά το γενικό πολιτικό κλίμα, δεν μετεφράσθηκε, όμως, και σε πολιτική-εκλογική μεταστροφή. Η ΝΔ κέρδισε τις πρόωρες εκλογές που προκήρυξε έξι μήνες πριν από την κανονική λήξη της θητείας της. Ωστόσο, στις εκλογές του 2007 υπήρξε κάμψη και κοινωνική αποδυνάμωση του ελληνικού δικομματισμού, ενώ στην μετεκλογική περίοδο το κομματικό σύστημα εισήλθε, σταδιακά, σε έναν νέο κύκλο κλυδωνισμών, που έμελε να εκδηλωθούν εντονότερα κατά το επόμενο έτος.
Με βάση την κοινωνική και πολιτική συγκυρία, την κατάσταση της διακυβέρνησης, των πολιτικών κομμάτων και την εικόνα των πολιτικών αρχηγών, καθώς και τις τάσεις του εκλογικού σώματος, η πολιτική σκηνή του 2007 μπορεί, σχηματικά, να διαιρεθεί σε τέσσερις υποπεριόδους: 1) Ιανουάριος-Μάρτιος, 2) Απρίλιος-Ιούλιος, 3) Αύγουστος-Σεπτέμβριος (εκλογές 16ης), 4) Μετεκλογική περίοδος: Οκτώβριος-Δεκέμβριος.

Οι δείκτες του Πολιτικού Βαρόμετρου

Για την ανάλυση της πολιτικής σκηνής που ακολουθεί, χρησιμοποιούνται, οι βασικοί δείκτες του Βαρόμετρου για την αποτίμηση της πολιτικής συγκυρίας: 1) ο δείκτης γενικού πολιτικού κλίματος (κατεύθυνση της χώρας, διάγραμμα 1), 2) Οι κοινωνικές προσδοκίες για τις κοινωνικές συγκρούσεις (διάγραμμα 2), 3) η δημοτικότητα του πρωθυπουργού και του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης (διάγραμμα 3), καθώς και των υπολοίπων πολιτικών αρχηγών (διάγραμμα 4), 4) η πρωθυπουργική ικανότητα (διάγραμμα 5), 5) η συγκριτική αξιολόγηση της λειτουργίας κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, (διάγραμμα 6 & 7), 6) η δημοτικότητα των πολιτικών κομμάτων (διάγραμμα 8 & 9), και η παράσταση νίκης (διάγραμμα 10).
Ως προς τις τάσεις του εκλογικού σώματος, χρησιμοποιούνται οι μηνιαίες εκτιμήσεις της Public Issue για την εκλογική επιρροή των κομμάτων, που βασίζονται σε στατιστική ανάλυση χρονοσειρών της πρόθεσης ψήφου (διαγράμματα 11, 12, 13, 14).

1. Ιανουάριος-Μάρτιος-2007: Ανακοπή της ανοδικής τάσης του δικομματισμού

Πολιτική σκηνή: (ατζέντα-πολιτικό κλίμα) – Τάσεις του εκλογικού σώματος

Στις αρχές του 2007, η κεντρική πολιτική σκηνή θα σφραγισθεί από τις μαζικές κινητοποιήσεις στο χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης. Αφορμή θα σταθεί η επιχειρούμενη κυβερνητική αναθεώρηση του Συντάγματος (άρθρο 16) και ο νέος νόμος-πλαίσιο για τα ΑΕΙ(1). Το κοινωνικό κλίμα θα θερμανθεί ιδιαίτερα. Στο τρίμηνο Ιανουαρίου-Μαρτίου, μέχρι την ψήφιση του νέου νόμου (8-13/3/07), θα πραγματοποιηθούν πολυάριθμα, μαζικά πανεκπαιδευτικά συλλαλητήρια, στα οποία η συμμετοχή θα κυμανθεί (στην Αθήνα) από 10-25.000 άτομα(2).
Παρά τη διατήρηση της κοινωνικής έντασης στην κεντρική πολιτική σκηνή (διάγραμμα 2), η κυβερνητική παράταξη, μετά τις δοκιμασίες του προηγούμενου έτους, δηλαδή την κρίση των υποκλοπών (2/06), τις κοινωνικές κινητοποιήσεις για την εκπαίδευση (6-10/06), και κυρίως, μετά την κρίσιμη αναμέτρηση των Δημοτικών/ Νομαρχιακών εκλογών (10/06), έδειχνε να επιβεβαιώνει την πολιτική και εκλογική της κυριαρχία. Από το Δεκέμβριο του 2006 και κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου του 2007, η εκλογική επιρροή της ΝΔ παρουσίασε σημεία σταθεροποίησης και παρέμεινε σε επίπεδα της τάξης του 43% (διάγραμμα 11)(3). Επρόκειτο για το υψηλότερο ποσοστό επιρροής, ύστερα από ένα 12μηνο. Από την άλλη πλευρά, και το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης εμφάνιζε σημεία ανάκαμψης, όχι όμως ιδιαιτέρως δυναμικής. Η εκλογική επιρροή του ΠΑΣΟΚ τον Ιανουάριο του 2007 εκτιμάτο σε 39%, (μηναία αύξηση +0,5%). Το εν λόγω ποσοστό, όμως, υπολειπόταν ακόμη του ανώτατου ποσοστού του ΠΑΣΟΚ μέσα στο 2006 (39,5%), που είχε διατηρήσει ανελλιπώς επί ένα τετράμηνο (από τον Ιανουάριο έως τον Απρίλιο του 2006), αλλά και του ανώτατου ποσοστού που καταγράφηκε για το ΠΑΣΟΚ στο μετεκλογικό διάστημα των 34 μηνών, που είχε μεσολαβήσει, μέχρι τότε από τον Απρίλιο του 2004 (40%, τον Ιανουάριο-Φεβρουάριο του 2005). Η παρατηρούμενη ανάκαμψη του ΠΑΣΟΚ, τον Ιανουάριο, εκτός από ισχνή εμφάνιζε και ένα άλλο χαρακτηριστικό: παρέμενε αυτονομημένη και δεν συνοδευόταν και από αντίστοιχη ανάκαμψη της εικόνας του αρχηγού του (διάγραμμα 3). Όπως προκύπτει και από το σχετικό δείκτη πρωθυπουργικής καταλληλότητας (διάγραμμα 5), το μερίδιο του Γ.Παπανδρέου (23%) δεν αντιπροσώπευε ούτε το ½ του μεριδίου του Κ.Καραμανλή. Επιπρόσθετα, στις αρχές του 2007, με βάση το σχετικό δείκτη παράστασης νίκης, το ενδεχόμενο εκλογικής νίκης της ΝΔ φαινόταν να ενισχύεται διαρκώς: 67% (σχεδόν 7 στους 10 ερωτηθέντες), καταγράφοντας το υψηλότερο ποσοστό της διετίας που προηγήθηκε (διάγραμμα 10). Το αποτέλεσμα της επερχόμενης εκλογικής αναμέτρησης είχε -σχεδόν απόλυτα- προεξοφληθεί.

Ανακοπή της ανοδικής τάσης και καθήλωση του δικομματισμού

Ήδη από το καλοκαίρι του 2006, παρατηρήθηκε μια αργή, σταδιακή αλλά και σταθερή ανάκαμψη της εκλογικής επιρροής των δύο κομμάτων διακυβέρνησης, και, αντιστρόφως, η καθήλωση, ή και συρρίκνωση της αντίστοιχης επιρροής των τριών μικρότερων σχηματισμών (ΚΚΕ, ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, ΛΑΟΣ). Η σχετική ανάκαμψη του δικομματισμού ενισχύθηκε περαιτέρω, ως αποτέλεσμα των Δημοτικών και Νομαρχιακών εκλογών του Οκτωβρίου του ιδίου έτους. Όπως κάθε εκλογική αναμέτρηση, έτσι και οι Δ/Ν εκλογές του 2006, επανενεργοποίησαν τις κομματικές ταυτίσεις των πολιτών και ενίσχυσαν το βαθμό συσπείρωσης των (μεγάλων) κομμάτων (85%, έναντι 86% στις Β2004). Στην εκκίνηση του τελευταίου και προεκλογικού έτους της πρώτης κυβερνητικής θητείας της Νέας Δημοκρατίας, το ποσοστό της επιρροής του δικομματισμού είχε προσεγγίσει, τον Ιανουάριο, το 82% και τον Φεβρουάριο το 82,5% (διάγραμμα 13). Αυτή η ανοδική πορεία του δικομματισμού, που καταγράφηκε και στην αρχή του νέου έτους, δεν είχε συνέχεια.

Μάρτιος 2007: Η επέτειος της 3ετίας της διακυβέρνησης της ΝΔ

Η κοινωνική αναταραχή υποχώρησε (διάγραμμα 2) μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου για την ανώτατη εκπαίδευση στις 8-13/3/07 (ΓΓΕ 2008, 81). Τον Μάρτιο, στην 3η επέτειο της ανάληψης της διακυβέρνησης από τη ΝΔ (6/3/04), το κυβερνών κόμμα διατηρούσε ισχυρά αποθέματα πολιτικής και κοινωνικής νομιμοποίησης, που υπερέβαιναν, σε κάθε περίπτωση το 40%. Όλοι οι δείκτες του Βαρόμετρου επιβεβαίωναν την αδιαμφισβήτητη υπεροχή της: Στην κομματική δημοτικότητα προηγείτο 8% (στοιχεία 4/07, διάγραμμα 8)(4), στην κυβερνητική δημοτικότητα προηγείτο 14% (διάγραμμα 6), ενώ στο δείκτη κυβερνητικής καταλληλότητας 16% (διάγραμμα 7). Επίσης, διατηρούσε σαφώς το προβάδισμα τόσο στην πρωθυπουργική δημοτικότητα (+11%, διάγραμμα 3), όσο και καταλληλότητα (+32%, διάγραμμα 5). Τέλος, στην πρόθεση ψήφου, η διαφορά υπέρ της παρέμενε στο 3.5% (διαγράμματα 11 & 14).

Σχεδόν το ½ του εκλογικού σώματος (45%), εξακολουθούσε να πιστεύει ότι η αλλαγή της κυβέρνησης το 2004 έχει ωφελήσει τη χώρα (Public Issue 2007), ενώ σχεδόν 4 στους 10 πολίτες (38%) θεωρούσαν ότι η κυβέρνηση, είτε συνολικά, είτε εν μέρει, είχε τηρήσει τις προεκλογικές της υποσχέσεις και, επιπλέον, επίσης 4 στους 10 (40%) διέκριναν σημαντικές διαφορές στην πολιτική της, σε σύγκριση με τον προκάτοχό της. Παράλληλα, η εικόνα της αξιωματικής αντιπολίτευσης παρέμενε σε μεγάλο βαθμό προβληματική και σε κάθε περίπτωση σαφώς χειρότερη από την αντίστοιχη της κυβέρνησης. Σχεδόν 7 στους 10 (67%) πολίτες συμφωνούσαν ότι η ανανέωση στο ΠΑΣΟΚ δεν έχει προχωρήσει(5).

2.Απρίλιος-Ιούλιος 2007: Συσσώρευση δυσαρέσκειας, χωρίς μεταστροφή

Ο εκλογικός συσχετισμός (η διαφορά) μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων, δεν είχε αλλάξει την άνοιξη του 2007. Απλώς, η εκλογική επιρροή τους μετατοπιζόταν σε χαμηλότερα επίπεδα, λόγω της ταυτόχρονης καθίζησής τους (ΝΔ 42,5%, ΠΑΣΟΚ 39%, τον Απρίλιο του 2007, διάγραμμα 11). Η διαφορά παρέμενε στις 3,5 εκατοστιαίες μονάδες (διάγραμμα 14). Η σχετική ανάκαμψη της κοινωνικής επιρροής των δύο κομμάτων διακυβέρνησης διήρκησε εννέα (9) μήνες (Β’ εξάμηνο 2006 και Α’ τρίμηνο 2007), αλλά ανακόπηκε. Το Βαρόμετρο του Απριλίου 2007, κατέγραψε την απαρχή μιας πτωτικής τάσης στην επιρροή των δύο κομμάτων διακυβέρνησης, που τελικά αποδείχθηκε μονιμότερη. Ο δικομματισμός υποχώρησε στο 81,5% (-1%, διάγραμμα 13). Οι λόγοι για τη σχετική διάβρωση της κοινωνικής του επιρροής θα πρέπει να αναζητηθούν: 1) στην κοινωνική ένταση που πυροδότησε η κρίση της εκπαίδευσης, 2) στην διάβρωση του «ηθικού πλεονεκτήματος» που είχε διατηρήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή η κυβερνητική παράταξη, εξαιτίας της υπόθεσης των ομολόγων(6) και 3) στη σοβαρή δυσαρέσκεια από τη διακυβέρνηση, που ανέδειξε η κυβερνητική ανεπάρκεια στη διαχείριση της περιβαλλοντικής κρίσης (των πυρκαγιών) του καλοκαιριού, η οποία ακολούθησε χρονικά(7).

Η αδυναμία του ΠΑΣΟΚ να εισπράξει τη γενικότερη φθορά της Κυβέρνησης, αλλά και την ειδικότερη ζημία, που υπέστη στην υπόθεση των ομολόγων των ασφαλιστικών ταμείων(8) ήταν εμφανής. Η ατζέντα της διαφθοράς δεν ευνόησε, αντίθετα συμπαρέσυρε και την Αντιπολίτευση. Η (ευρεία) δυσαρέσκεια από την κυβερνητική πολιτική δεν μορφοποιήθηκε, όμως, σε εκλογικό ρεύμα υπέρ της αντιπολίτευσης, όπως συστηματικά προεξοφλούσε η πλειοψηφία των μέσων ενημέρωσης, παραπλανώντας ακόμη και το κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, αλλά έδειχνε να «εκτονώνεται» προς τους μικρότερους κομματικούς σχηματισμούς, ή οδηγούσε σε ρευστοποίηση της ψήφου. Είναι εντυπωσιακό, ότι στο τρίμηνο Φεβρουαρίου-Απριλίου 2007 τόσο η εικόνα (η δημοτικότητα) του ΠΑΣΟΚ (-5%), όσο και η πρωθυπουργική ικανότητα του αρχηγού του (-6%) κατέγραψαν μεγαλύτερες απώλειες, από την αντίστοιχη της ΝΔ (-1%) και του πρωθυπουργού (-2%).

Η σύγκριση της κρίσης των ταμείων (Απρίλιος 2007), με εκείνη των υποκλοπών (Φεβρουάριος 2006) είναι χαρακτηριστική και ιδιαιτέρως χρήσιμη για την αξιολόγηση της επίδρασής της: Είναι φανερό, ότι σε αντίθεση με την τελευταία, που είχε πλήξει καίρια όχι μόνον την κυβερνητική και κομματική δημοτικότητα (-11%, 2/06), αλλά και την ίδια την πρωθυπουργική εικόνα (-6%, 2/06)(9), η κρίση του 2007 δεν «άγγιξε» σε αντίστοιχο βαθμό τίποτα από αυτά (διαγράμματα 3, 5 & 7)(10).

Ψήφος διαμαρτυρίας και «συγκοινωνούντα δοχεία»

Αρχικά, η αποδυνάμωση των δύο «μεγάλων», έδειξε να αποβαίνει κυρίως προς όφελος του ΛΑΟΣ και του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, όχι όμως και του ΚΚΕ (πριν τις πυρκαγιές του καλοκαιριού, διάγραμμα 12). Επίσης, προς όφελος της αντικομματικής ψήφου, γεγονός που υποδηλώθηκε ήδη από τον Απρίλιο του 2007, από την ενίσχυση των «λοιπών» μικρών κομμάτων, αλλά και την αυξημένη προτίμηση προς το λευκό και το άκυρο.
Από την άλλη πλευρά, τόσο η εικόνα (δημοτικότητα) του ΛΑΟΣ , όσο και του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ σημείωσαν, στο ίδιο χρονικό διάστημα, θεαματική βελτίωση (+5%, διάγραμμα 9). Γεγονός, που αντανακλάται και στη σταθεροποίηση (ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ), ή και ενίσχυση (ΛΑΟΣ) της εκλογικής τους επιρροής. Η πτωτική πορεία του ΛΑΟΣ, που είχε παρατηρηθεί από τον Οκτώβριο του 2006 (λόγω της αποτυχίας του στις Νομαρχιακές), έδειξε να ανακόπτεται. Το ίδιο συνέβη και με τον ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ (διάγραμμα 12). Η ενίσχυσή του από την άνοιξη του 2007, συνδέθηκε άμεσα τόσο με την τρέχουσα ριζοσπαστικοποίηση εκείνης της περιόδου, που παρήγαγε η κρίση του εκπαιδευτικού μηχανισμού, όσο και με την επίθεση που δέχθηκε, η οποία τον ανέδειξε πολιτικά. Είναι προφανές, ότι ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ κεφαλαιοποίησε τη στάση του κόμματος, κατά τη διάρκεια των εκπαιδευτικών αναταράξεων. Ταυτοχρόνως, το γεγονός ότι έτεινε να υπάρξει εξισορρόπηση δυνάμεων μεταξύ ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ, άνοιξε, μετά από πολλά χρόνια, ένα νέο γύρο στη μάχη για την ηγεμονία στην αριστερά.
Με βάση τα ευρήματα του μηνιαίου Βαρόμετρου, την άνοιξη του 2007, είχαν αρχίσει, ευδιάκριτα, να διαμορφώνονται δύο ζεύγη «συγκοινωνούντων δοχείων»: το πρώτο αφορούσε τις διαρροές της Νέας Δημοκρατίας προς τον ΛΑΟΣ, και το δεύτερο τις διαρροές του ΠΑΣΟΚ, προς τον ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ (Μαυρής 2007α, 2007β). Η ψήφος στον ΛΑΟΣ, περισσότερο ευμετάβλητη, είχε χαρακτήρα λιγότερο αποκρυσταλλωμένης πολιτικής, ή ιδεολογικής μετατόπισης και περισσότερο τυπικής κοινωνικής «ψήφου δυσαρέσκειας» από την κυβέρνηση. Έδειχνε να εξαρτάται, επομένως, σε μεγάλο βαθμό από τη συγκυρία και τις διακυμάνσεις της. Αν η κυβέρνηση δεν έχανε την πρωτοβουλία των κινήσεων μέχρι τις εκλογές, τότε ενδεχομένως, θα μπορούσε να συρρικνωθεί, ή και να απορροφηθεί εντελώς. Άλλωστε, κάτι παρόμοιο είχε συμβεί και παλαιότερα, κατά το διάστημα, που ακολούθησε τις Νομαρχιακές εκλογές και την εκλογική αποτυχία του ΛΑΟΣ. Η ψήφος (αριστερής) διαμαρτυρίας στο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ είχε, όμως, διαφορετικό χαρακτήρα. Ήταν σαφώς πιο πολιτική και ιδεολογικά φορτισμένη. Και για τούτο, μάλλον πιο δύσκολα αντιμετωπίσιμη από το ΠΑΣΟΚ, δεδομένου ότι προϋπέθετε την αποσαφήνιση της νέας στρατηγικής και φυσιογνωμίας του δεύτερου.
Τον Ιούλιο, δηλαδή μόλις δύο μήνες πριν από την εκλογική αναμέτρηση του Σεπτεμβρίου, το Βαρόμετρο κατέγραψε σημαντική επιβάρυνση του πολιτικού και κοινωνικού κλίματος (διάγραμμα 1). Η μαζική θερινή πολιτική δυσαρέσκεια, που εκδηλώθηκε με αφορμή την πυρκαγιά της Πάρνηθας είχε ως βασική αιτία τη δομική ανεπάρκεια του κρατικού μηχανισμού, αλλά όχι μόνον, όπως πιστεύουν αρκετοί. Στους προσδιοριστικούς της παράγοντες, θα πρέπει επίσης να προστεθούν: α) η παρατεταμένη μονοθεματική αντιπαράθεση για την υπόθεση των ομολόγων (της διαφθοράς), που μάλλον συμπαρέσυρε, παρά ωφέλησε και την αντιπολίτευση, και βεβαίως β) η εκτός των κοινωνικών προτεραιοτήτων -για τούτο εξαιρετικά βαρετή για το κοινωνικό σώμα- και στην ουσία απολίτικη και αυτό-αναπαραγόμενη συζήτηση για τις πρόωρες εκλογές και τον εκλογικό νόμο, που συνεχιζόταν σχεδόν για έναν ολόκληρο χρόνο(11).

Η μάλλον ανεξέλεγκτη πλέον πολιτική δυναμική, υπό την καθοδήγηση του «μιντιακού» συστήματος, που οδηγούσε στις πρόωρες εκλογές «χωρίς διακύβευμα», είχε ως αποτέλεσμα να ενισχύονται, όχι μόνον οι «αντιδικομματικές», αλλά ως ένα βαθμό και οι γενικότερες «αντικομματικές» διαθέσεις του εκλογικού σώματος. Διαθέσεις, που φαινόταν πιθανό -για πρώτη φορά- να «απειλούν» ακόμη και τα τρία μικρότερα (από άποψη εκλογικής επιρροής) κόμματα του κομματικού συστήματος(12).

Δημοτικότητα πολιτικών αρχηγών

Στη μέτρηση του Ιουλίου, όλες ανεξαιρέτως οι δημοτικότητες των πολιτικών αρχηγών εμφανίσθηκαν μειωμένες, γεγονός που συνιστούσε μια επιπλέον και σαφή ένδειξη των αυξανόμενων αντικομματικών διαθέσεων του εκλογικού σώματος (διαγράμματα 3 & 4). Λόγω της αυξανόμενης προσωποποίησης της κομματικής αντιπαράθεσης, που επεδίωκε ο Γ.Παπανδρέου, η συγκριτική ανάλυση της δημοτικότητας των δύο ισχυρότερων πολιτικών αρχηγών παρουσίαζε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η δημοτικότητα και των δύο πολιτικών αρχηγών ακολούθησε ήδη από την επαύριο των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 σταθερά πτωτική πορεία. Τον Ιούλιο του 2007 (διάγραμμα 3) αντιπροσώπευε, περίπου το 70% εκείνης, που το Βαρόμετρο –σε στιγμές μοναδικής και «στιγμιαίας» κοινωνικής ευφορίας- κατέγραψε το Νοέμβριο του 2004 (57% για τον Κ.Καραμανλή, έναντι 82% και 45%, έναντι 66% για τον Γ.Παπανδρέου).
Ωστόσο, στην εικόνα του Γ.Παπανδρέου θα πρέπει να επισημανθούν τα εξής: 1) Η δημοτικότητα του Αρχηγού της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης κατέγραφε, μεταξύ των πολιτικών αρχηγών, τη μεγαλύτερη και ασφαλώς ανησυχητική για τον ίδιο μείωση του διμήνου (-4%), ενώ τη μικρότερη (-1%) η αντίστοιχη του σημερινού πρωθυπουργού (διάγραμμα 3). 2) Εξακολουθούσε να υπολείπεται σημαντικά της αντίστοιχης του Κ.Καραμανλή και μάλιστα με αυξημένη διαφορά (12%, έναντι 9% προηγουμένως). 3) Κατέγραφε, για πρώτη φορά μετά το 2004, μηδενικό ισοζύγιο θετικών/αρνητικών κρίσεων (45%, έναντι 45%), σε αντίθεση με τον Πρωθυπουργό, το μόνο μεταξύ των πολιτικών αρχηγών, που σταθερά και διαχρονικά διατηρούσε ισχυρό πλεόνασμα 22 εκατοστιαίων μονάδων. Μάλιστα, το ποσοστό 45% αρνητικών κρίσεων για τον κ. Παπανδρέου ήταν το υψηλότερο που είχε καταγράψει το Βαρόμετρο από τον Ιανουάριο του 2004. Είναι χαρακτηριστικό, ότι τη στιγμή της ανάληψης της αρχηγίας του ΠΑΣΟΚ, οι αρνητικές κρίσεις για το πρόσωπό του περιορίζονταν στο 34%, ενώ του κ.Καραμανλή στο 38%, ήταν δηλαδή σχετικά υψηλότερες από αυτές του Ιουλίου 2007. 4) Παρά τις συνεχείς προσωπικές επιθέσεις και την προσπάθεια αποδόμησης της πρωθυπουργικής εικόνας, που επιχείρησε ο Γ.Παπανδρέου, ο συσχετισμός στο δείκτη πρωθυπουργικής καταλληλότητας, παρέμενε «απελπιστικά» (στερεοτυπικά) καθηλωμένος, σε μια σχέση 2:1 υπέρ του Κ.Καραμανλή (49%, έναντι μόλις 25%, αμετάβλητο σε σύγκριση με τον προηγούμενο Ιούνιο).
Η επιχειρούμενη πόλωση μεταξύ των δύο βασικών κομμάτων και, παράλληλα, η γενικευμένη αντιπαράθεση μεταξύ «μεγάλων» και «μικρών» κομμάτων (όλοι εναντίον όλων), ενώ για το μεγαλύτερο μέρος του εκλογικού σώματος λειτουργούσε συσπειρωτικά, για ένα όχι ευκαταφρόνητο τμήμα του, αποδείχθηκε μάλλον αναποτελεσματική και οδήγησε στην αντίδραση και στην απόρριψη των δεδομένων κομματικών επιλογών. Εκδηλώσεις αυτής της τάσης ήταν, τόσο η ενίσχυση των λεγόμενων «λοιπών» μικρών κομμάτων (+1%, διάγραμμα 12), μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και η νεοσύστατη Δημοκρατική Αναγέννηση του κ. Παπαθεμελή(13) (1%), οι «Οικολόγοι» (1%) και η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά (0,5%), όσο και η αύξηση της προτίμησης προς τις επιλογές του λευκού και του άκυρου, που καταγράφηκε στην ερώτηση της (αδιευκρίνιστης) πρόθεσης ψήφου της μέτρησης του Ιουλίου(14), (+2,4%, ή ποσοστό 10,5% τον Ιούλιο, έναντι 8,1% τον Ιούνιο). Με βάση αυτές τις διαπιστώσεις, δεν μπορούσε να αποκλειστεί μια ενδεχόμενη αύξηση της αποχής στις επερχόμενες εκλογές, πιθανώς της ίδιας έκτασης που παρατηρήθηκε στις Νομαρχιακές εκλογές του 2006. Επρόκειτο για φαινόμενα εκλογικής συμπεριφοράς που έχουν συνδεθεί περισσότερο με εκλογές β΄τάξης, όπως είναι οι Ευρωεκλογές και λιγότερο με Βουλευτικές εκλογές. Ανάλογα συμπτώματα είχαν εμφανισθεί στο ελληνικό εκλογικό σώμα, κατά την περίοδο 1996-1999. περίοδο κατά την οποία το δικομματικό σύστημα είχε υποστεί «ρωγμές». Το ποσοστό της αθροιστικής δικομματικής επιρροής εκτιμήθηκε τον Ιούλιο σε 81% (έναντι 82% τον Ιούνιο, διάγραμμα 13). Εμφανιζόταν δηλαδή σημαντικά μειωμένο (κατά 5 εκατοστιαίες μονάδες), σε σύγκριση με το ποσοστό που είχαν συγκεντρώσει τα δύο κόμματα της διακυβέρνησης στις βουλευτικές εκλογές του 2004 (85,9%) και εγγύτερα στο αντίστοιχο των εκλογών του 1996 (79,3%), όταν ο ελληνικός δικομματισμός είχε καταγράψει το χαμηλότερο ποσοστό της 25ετίας, οδηγώντας στην πλέον πολυκομματική (5κομματική) Βουλή της Μεταπολίτευσης. Για αυτό και η εκτίμηση που προέκυπτε, σχετικά με την κατανομή της κοινωνικής επιρροής των πολιτικών δυνάμεων, αλλά και η πρόβλεψη για την κατανομή των κοινοβουλευτικών εδρών που αυτή συνεπάγετο (επίσης 5κομματική Βουλή), διόλου αβάσιμα μπορούσε να παρομοιαστεί με ένα «αντεστραμμένο 1996» (Μαυρής 2007β).
Ωστόσο, το κεντρικό πολιτικό σκηνικό που έτεινε να διαμορφωθεί το καλοκαίρι του 2007, δεν έδειχνε να ανατρέπει, ή πολύ περισσότερο να απειλεί την (αποδυναμωμένη) εκλογική κυριαρχία της κυβερνητικής παράταξης. Με βάση την (στατιστική) εκτίμηση της Public Issue, τον Ιούλιο, τόσο η εκλογική επιρροή της ΝΔ, όσο και η αντίστοιχη του ΠΑΣΟΚ παρουσίαζαν συγκυριακά υποχώρηση και υπολογίζονταν αντιστοίχως σε 42.5% και σε 38.5% (διάγραμμα 11). Τα εν λόγω ποσοστά, επανέφεραν την εκλογική επιρροή των δύο κομμάτων στα επίπεδα που είχαν προσεγγίσει, αμέσως μετά τις Δ/Ν εκλογές του Οκτωβρίου 2006. Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι από το Μάρτιο του 2004, έως τον Ιούλιο του 2007 (40 μήνες), το χαμηλότερο ποσοστό επιρροής της ΝΔ που είχε εκτιμηθεί ήταν το 41.5% (Φεβρουάριος, Απρίλιος και Ιούνιος 2006), ενώ το αντίστοιχο του ΠΑΣΟΚ, από τον Ιανουάριο του 2005 ήταν το 38% (Ιούνιος 2005 και Ιούλιος 2006).

Προπαγάνδα και δημοσκοπήσεις στις εκλογές του 2007

Η «ψαλίδα» μεταξύ των δύο κομμάτων παρέμενε στις 4 εκατοστιαίες μονάδες (διάγραμμα 14). Αυτή η εκτίμηση της Public Issue για το επερχόμενο εκλογικό αποτέλεσμα διαφοροποιείτο ριζικά από το σύνολο των εκτιμήσεων, που εκτιμούσαν ισοδυναμία μεταξύ των δύο κομμάτων και διαφορές μικρότερες της μιας εκατοστιαίας μονάδας (πχ. ΑΛΚΟ/ALTER 0,2%, MARC/ANT1 0,4%, GPO/MEGA %).Παρόμοιες εκτιμήσεις, οι οποίες, βεβαίως, επρόκειτο πολύ σύντομα να διαψευσθούν οικτρά, είχαν γίνει αποδεκτές από το μεγαλύτερο μέρος των Μέσων Ενημέρωσης, είτε ηλεκτρονικών, είτε έντυπων(15). Σχετικά με αυτό το ζήτημα, το οποίο αποτελεί συστηματικά από το 2004 πεδίο εφαρμογής μιας καθαρά προπαγανδιστικής χρήσης των δημοσκοπήσεων, θα πρέπει να τονιστεί, ότι με μοναδική εξαίρεση την περίπτωση της κρίσης των υποκλοπών (2%, Φεβρουάριος-Απρίλιος 2006), που συνέπεσε με το μέσον του εκλογικού κύκλου, η διαφορά των δύο κομμάτων, στον εκλογικό κύκλο 2004-2007, ουδέποτε περιορίσθηκε σε ποσοστό μικρότερο των 2,5 εκατοστιαίων μονάδων. Από τον Ιούνιο του 2006 (3%), λόγω της ενεργοποίησης των κομματικών ταυτίσεων που προκάλεσαν οι Δ/Ν εκλογές, μέχρι και το Δεκέμβριο του 2006, η «ψαλίδα» ακολούθησε ανοδική πορεία προσεγγίζοντας ποσοστό 4.5% στη μέτρηση του Δεκεμβρίου. Κατά τη διάρκεια του Α’ εξαμήνου του 2007, η κρίση της εκπαίδευσης και η υπόθεση των ομολόγων, είχαν ως αποτέλεσμα τη συρρίκνωση της διαφοράς σε επίπεδα της τάξης του 3% (Μάιος 2007), εξέλιξη, ωστόσο, που αποδείχθηκε συγκυριακή και δεν είχε συνέχεια(16).
Καθ’ όλη τη διάρκεια του 2007, η διατήρηση του συσχετισμού μεταξύ των δύο κομμάτων, αν και πάντοτε σε χαμηλότερα επίπεδα από εκείνα του 2004, δεν οφείλετο μόνον στην υποχώρηση της επίδρασης και τη μερική απορρόφηση των ρωγμών, που είχαν προκαλέσει τα θέματα της τρέχουσας επικαιρότητας στην κυβερνητική εικόνα, αλλά, κυρίως, στις αδύνατες επιδόσεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Το ΠΑΣΟΚ, όχι μόνον δεν εμφάνιζε σημεία ανάκαμψης, αλλά από το Μάιο φαινόταν να ακολουθεί και πτωτική τάση: Η εκλογική επιρροή του ΠΑΣΟΚ εκτιμήθηκε τον Ιούλιο του 2007 σε 38.5%, έναντι 39% τον Ιούνιο (μηναία μείωση -0,5%) και 39.5% τον Μάιο (διάγραμμα 11). Από το 2004 έως το καλοκαίρι του 2007, η εκλογική επιρροή του ΠΑΣΟΚ προσέγγισε, στην εκτίμηση της Public Issue, το 40%, μόνον δύο φορές: το Φεβρουάριο και το Μάρτιο του 2005. Έκτοτε, και καθ’ όλη τη διάρκεια των 40 μηνών που μεσολάβησαν, δεν υπερέβη ποτέ το 39,5%.

3. Αύγουστος 2007: Η προκήρυξη των εκλογών της 16ης Σεπτεμβρίου

Οι εκλογές προκηρύχθηκαν αιφνιδιαστικά στις 16 Αυγούστου, με ανακοίνωση του κυβερνητικού εκπροσώπου Θ.Ρουσόπουλου (ΑΠΕ 2008, 310). Μόλις τρεις εβδομάδες πριν από τις πρόωρες εκλογές του Σεπτεμβρίου, η εκλογική κυριαρχία της κυβερνητικής παράταξης, αν και σχετικά αποδυναμωμένη, σε σύγκριση με το 2004 δεν έδειχνε να ανατρέπεται. Η παρατεταμένη μονοθεματική αντιπαράθεση για την υπόθεση των ομολόγων (της διαφθοράς), έδειχνε να ωφελεί την αντιπολίτευση, αντιθέτως, μάλλον έτεινε να συμπαρασύρει και αυτήν. Ούτε, όμως και η μαζική θερινή πολιτική δυσαρέσκεια, που εκδηλώθηκε με αφορμή τις πυρκαγιές του Ιουνίου-Αυγούστου, δεν φαινόταν να έχει προκαλέσει σημαντική μεταστροφή του εκλογικού σώματος. Το εκλογικό σώμα δεν είχε πειστεί ότι η αξιωματική αντιπολίτευση θα τα κατάφερνε καλύτερα από την κυβέρνηση στην αντιμετώπιση των πυρκαγιών. Αντιθέτως, ως προς την αποτελεσματικότητά τους, σχεδόν οι 7 στους 10 πολίτες (65%), θεωρούσαν τον Ιούλιο τα δύο κόμματα της διακυβέρνησης εξίσου ανεπαρκή, ενώ τον Αύγουστο το 19% εξακολουθούσε να θεωρεί το ΠΑΣΟΚ, έναντι 14% της ΝΔ, καλύτερο στη διαχείριση του προβλήματος(17). Κατά συνέπεια, δεν ήταν παράδοξο, ότι η εκλογική επιρροή τόσο της ΝΔ, όσο και του ΠΑΣΟΚ παρέμενε τον Αύγουστο, σε σύγκριση με τον Ιούλιο, αμετάβλητη (42.5%, έναντι 38.5%, διάγραμμα 11) και η «ψαλίδα», μεταξύ των δύο κομμάτων στις 4 εκατοστιαίες μονάδες υπέρ της ΝΔ.
Ωστόσο, η αθροιστική επιρροή των δύο κομμάτων Διακυβέρνησης βρισκόταν σε σαφώς χαμηλότερα επίπεδα (81%, διάγραμμα 13), από εκείνα του 2004 (85,9%). Μάλιστα, το 2007, το ποσοστό του δικομματισμού, που εμφανιζόταν μειωμένο κατά 5 εκατοστιαίες μονάδες, βρισκόταν εγγύτερα στο αντίστοιχο των εκλογών του 1996 (79,3%), όταν ο ελληνικός δικομματισμός είχε καταγράψει το χαμηλότερο ποσοστό της 25ετίας, οδηγώντας για πρώτη φορά στην πλέον πολυκομματική (5κομματική) Βουλή της Μεταπολίτευσης. Η εκτίμηση κοινοβουλευτικών εδρών, που προέκυπτε με βάση την πρόβλεψη του εκλογικού αποτελέσματος, έδιδε επίσης 5κομματική Βουλή: ΝΔ, 154 έδρες, ΠΑΣΟΚ 103, ΚΚΕ 20, ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ 14, ΛΑΟΣ 9(18).
Όπως επισημάνθηκε, η διατήρηση του συσχετισμού μεταξύ των δύο κομμάτων οφείλετο, όχι στη θετική εικόνα της κυβέρνησης, αλλά κυρίως, στις αδύνατες επιδόσεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Πράγματι, η σύγκριση των δύο βασικών πολιτικών δυνάμεων της χώρας (ΝΔ-ΠΑΣΟΚ), σε όλους τους κρίσιμους –πέραν της πρόθεσης ψήφου- δείκτες που αποτυπώνουν τις προτιμήσεις του εκλογικού σώματος (καλύτερη κυβέρνηση, καταλληλότερος πρωθυπουργός, παράσταση νίκης) φαινόταν να αποβαίνει συντριπτικά εις βάρος του ΠΑΣΟΚ. Επιπλέον, και σημαντικότερο, σε σύγκριση με την αντίστοιχη προεκλογική περίοδο του 2004, τόσο η εικόνα του κόμματος, όσο και η εικόνα του αρχηγού του ήταν σαφώς επιδεινωμένη (διαγράμματα 3-14).
Η πολιτική δυναμική, η οποία -υπό την σημαντική και διαρκή πίεση μιας σημαντικής μερίδας των Μέσων Ενημέρωσης- οδήγησε στις πρόωρες εκλογές του 2007, δεν ήταν καθόλου εναρμονισμένη με τις διαθέσεις των πολιτών και το κοινό αίσθημα. Είναι εντυπωσιακό το γεγονός, ότι τέσσερις στους δέκα ερωτηθέντες (42%) θεώρησαν «λάθος» την πρόωρη προκήρυξη των εκλογών, ενώ, παράλληλα, ένας στους δύο (51%) εξακολουθούσε ακόμη και μετά την προκήρυξη των εκλογών να τάσσεται υπέρ της κανονικής διεξαγωγής τους, το Μάρτιο του 2008(19). Επιπλέον, το ενδιαφέρον για τις εκλογές (56%) παρέμεινε σε σύγκριση με την αντίστοιχη χρονική στιγμή του 2004, σε σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα (66%, -10%). Από την άλλη πλευρά, όλοι οι δημοσκοπικοί δείκτες που αποτυπώνουν τη ρευστότητα της ψήφου (πχ. απόφαση ψήφου, βαθμός βεβαιότητας, κ.α.) δεν έδειχναν να διαφοροποιούνται σημαντικά από το 2004. Αντιθέτως, όπως υποδήλωνε σαφώς ο εξαιρετικά σημαντικός δείκτης της παράστασης νίκης, το αποτέλεσμα της επερχόμενης αναμέτρησης έδειχνε το 2007 να προεξοφλείται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, από ό,τι το 2004 (διάγραμμα 10).
Οι πυρκαγιές και η διαχείριση της κρίσης που υλοποιήθηκε ενίσχυσαν περαιτέρω τις ήδη διαμορφωμένες τάσεις. Δεν είναι καθόλου παράδοξο, ότι μικρές απώλειες τελικά δεν είχε μόνο η Κυβέρνηση, η οποία προσέγγισε, το κατώτερο όριο της εκλογικής επιρροής της τετραετίας (41.5%), αλλά και η Αντιπολίτευση. Η αντιφατική και πολωτική στάση που τήρησε το ΠΑΣΟΚ, δεν θεωρήθηκε υπεύθυνη από το εκλογικό σώμα. Για αυτόν το λόγο και από τις (μικρές) εκλογικές απώλειες που υπέστη το ΠΑΣΟΚ τον Αύγουστο, ουσιαστικά κερδισμένο υπήρξε το ΚΚΕ, του οποίου η επιρροή επανέκαμψε (περίπου 1% – διάγραμμα 12).

4. Η μετεκλογική συγκυρία: Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος: Επιδείνωση

Η δυναμική του εκλογικού αποτελέσματος της 16ης Σεπτεμβρίου καταγράφηκε στο πρώτο μετεκλογικό Βαρόμετρο της Public Issue, που πραγματοποιήθηκε στο χρονικό διάστημα 24-26/9/07(20). H σύγκριση της μετεκλογικής συγκυρίας του 2007, με την αντίστοιχη του 2004 ήταν καταλυτική. Το 2004, η βελτίωση του γενικού πολιτικού κλίματος και το αίσθημα ευφορίας του εκλογικού σώματος από το αποτέλεσμα των εκλογών υπήρξε οφθαλμοφανής και αποκαλυπτική για το μέγεθος της συντελεσθείσας πολιτικής μεταβολής. Το 2007 δεν ήταν, αν και όπως συνήθως συμβαίνει ύστερα από κάθε εκλογική αναμέτρηση, το γενικό πολιτικό κλίμα βελτιώθηκε σχετικά (+5%, διάγραμμα 1). Η δημιουργία κοινωνικών προσδοκιών είναι το ισχυρό σημείο μιας διακυβέρνησης, αλλά ταυτοχρόνως και το «αδύναμο», αν δεν ανταποκριθεί σε αυτές, ή τις διαψεύσει. Στη μετεκλογική περίοδο που διανοίχθηκε το 2007, αντίθετα με τις προηγούμενες εκλογές, το παραμένον κυβερνών κόμμα δεν φάνηκε να εξασφαλίζει σημαντική «περίοδο χάριτος». Ενώ το 2004, σχεδόν 6 στους 10 Έλληνες (56%) δήλωναν μετεκλογικά «ικανοποιημένοι από το εκλογικό αποτέλεσμα», τον Σεπτέμβριο του 2007, το αντίστοιχο ποσοστό είχε συρρικνωθεί σε 45%(21). Αντιθέτως, η πλειοψηφία των πολιτών, σε ποσοστό 53%, έναντι μόλις 36% το 2004, δηλώνει προκαταβολικά «δυσαρέσκεια». Η νίκη της ΝΔ αντιμετωπιζόταν με «ανακούφιση», μόλις από το 1/3 (32%) του εκλογικού σώματος, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό το 2004 προσέγγιζε σχεδόν το μισό εκλογικό σώμα (48%, ή ο 1 στους 2 ψηφοφόρους). Η «αδιαφορία» αναγορεύθηκε σε πλειοψηφική στάση (41%). Η οριακή κυβερνητική πλειοψηφία, που προέκυψε, δεν είχε δημιουργήσει αρνητικές εντυπώσεις στην κοινή γνώμη. Αντιθέτως, η πολυκομματική Βουλή που, άλλωστε, οι ίδιοι οι πολίτες ανέδειξαν με την ψήφο τους ετύγχανε σημαντικής κοινωνικής νομιμοποίησης. Συγκεκριμένα, 6 στους 10 ερωτηθέντες θεωρούσαν ότι η νέα Βουλή (με τα πέντε κόμματα) θα λειτουργήσει καλύτερα. Κυρίως επιδοκιμαζόταν η άνοδος της Αριστεράς, από το 72% των ερωτηθέντων, ή 7 στους 10 πολίτες, αλλά και η είσοδος του ΛΑΟΣ στη Βουλή θεωρήθηκε θετική από το 51% (δηλαδή 1 στους 2)(22).
Από την εκλογική αναμέτρηση, ο Κ.Καραμανλής εξήλθε ιδιαίτερα ενισχυμένος. Ο Πρωθυπουργός εξακολουθούσε να καταγράφεται με διακριτή διαφορά, ως ο πλέον δημοφιλής Έλληνας πολιτικός αρχηγός. Η πρωθυπουργική δημοτικότητα, από 51% πριν τις εκλογές (Βαρόμετρο Ιουλίου 2007), σημείωσε θεαματική βελτίωση (+13%) και προσέγγισε, μετεκλογικά, επίπεδα, της τάξης του 64% (χαμηλότερα πάντως από το πρωτοφανές 79% του 2004, διάγραμμα 3). Κυρίως όμως σημείωσε νέο ρεκόρ τετραετίας (2004-2007) στο δείκτη πρωθυπουργικής καταλληλότητας, με ποσοστό 57%, έναντι μόλις 23% του αντιπάλου του (διάγραμμα 5). Από την άλλη πλευρά, η δημοτικότητα του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης κ.Γ.Παπανδρέου, σε σύγκριση με την προεκλογική περίοδο, παρά την βαριά ήττα που υπέστη, σημειώνει επίσης άνοδο, μικρότερης όμως έκτασης (+6%) και καταγράφεται σήμερα σε επίπεδα της τάξης του 51%, έναντι 45% προεκλογικά. (Τρίτος σε σειρά κατάταξης, μετά τον Α.Αλαβάνο. Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι μεταξύ των πολιτικών αρχηγών, ο κ.Αλαβάνος αποδείχθηκε ο μεγάλος κερδισμένος, καταγράφοντας αύξηση δημοτικότητας +19%, σε σύγκριση με την προεκλογική περίοδο και ποσοστό-ρεκόρ 57%, το υψηλότερο που είχε καταγραφεί ποτέ κατά τη διάρκεια της θητείας του(διαγράμματα 3&4)(23).
Τα μειωμένα σε σύγκριση με το 2004 ποσοστά κυβερνητικής δημοτικότητας, που καταγράφηκαν μετά τις εκλογές του 2007, υποδήλωναν για τη νέα κυβέρνηση μια μικρότερη περίοδο χάριτος. Το 2004, η θετική γνώμη για την κυβέρνηση (η «πρώτη εντύπωση») άγγιξε το 73%, έναντι αρνητικής μόλις 11%. Το 2007, καταγράφηκε στο σαφώς χαμηλότερο, αλλά όχι ευκαταφρόνητο 57%(24). Ας σημειωθεί, για λόγους ιστορικής σύγκρισης, ότι παρόμοια ποσοστά δεν είχαν παρατηρηθεί ούτε το 2000, ούτε βεβαίως και το 1996. Στην πρώτη μετεκλογική έρευνα της VPRC το 1996, η κυβερνητική δημοτικότητα κατεγράφετο μόλις στο 18%. Αντιστοίχως, τον Ιούνιο του 2000 στην πρώτη διαθέσιμη μετεκλογική έρευνα της VPRC, στο 28% (Μαυρής 2007γ).
Μεγάλη διαφοροποίηση, σε σχέση με το 2004, παρουσίαζε και η εικόνα της Αντιπολίτευσης. Τότε, η γενική ευφορία που είχε δημιουργηθεί είχε παρασύρει ανοδικά και την εικόνα της αντιπολίτευσης (41% θετική, έναντι 26% αρνητική). Αντιθέτως, τώρα, οι αρνητικές κρίσεις (η πρώτη εντύπωση) για αυτήν καταγράφονταν στο 65%, έναντι μόλις 26% το 2004, γεγονός με σαφέστατη πολιτική σημασία(25).

Η κρίση στο ΠΑΣΟΚ

Η βαρύτατη ήττα του ΠΑΣΟΚ στην εκλογική αναμέτρηση, την οποία για (ορθολογικά) ανεξήγητους λόγους επεδίωξε, είχε ως φυσιολογικό αποτέλεσμα, να εστιασθεί το ενδιαφέρον των πολιτών και των Μέσων Ενημέρωσης, στα εσωκομματικά του τεκταινόμενα. Ωστόσο, η διερεύνηση των προοπτικών της κρίσης που ξέσπασε στο κόμμα της Αντιπολίτευσης, αποκάλυπταν μια εικόνα εσωκομματικής πόλωσης και επικίνδυνης διαίρεσης. Τα ερευνητικά δεδομένα που συνηγορούσαν σε μια παρόμοια εκτίμηση ήταν τρία:

  1. Η ευθύνη για την εκλογική ήττα που αποδίδετο, εσωκομματικά, στον Γ.Παπανδρέου, ήταν μεν σημαντική, αλλά σε καμία περίπτωση πλειοψηφική (41%).
  2. Το αίτημα για αλλαγή ηγεσίας, πλειοψηφικό στο σύνολο της κοινής γνώμης (60%), συρρικνωνόταν μεταξύ των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ σε 54%, ποσοστό που σίγουρα δεν μπορούσε να θεωρηθεί συντριπτικό, ούτε βεβαίως και ικανό να δημιουργήσει μη-αντιστρέψιμο ρεύμα.
  3. Μέσα στο μετεκλογικό 10ήμερο, η ανάδειξη της υποψηφιότητας του κ.Βενιζέλου στον σχεδόν μοναδικό και αποκλειστικό αντίπαλο πόλο του αρχηγού του ΠΑΣΟΚ, λειτουργούσε αποθαρρυντικά για άλλες πιθανές υποψηφιότητες, συντηρώντας και αναπαράγοντας, αναπόφευκτα, την ήδη τεταμένη κατάσταση(26). Η επανεκλογή του Γ.Παπανδρέου, στις 11/11/07, στη θέση του Προέδρου του κόμματος, δεν επέλυσε το πρόβλημα ούτε απεκατέστησε τη ρωγμή που είχε δημιουργηθεί. Η κρίση, επρόκειτο να εκδηλωθεί με μεγαλύτερη ένταση στο Α’ εξάμηνο του επόμενου έτους(27).

Η κατάσταση στην εκπαίδευση

Στην εκκίνηση της δεύτερης κυβερνητικής θητείας της ΝΔ, που συνέπιπτε με την έναρξη του νέου ακαδημαϊκού έτους, η κυβερνητική μεταρρύθμιση στα πανεπιστήμια βρέθηκε και πάλι αντιμέτωπη με την κοινωνική απαισιοδοξία. Ο κοινωνικός αντίκτυπος της μετεκλογικής ευφορίας, διήρκεσε μόνον ένα μήνα. Το γενικό κοινωνικό κλίμα, άρχισε με επιταχυνόμενο ρυθμό να επιδεινώνεται και πάλι, για να φθάσει στο χειρότερο σημείο του έτους, μέσα σε τρεις μόλις μήνες (Δεκέμβριος, διάγραμμα 1). Σύμφωνα με το Βαρόμετρο Οκτωβρίου της Public Issue για τον ΣΚΑΪ και την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ(28), μόνον το 1/3 των ερωτώμενων (34%) εξέφραζε αισιοδοξία, ως προς τη δυναμική και τη συνέχεια της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Αντιθέτως, σχεδόν ο 1 στους 2 ερωτώμενους (47%) εξέφραζε δυσπιστία και αμφιβολία για τη δυνατότητα της Κυβέρνησης να διασφαλίσει απρόσκοπτα τη συνέχισή της(29). Ο σχετικός δείκτης του Βαρόμετρου είχε μετρηθεί και κατά τη διάρκεια των εκπαιδευτικών κινητοποιήσεων του Ιανουαρίου-Μαρτίου 2007. Στη μέτρηση του Μαρτίου η απαισιοδοξία ως προς τη δυνατότητα επικράτησης των κυβερνητικών αλλαγών («μάλλον δεν μπορούν να προχωρήσουν») συγκέντρωνε ποσοστό 41%. Το αρνητικό κλίμα που επικρατούσε, τότε, στους χώρους της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης μπορεί εύκολα να αποδοθεί στο συγκρουσιακό χαρακτήρα που προσέλαβε η κυβερνητική πολιτική στα πανεπιστήμια και στην οξύτατη κοινωνική κινητοποίηση που αυτή προκάλεσε. Τον Οκτώβριο, όμως, το γεγονός ότι το ποσοστό της κυριαρχούσας απαισιοδοξίας, παρά τη σχετική αλλά εύθραυστη μετεκλογική ευφορία, εμφανιζόταν υψηλότερο, σε σύγκριση με το αντίστοιχο του Μαρτίου, καθίστατο περισσότερο εντυπωσιακό και, βεβαίως, προκαλούσε στους επιτελείς του κυβερνώντος κόμματος μεγαλύτερη ανησυχία.
Μπορεί το ασφαλιστικό να έτεινε να αναγορευθεί στην αιχμή των μεταρρυθμίσεων, που σκόπευε να προωθήσει η κυβέρνηση στη δεύτερη τετραετία της, ωστόσο, η συνέχιση της μεταρρύθμισης στην εκπαίδευση έκρινε και αυτή σε μεγάλο βαθμό την αξιοπιστία της. Και, όχι μόνον. Το εκλογικό αποτέλεσμα της 16ης Σεπτεμβρίου αποκάλυψε, ότι η έκβαση των κοινωνικών συγκρούσεων περί την εκπαίδευση είχε προκαλέσει ένα βαθύτατο ρήγμα στην εκλογική βάση της Νέας Δημοκρατίας και την είχε αποξενώσει από ένα σοβαρό τμήμα των νεαρότερων ηλικιακών ομάδων του πληθυσμού(30). Αυτή η εξέλιξη, εκτός από την προφανή μακροπρόθεσμη επίπτωση στην εκλογική της δυναμική είχε και άμεσες πολιτικές επιπτώσεις. Όπως προκύπτει από τα δεδομένα του Βαρόμετρου, η συνέχιση της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης προσέκρουε στην ιδιαίτερα χαμηλή κοινωνική νομιμοποίηση που φαίνεται να διαθέτει πλέον. Μάλιστα, τόσο μεταξύ των νέων 18-24 ετών, όσο και μεταξύ των περισσότερο μορφωμένων στρωμάτων του πληθυσμού (απόφοιτοι Γ’ βάθμιας), η δυσπιστία αποτελούσε την κυρίαρχη αντίληψη, σε ποσοστά που προσεγγίζουν το 64% και το 59%, αντίστοιχα (Μαυρής 2007δ) .

Οι νέοι κλυδωνισμοί του δικομματισμού

Στο μετεκλογικό τοπίο, η αβεβαιότητα για το μέλλον του κομματικού συστήματος φάνηκε να ενισχύεται για δύο λόγους: 1) Το εκλογικό αποτέλεσμα, πιστοποίησε τη σημαντική αποδυνάμωση της κοινωνικής επιρροής των δύο κομμάτων διακυβέρνησης. 2) Από την επομένη των εκλογών, η αξιωματική αντιπολίτευση, δηλαδή ο ένας εκ των δύο πόλων του δικομματισμού, είχε εισέλθει σε παρατεταμένη κρίση. Ταυτοχρόνως, η ισχνή κοινοβουλευτική πλειοψηφία που προέκυψε, ασυνήθιστη για τα μεταπολιτευτικά κοινοβουλευτικά δεδομένα, έθεσε στην ημερήσια διάταξη και το ζήτημα της αναθεώρησης του εκλογικού νόμου. Ωστόσο, η πρόθεση της κυβέρνησης να αναθεωρήσει τον εκλογικό νόμο, με στόχο την αποκατάσταση της χαμένης ισχύος του πρώτου κόμματος, έπρεπε να αντιμετωπίσει μια νέα ιδεολογική πλειοψηφία που έτεινε να δημιουργηθεί, με έντονα πολυκομματικές «διαθέσεις».
Μετεκλογικά, η πλειοψηφική μερίδα της κοινής γνώμης, τάσσετο υπέρ μιας αντιπροσωπευτικότερης και αναλογικότερης λειτουργίας του εκλογικού νόμου. Συγκεκριμένα:

  1. Το 55% των πολιτών υποστήριζε ότι χρειαζόμαστε ένα εκλογικό σύστημα που κυρίως θα πρέπει «να ενισχύει τα μικρότερα κόμματα» και όχι τόσο «να εξασφαλίζει σταθερές κυβερνήσεις»(31). Με αυτήν την τελευταία άποψη συντασσόταν μόνον το 35%, δηλαδή λίγο παραπάνω από το 1/3 του εκλογικού σώματος, ενώ ακόμη εντυπωσιακότερο και πρωτοφανές ήταν το γεγονός ότι οι ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ έτειναν να «απαρνούνται» πλέον τον κυβερνητισμό και να τάσσονται επίσης πλειοψηφικά υπέρ της αντιπροσωπευτικότερης λειτουργίας του εκλογικού συστήματος(32). Ακόμη και στο εσωτερικό του κυβερνώντος κόμματος, η προτίμηση στην κυβερνητική σταθερότητα, συγκέντρωνε ποσοστό που δεν υπερέβαινε τα 2/3 (65%).
  2. Σχεδόν οι 4 στους 10 (37%) πολίτες θεωρούσαν τα «5» κόμματα, ως τον ιδανικό αριθμό κομμάτων, που πρέπει να υπάρχουν στη Βουλή, ενώ, ταυτοχρόνως, σχεδόν ο 1 στους 5 πολίτες (21%) τάσσετο ανοικτά υπέρ ενός αμιγώς πολυκομματικού συστήματος, με έξι, ή και περισσότερα κόμματα.
  3. Όπως είναι φυσικό, οι πολυκομματικές διαθέσεις του εκλογικού σώματος είχαν την αντανάκλασή τους και στις κοινωνικές στάσεις, απέναντι στη μορφή της μελλοντικής διακυβέρνησης. Η στάση υπέρ των (πολυκομματικών) κυβερνήσεων συνεργασίας συγκέντρωνε την προτίμηση του 54%, έναντι μόνον 41% των πολιτών, που έδειχναν να προτιμούν τις αυτοδύναμες-μονοκομματικές(33).

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο ελληνικός δικομματισμός έδειχνε να κλυδωνίζεται (Μαυρής 2004). Στα μέσα της δεκαετίας του ’90, συνέβη το ίδιο και η Βουλή του 1996 υπήρξε επίσης 5κομματική. Όμως, με απαρχή τη διαδοχή ηγεσίας στα δύο μεγάλα κόμματα (Σημίτης, 1996 και Καραμανλής 1997), ξεκίνησε μια διαδικασία επανασταθεροποίησης της κοινωνικής του επιρροής και απορρόφησης των κραδασμών, που είχε επιφέρει η δημιουργία του ΔΗΚΚΙ και της ΠΟΛΑΝ στο ΠΑΣΟΚ και στη ΝΔ αντίστοιχα. Αυτή η πρόσφατη ελληνική ιστορική εμπειρία είναι ιδιαίτερα χρήσιμη. Δείχνει ότι οι τάσεις αποδόμησης/μετασχηματισμού των κομματικών συστημάτων δεν κρίνονται συγκυριακά (εκτός ίσως από συγκυρίες σημαντικών εθνικών κρίσεων), αλλά μακροπρόθεσμα. Επομένως, την επαύριον των εκλογών του 2007, δεν ήταν και πάλι σαφές ποια τάση θα κυριαρχήσει.
Η φάση της πολιτικής σκηνής που ξεκίνησε με τη δεύτερη εκλογική επικράτηση της Νέας Δημοκρατίας, ανέδειξε στην επιφάνεια μια περισσότερο αργόσυρτη τάση, που χαρακτηρίζει το ύστερο μεταπολιτευτικό κομματικό σύστημα(34). Αν και το φαινόμενο τείνει, ως ένα βαθμό, να διογκώνεται τεχνητά από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης είναι, εντούτοις, υπαρκτό: η απαρέσκεια για τα κόμματα της διακυβέρνησης αποτελεί πλέον ένα διευρυμένο και διάχυτο ρεύμα της κοινής γνώμης. Μια σημαντική και διαρκώς διευρυνόμενη μερίδα της, που αντιπροσώπευε, μετά τις εκλογές του 2007, σχεδόν το ½ του εκλογικού σώματος (43%) έδειχνε να συνειδητοποιεί την αδυναμία των μεταπολιτευτικών κομμάτων εξουσίας να ασκήσουν τη διακυβέρνηση (διάγραμμα 15). Με την εξαίρεση ίσως της εξωτερικής πολιτικής, σε όλους τους βασικούς τομείς της διακυβέρνησης που περιλαμβάνονται στις πρώτες θέσεις των κοινωνικών προτεραιοτήτων: διαχείριση της ανεργίας, της παιδείας, της κοινωνικής ασφάλισης, του ελέγχου των τιμών, της λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης, της δημόσιας τάξης, του περιβάλλοντος, κ.α., η κοινή γνώμη είχε κάνει αποδεκτό, ότι καμιά κυβέρνηση, δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τα προβλήματα (πίνακας).
Αυτές οι διαπιστώσεις, που αποτελούν τον κοινό τόπο στις περισσότερες έρευνες κοινής γνώμης δεν νομιμοποιούν, βεβαίως, την απερίσκεπτη εκμετάλλευση, ή τις αυθαίρετες (και σκόπιμες) ερμηνείες που αποδίδονται στο φαινόμενο. Η αποδοκιμασία των δύο μεγάλων κομμάτων δεν συνιστά απειλή για τη θεσμική θέση των πολιτικών κομμάτων στο σύνολό τους, ή απόρριψή τους, ως αντιπροσωπευτικών θεσμών, προς όφελος πχ. ενός αντικοινοβουλευτικού ρεύματος. Εκφράζει, όμως, την κοινωνική δυσαρέσκεια προς την εμφανιζόμενη –διαχρονικά- παράλυση της διακυβέρνησης και τα κόμματα που τη διαχειρίστηκαν. Η κοινωνική δυσαρέσκεια από την πολιτική και η προϊούσα αποξένωση από αυτήν, η αύξηση της αποχής, ή τα φαινόμενα κοινωνικής «ανυπακοής», που πληθαίνουν ταχύτατα τα τελευταία χρόνια, εμπεριέχουν, ως ουσιαστική πλευρά τους, αυτήν ακριβώς τη διάβρωση της κοινωνικής ισχύος και την αμφισβήτηση των συγκεκριμένων κομματικών μορφών.
Για ιστορικούς λόγους, τα ελληνικά μεταπολιτευτικά πολιτικά κόμματα της διακυβέρνησης, διέγραψαν συμπυκνωμένα -μέσα σε τριάντα χρόνια- τον κύκλο ανάπτυξής τους, χωρίς να κατορθώσουν να εδραιωθούν ως αδιαμφισβήτητοι πολιτικοί και κοινωνικοί θεσμοί (Μαυρής 2004). Ήδη από τη δεκαετία του ’90, βρέθηκαν αντιμέτωπα με την αντίστροφη (μακροχρόνια) τάση, παρακμής και απαξίωσής τους. Από τότε τέθηκε και το δίλημμα της αυτομεταρρύθμισης και της «βαθειάς τομής» στη φυσιογνωμία και τη λειτουργία τους, ή της περαιτέρω πολιτικής και εκλογικής τους απίσχνασης. Η συντεταγμένη και σχεδόν παράλληλη διαδοχή ηγεσιών, που συντελέσθηκε στα μέσα εκείνης της δεκαετίας (ΠΑΣΟΚ 1996, ΝΔ 1997), μπορεί να αναχαίτισε τους πρώτους κλυδωνισμούς του ελληνικού δικομματισμού και να απορρόφησε τη διαδικασία διάσπασης της κοινωνικής τους βάσης (ΔΗΚΚΙ, ΠΟΛΑΝ), ωστόσο, δεν απάντησε στις «προκλήσεις» της εποχής.
Οι «αντιδικομματικές» διαθέσεις της κοινής γνώμης δεν μπορεί να αποδοθούν αποκλειστικά σε οικονομικές αιτίες. Η πολιτική δυσαρέσκεια δεν αποτελεί γραμμική μετεξέλιξης της οικονομικής κατάστασης των πολιτών. Αν και εκδηλώνεται εντονότερα εκεί, δεν αφορά μόνον στους «από κάτω», δηλαδή στα στρώματα που πλήττει η φιλελεύθερη αναδιάρθρωση της οικονομίας και η παγκοσμιοποίηση, πχ. τους ανέργους, τους μισθωτούς του ιδιωτικού και του δημοσίου τομέα. Επεκτείνεται και σε προνομιούχα εργοδοτικά, ή «μεσαία» αυτοαπασχολούμενα στρώματα. Η αποδοκιμασία του δικομματισμού αφορά τα πλέον δυναμικά τμήματα της κοινής γνώμης: τη νεολαία 18-24 ετών (58%), τις περισσότερο παραγωγικές ηλικίες 25-44 ετών (49% και 54% αντιστοίχως), τους αποφοίτους της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (48%), τους κατοίκους των αστικών κέντρων, ιδίως του Πολεοδομικού Συγκροτήματος της Πρωτεύουσας και της Θεσσαλονίκης (50%). Το αντίπαλο στρατόπεδο της «αποδοχής», ή της «ανοχής» απέναντι στα κόμματα διακυβέρνησης αποτελούν κυρίως τα οικονομικώς μη-ενεργά τμήματα του πληθυσμού, πχ. συνταξιούχοι-νοικοκυρές, σε μεγάλο βαθμό κοινωνικά περιθωριοποιημένα και ανασφαλή, καθώς και τα στρώματα της υπαίθρου, η εκλογική και πολιτική συμπεριφορά της οποίας είναι κατά παράδοση περισσότερο συντηρητική και ακολουθεί με υστέρηση τις πολιτικές και ιδεολογικές εξελίξεις. Από την άλλη πλευρά, η πολιτική δυσαρέσκεια από τα κόμματα της διακυβέρνησης δεν εκφράζεται μόνον από τα περισσότερο καταπιεσμένα –πολιτικά και κοινωνικά- στρώματα, αλλά αρκετές φορές και από στρώματα που θεωρούνται «εξασφαλισμένα». Ίσως, γιατί σε αυτά η πολιτική έκφραση είναι ευκολότερη, πχ. νεολαία, περισσότερο μορφωμένα και πληροφορημένα στρώματα (διάγραμμα 16Α, 16Β & 16Γ).
Μετά τις εκλογές του 2007, έγινε φανερό ότι για τα δύο κόμματα της διακυβέρνησης, ότι ένας νέος κύκλος αβεβαιοτήτων είχε ανοίξει(35). Η μαζική και διάχυτη κρίση εκπροσώπησης, η οποία διαπιστώθηκε ποικιλότροπα, φάνηκε να πλήττει πρωτευόντως το ΠΑΣΟΚ, λόγω της δεύτερης εκλογικής του ήττας, αλλά αφορούσε σαφώς και τη Νέα Δημοκρατία. Η τάση κοινωνικής εδραίωσης του ΛΑΟΣ υπήρξε μια σαφής ένδειξη για αυτό.

Η καθοριστική επίδραση της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης

Η συμπλήρωση του πρώτου τριμήνου της δεύτερης κυβερνητικής θητείας της ΝΔ επιβεβαίωσε τη ριζικά νέα φάση, στην οποία είχε εισέλθει μετά τις εκλογές του 2007, η πολιτική σκηνή της χώρας. Η σύγκρουση για το ασφαλιστικό αποδείχθηκε ιδιαίτερα σημαντική, ενώ η κοινωνική της βαρύτητα ιδιαίτερα διευρυμένη. Η απεργία της 12ης Δεκεμβρίου αποτέλεσε την πρώτη ένδειξη για αυτό(36). Με βάση το Βαρόμετρο Δεκεμβρίου της Public Issue(37), υπολογίσθηκε ότι το συνολικό ποσοστό συμμετοχής στην απεργία (πολλαπλάσιο από το αντίστοιχο της συμμετοχής στις συγκεντρώσεις) προσέγγισε το 30% του εκλογικού σώματος, ποσοστό που, πιθανότατα, αντιστοιχούσε σε περισσότερα από 2.500.000 άτομα· αριθμός, ιδιαίτερα σημαντικός, αν συνυπολογισθεί το γεγονός, ότι με βάση τις έρευνες κοινής γνώμης, το ποσοστό εν γένει συνδικαλιστικής συμμετοχής στην Ελλάδα κυμαίνεται τα τελευταία χρόνια περί το 20% (EC 2006:25 και EC 2008:74). Η προοπτική έντασης των κοινωνικών συγκρούσεων αποτυπώθηκε έκδηλα στο σχετικό δείκτη (διάγραμμα 2).
Η νέα πολιτική συγκυρία προδιαγραφόταν ιδιαιτέρως αρνητική. Οι δείκτες αποτίμησης του γενικού πολιτικού κλίματος, της εικόνας της κυβέρνησης (και της αντιπολίτευσης), καθώς και του Πρωθυπουργού, φαινόταν να σημειώνουν αρνητικά ρεκόρ δεκαετίας:

  1. Η επιδείνωση του γενικού πολιτικού κλίματος υπήρξε ραγδαία και συνεχίσθηκε αδιάλλειπτα, από την επαύριον των εκλογών. Ο σχετικός δείκτης αποτυπώνει έκδηλα αυτήν την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Οι απαισιόδοξες εκτιμήσεις για την κατεύθυνση της χώρας αυξήθηκαν σχεδόν γραμμικά, από 50% στο τέλος Σεπτεμβρίου, σε 69% το Δεκέμβριο (+19%, διάγραμμα 1). Με βάση, δηλαδή, την πρώτη μετεκλογική μέτρηση του Βαρόμετρου (9/07), η διάχυτη κοινωνική απαισιοδοξία αυξήθηκε συνολικά, μέσα σε 3 μόλις μήνες, κατά 19 εκατοστιαίες μονάδες (αύξηση 38%, σε σύγκριση με τον Σεπτέμβριο). Αυτά τα επίπεδα της διάχυτης πολιτικής και κοινωνικής δυσαρέσκειας ήταν υψηλότερα, όχι μόνον από τα αντίστοιχα που είχαν εκδηλωθεί το προηγούμενο καλοκαίρι, λόγω της κρίσης των πυρκαγιών (67%, διάγραμμα 1), στοιχείο ενδεικτικό και από μόνο του, ή τα υψηλότερα του εκλογικού κύκλου 2004-2007, αλλά και τα υψηλότερα ολόκληρης της δεκαετίας.
  2. Στα τέλη του έτους, η πρωθυπουργική δημοτικότητα είχε πληγεί σημαντικά, χωρίς, ωστόσο, να ωφελείται από αυτό η παγιωμένη εικόνα του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Με βάση το σχετικό δείκτη (διάγραμμα 3), οι θετικές κρίσεις για τον Πρωθυπουργό είχαν υποχωρήσει, ακόμη και σε σύγκριση με την περίοδο των πυρκαγιών. Καταγράφηκαν στο 52%, (μηνιαία μεταβολή, -9%), ενώ οι αντίστοιχες του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης στο 49% (-2%). Ως προς τον τελευταίο, θα πρέπει να σημειωθεί, ότι με βάση τα στοιχεία του Βαρόμετρου της Public Issue, δεν προέκυπτε εικόνα «αποδόμησης», με υψηλά αρνητικά ισοζύγια δημοτικότητας, όπως εκείνα που καταγράφονταν το ίδιο χρονικό διάστημα σε άλλες δημοσκοπήσεις. Αντιθέτως, ο επανεκλεγείς Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, έδειχνε να συγκρατεί τα (παγιωμένα σε χαμηλά επίπεδα) ποσοστά κοινωνικής του απήχησης (διάγραμμα 3).
  3. Αντίστοιχα σημαντική και γραμμική υποχώρηση κατέγραψε και ο δείκτης πρωθυπουργικής ικανότητας (διάγραμμα 5). Το μερίδιο προτίμησης για τον Πρωθυπουργό, υποχωρούσε συνεχώς από το Σεπτέμβριο και σημειώνοντας αθροιστικά απώλειες 14%, προσγειώθηκε το Δεκέμβριο στο 43%. Ποσοστό, που απείχε ελάχιστα από το ιστορικό κατώτατο της θητείας του (42%). Ωστόσο, και σε αυτό το πεδίο συγκριτικής αξιολόγησης, ο Γ.Παπανδρέου, δεν έδειξε να ωφελείται, επιδεικνύοντας σημεία καθήλωσης (27%, έναντι 26% το Νοέμβριο). Αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης ήταν, η κοινωνική αποδοκιμασία των δύο αρχηγών να συνεχίζει από τον Οκτώβριο να κατευθύνεται στην απορριπτική στάση («κανένας από τους δύο», διάγραμμα 5). Παράλληλα, και η αξιολόγηση των δύο κομμάτων διακυβέρνησης σημείωνε σημαντική κάμψη, ενώ, αντιστρόφως, σε σύγκριση με την προεκλογική περίοδο, άλμα σημείωνε η «αντιδικομματική» στάση (διαγράμματα 8 & 13).
  4. Η πρώτη μετεκλογική εκτίμηση της πρόθεσης ψήφου, που δόθηκε από την Public Issue στη δημοσιότητα (διαγράμματα 11 & 12), κατέγραψε, σε σύγκριση με τις εκλογές του Οκτωβρίου, απώλειες για τη ΝΔ, της τάξης της 1 εκατοστιαίας μονάδας (η επιρροή της είχε υπολογισθεί σε 41%), και αντίστοιχα κέρδη για το ΣΥΡΙΖΑ, η επιρροή του οποίου εκτιμάτο, το Δεκέμβριο του 2007, σε 6%. Το γεγονός αυτό, βεβαίως, δεν ήταν άσχετο με τη σημαντική ενίσχυση της δημοτικότητας του απερχόμενου (πλέον) Προέδρου του, του κ.Αλαβάνου, ο οποίος στη μέτρηση του Δεκεμβρίου αναδείχθηκε στον πλέον δημοφιλή πολιτικό αρχηγό (54% θετικές κρίσεις, +9%, διάγραμμα 4).

Η εκλογική επιρροή του ΠΑΣΟΚ (38%) δεν έδειξε να υποχωρεί, όπως κατέγραφαν άλλες μετρήσεις, αλλά φάνηκε να συγκρατείται στα επίπεδα των πρόσφατων εκλογών. Το γεγονός αυτό σήμαινε, ενδεχομένως, ότι μετά τον εσωκομματικό «τραυματισμό» που προηγήθηκε της προεδρικής εκλογής, παρέμενε στα ίδια επίπεδα συσπείρωσης. Η επιρροή των υπολοίπων σχηματισμών έδειχνε και αυτή να παραμένει αμετάβλητη (ΚΚΕ 8%, ΛΑΟΣ 4%, Λοιπά 3% – διάγραμμα 12).
Με βάση την εκτίμηση του Δεκεμβρίου, σχετικά με την εκλογική επιρροή των κομμάτων, το προβάδισμα της ΝΔ από το ΠΑΣΟΚ είχε υποχωρήσει, αλλά έδειχνε να συγκρατείται σε επίπεδα του 3%, λόγω κυρίως της αδυναμίας της αντιπολίτευσης να επωφεληθεί από την κοινωνική αποδοκιμασία της κυβερνητικής πολιτικής. Ωστόσο, με βάση τον εκλογικό νόμο Σκανδαλίδη (Ν.3231/2004), με τον οποίο ήταν δεδομένο ότι θα πραγματοποιηθούν και οι επόμενες εκλογές, το συγκεκριμένο ποσοστό επιρροής (41%) δεν εξασφάλιζε κοινοβουλευτική αυτοδυναμία, καθότι αντιστοιχούσε μόνον σε 150 έδρες (Μαυρής & Συμεωνίδης 2007).
Οι αλλαγές στην εκπαίδευση, που προωθήθηκαν από την κυβέρνηση, κατά το 2007, είχαν ως αποτέλεσμα την κοινωνική αποξένωση της Νέας Δημοκρατίας από τις νεότερες ηλικιακές ομάδες του εκλογικού σώματος, τάση που αποτυπώθηκε έκδηλα στην φυσιογνωσία της πρόσφατης εκλογικής της κοινωνιολογίας. Η Δεκεμβριανή σύγκρουση για το ασφαλιστικό, με τη ζοφερή προοπτική της τρίτης ηλικίας που εισήγαγε, φάνηκε να οδηγεί σε κοινωνική κινητοποίηση τις μεσαίες ηλικίες (45-54 και 55-64 ετών), κάτι που πιστοποιήθηκε και στην κοινωνική σύνθεση της απεργίας της 12ης Δεκεμβρίου. Το γεγονός αυτό ενέγραψε το ενδεχόμενο αποξένωσης της κυβερνητικής παράταξης και σε αυτά τα στρώματα. Προοπτική, που εκείνη τη στιγμή δεν ορατό πως θα αντιμετωπιστεί, ή πως θα αντισταθμιστεί.

Τα διαγράμματα του κειμένου:

Υποσημειώσεις:

(1) Αναλυτικότερα για αυτό το θέμα, βλέπε στον παρόντα τόμο, τρίτο μέρος: Ιανουάριος και Φεβρουάριος.
(2) Τα σημαντικότερα πανεκπαιδευτικά συλλαλητήρια πραγματοποιήθηκαν στις 3/11/06, στις 17/1/09, στις 8/2/09, στις 15/2/09, στις 22/2/07 και στις 8/3/07. Για την περιοδολόγηση αυτών των γεγονότων, βλέπε ΓΓΕ-ΓΓΕ 2008, ΑΠΕ 2008 και Αρχείο Κοινωνικών Αγώνων 2008.
(3) Βλέπε σχετικά με την πολιτική σκηνή του 2006, Γ.Μαυρής: «Οι τάσεις του εκλογικού σώματος κατά το 2006», στο Μαυρής (2006).
(4) Οι δείκτες κομματικής δημοτικότητας, κατ’ αντιστοιχία της δημοτικότητας των πολιτικών αρχηγών, καθιερώθηκαν από την Public Issue, στην έρευνα του Πολιτικού Βαρόμετρου, το 2005 (μέτρηση Μαίου). Αποτυπώνουν εμπειρικά τη γενικότερη εικόνα των πολιτικών κομμάτων και δεν αναφέρονται στην εκλογική-κοινωνική τους απήχηση (πρόθεση ψήφου). Οι διακυμάνσεις του εν λόγω δείκτη υποδεικνύουν την επίδραση της εκάστοτε πολιτικής συγκυρίας σε αυτήν. Επίσης, οι δημοτικότητες των πολιτικών κομμάτων αποτελούν δείκτη γενικού πολιτικού κλίματος. Επηρεάζονται ευθέως από αυτό και αρκετές φορές συμπαρασύρονται όλες, στην ίδια (θετική, ή αρνητική) κατεύθυνση.
(5) Αναλυτικότερα, βλέπε στον παρόντα τόμο: τρίτο μέρος, Μάρτιος.
(6) Αναλυτικότερα, για την υπόθεση των ομολόγων, βλέπε στον παρόντα τόμο: τρίτο μέρος, Απρίλιος, Μάιος και Ιούνιος. Επίσης, ΓΓΓ 2008, σ.84 κ.ε. και ΑΠΕ 2008, σ.157 κ.ε.
(7) Αναλυτικότερα, για την περιβαλλοντική κρίση, βλέπε στον παρόντα τόμο: τρίτο μέρος, Ιούλιος και Αύγουστος.
(8) Βλέπε όπ. υποσημ.6.
(9) Σχετικά με την κρίση των υποκλοπών, βλέπε Μαυρής 2006
(10) Βλέπε όπ. υποσημ.6.
(11) Βλέπε σχετικά στον παρόντα τόμο: τρίτο μέρος, Αύγουστος και http://www.publicissue.gr/32/electoral-barometer-1st-wave-august-2007/.
(12) Ο Θ.Χατζηπαντελής (2008) , έδειξε ότι η αντίθεση μεγάλων-μικρών κομμάτων αποτέλεσε τον κυρίαρχο άξονα του εκλογικού ανταγωνισμού στις εκλογές του 2007, επισκιάζοντας την αντίθεση Αριστερά-Δεξιά.
(13) Ιδρύθηκε τον Μάρτιο του 2007 (ΑΠΕ 2008, 158).
(14) Σχετικά, http://www.publicissue.gr/30/barometer-2007-july/.
(15) Η εφημερίδα το ΒΗΜΑ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ, στις 24/6/2007, δηλαδή μόλις 3 μήνες πριν από τις εκλογές δημοσίευσε μια εξαιρετικά αποκαλυπτική συγκριτική παρουσίαση των δημοσκοπήσεων, με τον εύγλωττο τίτλο: «7 εταιρείες, 7 αποτελέσματα». Ο συντάκτης της εφημερίδας, Γρ.Τζιοβάρας (2007) σημείωνε: «… στις τέσσερις από τις επτά έρευνες η προσεχής εκλογική αναμέτρηση προδικάζεται ως «ντέρμπι», αφού το προβάδισμα της ΝΔ (από 02% ως 1%) θεωρείται μικρό και αντιστρέψιμο. Σε άλλες δύο δημοσκοπήσεις, εξάλλου, που είναι μεγαλύτερη η απόσταση (2,2% και 2,3%), οι ίδιες εταιρείες διαπιστώνουν «κλείσιμο της ψαλίδας» σε σχέση με δικές τους προηγούμενες έρευνες όπως και διπλάσια κέρδη του ΠΑΣΟΚ στις αμφίδρομες μετακινήσεις παλαιότερων ψηφοφόρων από και προς το κυβερνών κόμμα. Αντιθέτως, η VPRC,η οποία ακολουθεί διαφορετική μεθοδολογία και παγίως δημοσιεύει εκτίμηση αποτελέσματος, διέγνωσε ανάκαμψη της ΝΔ και αύξηση (από 3,5% σε 4%) της διαφοράς από την αξιωματική αντιπολίτευση. Με την έπαρση ότι προέβλεψαν εγκύρως το αποτέλεσμα του 2004, οι ιθύνοντες της εν λόγω εταιρείας επιμένουν στην πρόβλεψη για άνετη επικράτηση της ΝΔ, δίνοντάς της ποσοστά μεγαλύτερα ακόμη και από αυτά που προέκυψαν από τις δικές τους αναλύσεις επί των πραγματικών αποτελεσμάτων των περυσινών νομαρχιακών εκλογών». Η συγκεκριμένη σελίδα μπορεί να αναζητηθεί στο: http://www.publicissue.gr/wp-content/uploads/2008/11/7_polls_tovima_total_cover.pdf.
(16) Για το ζήτημα της δημοσκοπικής προπαγάνδας πριν από τις εκλογές του 2007, βλέπε: «Η πολιτική αντιπαράθεση για τις Δημοσκοπήσεις στις εκλογές του 2007» (http://www.mavris.gr/916/polls-2007-attack/). // Επίσης, ΓΓΕ 2008, ΑΠΕ 2008.
(17) Βλέπε αναλυτικότερα στον παρόντα τόμο, μέρος τρίτο: Ιούλιος και Αύγουστος.
(18) Βλέπε σχετικά, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, «Ο δικομματισμός αποδυναμώνεται», 26/08/2007 και http://www.publicissue.gr/545/dualism-2007/.
(19) Σχετικά με αυτό το ζήτημα, βλέπε αναλυτικότερα στον παρόντα τόμο, μέρος τρίτο: Αύγουστος.
(20) Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ (30/09/2007) με τίτλο: “Μικρή περίοδος χάριτος στη νέα κυβέρνηση” (http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_politics_1_30/09/2007_243454 και http://www.publicissue.gr/35/barometer-2007-september/.
(21) Βλέπε σχετικά, στον παρόντα τόμο, μέρος τρίτο: Σεπτέμβριος
(22) Όπ. παρ. υποσημ.21.
(23) Όπ. παρ. υποσημ.21, δημοτικότητα πολιτικών αρχηγών.
(24)
Όπ. παρ.
(25)
Όπ. παρ.
(26)
Η Public Issue παρακολούθησε συστηματικά στα πλαίσια του Βαρόμετρου, τις εσωκομματικές εξελίξεις στο ΠΑΣΟΚ, που ακολούθησαν τη 2η εκλογική ήττα του κόμματος. Βλέπε αναλυτικά, σχετικά με αυτό το ζήτημα, στον παρόντα τόμο: τρίτο μέρος, Σεπτέμβριος, κρίση στο ΠΑΣΟΚ, Οκτώβριος και Νοέμβριος, εκλογή Προέδρου στο ΠΑΣΟΚ.
(27)
Στην διαδικασία της προεδρικής εκλογής ψήφισαν 769.156 φίλοι και μέλη του ΠΑΣΟΚ. Ο Γ.Παπανδρέου επανεξελέγη με ποσοστό 55,9% (427.021 ψήφους), έναντι 38,2% (291.593 ψήφους) του Ε.Βενιζέλου και 5,7% (43.848 ψήφους) του Σκανδαλίδη. Βλέπε σχετικά: http://www.pasok.gr/portal/ resource/timeLineEvent/id/f1232d20-e758-44ea-9ee1-1c1e22c04b30. Επίσης, ΓΓΕ 2008, 417-418 και ΑΠΕ 2009, 55-56, όπου αναφέρεται (πιθανότατα) εσφαλμένος αριθμός ψηφισάντων 854.000. Για μια θεωρητική κριτική της διαδικασίας, Ελευθερίου 2008.
(28)
Πραγματοποιήθηκε στο χρονικό διάστημα 8-10/10/2007. Βλέπε σχετικά: http://www.publicissue.gr/ 36/barometer-2007-october/ .
(29)
Βλέπε σχετικά, στον παρόντα τόμο, μέρος τρίτο: Οκτώβριος, ΙΙΙ. Πανεπιστήμια.
(30)
Στην ηλικιακή ομάδα 18-24 ετών, η ΝΔ έλαβε μόλις 35%. Πρόκειται για τη μόνη ηλικιακή ομάδα, στην οποία απώλεσε το προβάδισμα από το ΠΑΣΟΚ. Βλέπε σχετικά στο δεύτερο μέρος του παρόντος τόμου: Γ.Μαυρή, «Οι βουλευτικές εκλογές της 16ης Σεπτεμβρίου 2007», 4. Η κοινωνιολογία των κομμάτων και πίνακα 3.
(31)
Στο http://www.publicissue.gr/36/barometer-2007-october/#system.
(32)
Όπ. παρ.
(33)
Όπ. παρ.
(34)
Τάση αυτή αναδείχθηκε περισσότερο ευδιάκριτα στο κύμα Νοεμβρίου του Βαρόμετρου, που πραγματοποιήθηκε στο χρονικό διάστημα 5-7/11/07. Σχετικά: http://www.publicissue.gr/37/barometer-2007-november/.
(35)
Η εποχή της ελληνικής «Μεταδημοκρατίας» είχε ξεκινήσει. Ο ορισμός της έννοιας έχει διατυπωθεί από τον καθηγητή πολιτικών και κοινωνικών επιστημών στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο, Colin Crouch. Βλέπε σχετικά, Κόλιν Κράουτς (2006).
(36)
Σχετικά με την 24ωρη απεργία της 12ης Δεκεμβρίου, που διοργανώθηκε από τη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ για το ασφαλιστικό, βλέπε ΑΠΕ 2009, 84-85 και ΓΓΕ 2008, 462. Επίσης, στον παρόντα τόμο, μέρος τρίτο: Δεκέμβριος.
(37)
Πραγματοποιήθηκε στο χρονικό διάστημα 04-07/12/2007. Σχετικά, http://www.publicissue.gr/39/ barometer-2007-december/.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, Κ.Διγκαβές, Μ.Διγκαβές (2008), Ελληνικό και Διεθνές Αλμανάκ 2008, εκδ.: ΑΠΕ, Αθήνα.
  • Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, Κ.Διγκαβές, Μ.Διγκαβές (2009), Ελληνικό και Διεθνές Αλμανάκ 2009, εκδ.: ΑΠΕ, Αθήνα.
  • Αρχείο Κοινωνικών Αγώνων-Αναρχική Αρχειοθήκη (2008), Οδοφράγματα στις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις. Φοιτητικές κινητοποιήσεις 2006-2007, εκδ: Αρχείο Κοινωνικών Αγώνων-Αναρχική Αρχειοθήκη, Αθήνα.
  • Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας-Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης (2008), 2007. Πολιτικά γεγονότα, εκδ.: ΓΓΕ-ΓΓΕ.
  • Ελευθερίου Κώστας (2008), «Συμμετοχική Δημοκρατία χωρίς μέλη: ο οργανωτικός μετασχηματισμός του ΠΑΣΟΚ την περίοδο 2004-2008», εισήγηση στο συνέδριο «Σύγχρονη Ελληνική Πολιτική», Πάντειο Πανεπιστήμιο,4-5/12/2008.Στο:http://indy.gr/library/symmeto3c7ik-dimokratia-3c7oris-meli-o-organotikos-metas3c7imatismos-toy-pasok-tin-periodo-2004-2008.
  • European Commission (2006), Industrial Relations in Europe 2006, Directorate-General for Employment, Social Affairs and Equal Opportunities, Unit F.1.
  • European Commission (2008), Industrial Relations in Europe 2008, Directorate-General for Employment, Social Affairs and Equal Opportunities, Unit F.1.
  • ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (2007), Εκλογές 2007, ειδική έκδοση, Τρίτη 18/9/07.
  • Κράουτς Κόλιν (2006), Μεταδημοκρατία, εκδ.: Εκκρεμές, Αθήνα.
  • Μαυρής (2004), «Κομματικό σύστημα και εκλογικός ανταγωνισμός στην Ελλάδα. Ο ελληνικός δικομματισμός στη δεκαετία 1994-2004». στο Βερναρδάκης Χριστόφορος, Ηλίας Γεωργαντάς, Διονύσης Γράβαρης & Δημήτρης Κοτρόγιαννος (επιμ.): Τριάντα Χρόνια Δημοκρατία: Το Πολιτικό Σύστημα της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας 1974 – 2004, τόμος Α’, τμήμα Πολιτικής Επιστήμης Πανεπιστημίου Κρήτης, εκδ.: Κριτική, Αθήνα 2004, σελ.118-153.
  • Γ.Μαυρής (2006), «Οι τάσεις του εκλογικού σώματος κατά το 2006». στο Μαυρής Γιάννης (επιμ.): Βαρόμετρο 2006. Οι έρευνες κοινής γνώμης της Public Issue, εκδ.: Public Issue, Αθήνα 2006.
  • Μαυρής Γιάννης (2007α), Η δυσαρέσκεια από την Κυβέρνηση εντείνεται. Η διαφορά παραμένει. Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ (15/04/2007) με τίτλο: “Παρά τη δυσαρέσκεια η διαφορά παραμένει μεταξύ ΝΔ – ΠΑΣΟΚ”. http://www.publicissue.gr/551/.
  • Μαυρής Γιάννης (2007β), «Η κοινωνική δυσαρέσκεια εντείνεται, η διαφορά παραμένει», Δημοσιεύθηκε στην ειδική έκδοση του ΣΚΑΪ, στην εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ (22/07/2007), http://www.publicissue.gr/ 546/.
  • Μαυρής Γιάννης (2007γ), «Μικρή περίοδος χάριτος στη νέα κυβέρνηση», Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ (30/09/2007), http://www.mavris.gr/ 52/gloomy-post-electoral-landscape-for-government-and-opposition/
  • Μαυρής Γιάννης (2007δ), “Απαισιοδοξία για τη μεταρρύθμιση στα ΑΕΙ”, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ (14/10/2007), http://www.publicissue.gr/ 55/barometer-october-2007-analysis./
  • Μαυρής Γιάννης (2007ε), «Πως φθάσαμε στο εκλογικό αποτέλεσμα του 2007», Τριμηνιαία Πολιτική και Οικονομική Επιθεώρηση «Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική», τχ.8 Δεκέμβριος 2007, σ.173-179.
  • Μαυρής Γιάννης και Γιώργος Συμεωνίδης (2007), «Ο εκλογικός νόμος Σκανδαλίδη (Ν.3231/2004) και οι επιπτώσεις του στον εκλογικό ανταγωνισμό». Στο Μαυρής Γιάννης (επιμ.): Βαρόμετρο 2007. Οι έρευνες κοινής γνώμης της Public Issue, εκδ.: Public Issue, Αθήνα 2007.
  • Public Issue (2007), Γιατί κέρδισε τις εκλογές η Νέα Δημοκρατία. Ερμηνεία του εκλογικού αποτελέσματος,με βάση το Βαρόμετρο του ΣΚΑΪ. Επιλογή διαγραμμάτων του τελευταίου εξαμήνου (Μάρτιος-Σεπτέμβριος 2007). Στο: http://www.publicissue.gr/wp-content/uploads/2009/11/analysis-var-july-2007_final.pdf
  • Σκάι (2007), Βαρόμετρο, ειδική έκδοση, εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ, 22/7/2007.
  • Τζιοβάρας Γρηγόρης (2007), «7 εταρείες, 7 αποτελέσματα», εφημερίδα το ΒΗΜΑ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ, Κυριακή 24 Ιουνίου 2007.
  • Χατζηπαντελής Θόδωρος (2008), «Ο πολιτικός ανταγωνισμός: 1996-2007», Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, τχ.31, Μάιος 2008, σ.49-65.