Η πρόβλεψη του εκλογικού αποτελέσματος και η σημασία της προεκλογικής περιόδου στις Βουλευτικές εκλογές του 2007.

Εκτύπωση | Email | Διάδοση |

Αξιολόγηση του προεκλογικού βαρόμετρου της Public Issue

Γιάννης Μαυρής – Γιώργος Συμεωνίδης*

1. Εισαγωγή

Αν και η πρόβλεψη της εκλογικής επιρροής, με διάφορες μεθόδους, είναι συνηθισμένη πρακτική σε όλες τις χώρες του κόσμου, στην Ελλάδα εφαρμόσθηκε, για πρώτη φορά, από την Public Issue, μόλις στις εκλογές του 2004 (Μαυρής & Συμεωνίδης 2005). Στη διάρκεια του εκλογικού κύκλου του 2007, η Public Issue βελτίωσε την μεθοδολογία της πρόβλεψης, εξελίσσοντας τις τεχνικές που χρησιμοποιήθηκαν το 2004.
Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου των βουλευτικών εκλογών της 16ης Σεπτεμβρίου 2007, η Public Issue πραγματοποίησε από τις 22/8/07, ως τις 14/9/07, για λογαριασμό της εφημερίδας «Καθημερινή» και του ραδιοτηλεοπτικού σταθμού ΣΚΑΙ, συνολικά δέκα «κύματα» τηλεφωνικών ερευνών. Οι έρευνες που υλοποιήθηκαν, μετά τις 30/8/07, δεν δημοσιοποιήθηκαν, λόγω της απαγόρευσης που επέβαλε η (εν τω μεταξύ καταργηθείσα) διάταξη του νόμου για τις δημοσκοπήσεις.
Οι στόχοι της παρούσας εργασίας είναι δύο: Πρώτον, η παρουσίαση της μεθοδολογίας που χρησιμοποιεί η Public Issue για την πρόβλεψη της εκλογικής επιρροής, καθώς και η αποτίμηση της μεθόδου. Δεύτερον, η ανάλυση των τάσεων που διαμορφώθηκαν στην προεκλογική περίοδο και η αξιολόγηση της σημασίας και της επίδρασης της προεκλογικής εκστρατείας στο εκλογικό αποτέλεσμα. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιήθηκε η πρόβλεψη της εκλογικής επιρροής, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, καθώς και ορισμένες άλλες βασικές μεταβλητές που, κατά κανόνα, αποτελούν τον «πυρήνα» των εκλογικών ερευνών κοινής γνώμης: η «παράσταση νίκης», ο «καταλληλότερος πρωθυπουργός» και η «καλύτερη κυβέρνηση» για τη χώρα.

2. Οι εκλογές του 2004 και του 2007 και η σημασία τους για τις ελληνικές δημοσκοπήσεις

Οι βουλευτικές εκλογές του 2004, εκτός από την πολιτική τους σημασία, αποδείχθηκαν κομβικές και για τον κλάδο των ελληνικών εταιρειών δημοσκοπήσεων.
Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου του 2004, η εταιρεία Public Issue(1) καθιέρωσε, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, τη συστηματική παρακολούθηση της πρόθεσης ψήφου των εκλογέων, με τη χρήση της τηλεφωνικής μεθόδου(2).

Παράλληλα με την αλλαγή της μεθόδου δειγματοληψίας, η Public Issue καθιέρωσε έναν, επίσης νέο για τα ελληνικά δεδομένα, τρόπο ανάλυσης και παρουσίασης των ερευνών της: την πρόβλεψη της εκλογικής επιρροής, δηλαδή την παρουσίαση των αποτελεσμάτων κάθε έρευνας, χωρίς την «αδιευκρίνιστη» ψήφο, ώστε να δίδεται σαφής εικόνα της επιρροής των κομμάτων και να επιτρέπεται η σύγκρισή της με τα πραγματικά εκλογικά αποτελέσματα. Η μεθοδολογία της πρόβλεψης στηρίχθηκε μόνο στην ανάλυση του προεκλογικού βαρόμετρου με τη βοήθεια τεχνικών ανάλυσης χρονολογικών σειρών (Μαυρής & Συμεωνίδης 2005). Η διαφοροποίηση αυτή προκάλεσε σφοδρές και ανεπίτρεπτες επιθέσεις, από το χώρο των κυβερνητικών στελεχών του ΠΑΣΟΚ και των φίλιων ΜΜΕ. Μάλιστα, ο τότε κυβερνητικός εκπρόσωπος Χρήστος Πρωτόπαπας, κατά τη διάρκεια της καθημερινής ενημέρωσης των δημοσιογράφων, επιτέθηκε πολιτικά ευθέως στην εταιρεία χαρακτηρίζοντας τη μέθοδο πρόβλεψης «μεθοδολογικά αναξιόπιστη και πολιτικά επισφαλή»(3).
Μετά τις εκλογές του 2004, η εταιρεία βελτίωσε τη μεθοδολογία της στηρίζοντας πλέον την πρόβλεψη στην ανάλυση της διαχρονικής εξέλιξης της επιρροής των κομμάτων και χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό το σύνολο των ερευνών της. Η μεθοδολογία αυτή διαφοροποίησε την Public Issue από τις υπόλοιπες εταιρείες δημοσκοπήσεων, ως προς την εκτίμηση για τη διαφορά ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, σε όλη τη διάρκεια του εκλογικού κύκλου του 2007(4), αλλά και κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου των εκλογών του Σεπτεμβρίου του 2007, καθώς τα αποτελέσματα της πρόβλεψης οδηγούσαν στο συμπέρασμα, ότι η διαφορά μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων ήταν αρκετά μεγαλύτερη από αυτή που εκτιμούσαν οι υπόλοιπες εταιρείες. Το γεγονός αυτό είχε πάλι, ως συνέπεια, να δεχθεί η εταιρεία πολιτικές επιθέσεις. Ο τότε εκπρόσωπος Τύπου της αξιωματικής αντιπολίτευσης Γιάννης Ραγκούσης, αμφισβήτησε για άλλη μια φορά την αξιοπιστία της εταιρείας, καλώντας την μάλιστα «να λογοδοτήσει την επαύριο των εκλογών στον ελληνικό λαό (!)». Ωστόσο, το εκλογικό αποτέλεσμα του 2007, όπως άλλωστε και αυτό του 2004, αποτέλεσε πλήρη δικαίωση της μεθοδολογίας της εταιρείας(5).

3. Οι μεταβλητές της ανάλυσης

Για την πρόβλεψη του εκλογικού αποτελέσματος χρησιμοποιείται η χρονοσειρά της πρόθεσης ψήφου. Ωστόσο, οι στατιστικές τεχνικές ανάλυσης της πρόθεσης ψήφου δεν μπορούν από μόνες τους να ανιχνεύσουν, πλήρως, τις τάσεις που τυχόν αναπτύχθηκαν στη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου. Για αυτό το σκοπό χρησιμοποιήθηκαν, εκτός της πρόθεσης ψήφου, τρεις επιπλέον μεταβλητές που αποτελούν μαζί με την πρόθεση ψήφου, κατά κανόνα, και τον «πυρήνα» των εκλογικών ερευνών κοινής γνώμης (είτε δημοσκοπήσεων, είτε ακαδημαϊκών ερευνών). Συγκεκριμένα, πρόκειται για: την παράσταση νίκης, τον καταλληλότερο πρωθυπουργό για τη χώρα και την καλύτερη κυβέρνηση για τη χώρα.

Η αποτύπωση της πρόθεσης ψήφου γίνεται με τη βοήθεια μιας ερώτησης που καταγράφει την αυθόρμητη πρόθεση ψήφου των ερωτώμενων (χωρίς υπόμνηση των πολιτικών κομμάτων)(6). Η παράσταση νίκης(7), αποτελεί μια κρίσιμη (ίσως την κρισιμότερη) παράμετρο του εκλογικού ανταγωνισμού, διότι αποτυπώνει ευκρινώς τις διαμορφωθείσες εντυπώσεις της κοινής γνώμης, σχετικά με το επερχόμενο εκλογικό αποτέλεσμα (Neumann 1993). Ο καταλληλότερος πρωθυπουργός(8), αποτελεί τον πλέον ενδεδειγμένο δείκτη για την αποτύπωση της πρωθυπουργικής ικανότητας των δύο αρχηγών των κομμάτων διακυβέρνησης, αλλά και για την ολοένα αυξανόμενη προσωποποίηση της προεκλογικής εκστρατείας των πολιτικών κομμάτων. Η υιοθέτησή της από την αγγλοσαξωνική βιβλιογραφία για την εμπειρική μελέτη της ελληνικής πολιτικής είναι ενδεδειγμένη, λόγω, αφενός, του (απόλυτα) δικομματικού χαρακτήρα του ελληνικού κομματικού συστήματος και αφετέρου, της πρωθυπουργοκεντρικής δόμησης του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Τέλος, η μεταβλητή της καλύτερης κυβέρνησης, συνιστά έναν δείκτη αποτίμησης της εικόνας κυβερνητικής επάρκειας των δύο κομμάτων διακυβέρνησης, από τον ερωτώμενο(9).

4. Μεθοδολογία της πρόβλεψης της εκλογικής επιρροής: καινοτομίες και διαφορές

4.1 Συνοπτική παρουσίαση της μεθοδολογίας

Με τον όρο πρόβλεψη της εκλογικής επιρροής εννοείται ο επανυπολογισμός των ποσοστών των κομμάτων (repercentage), ώστε τα αποτελέσματα κάθε έρευνας να είναι συγκρίσιμα με τα εκλογικά αποτελέσματα (δηλαδή να μην συμπεριλαμβάνουν «αδιευκρίνιστη» ψήφο). Η κατανομή της «αδιευκρίνιστης» ψήφου (δηλαδή όσων δεν διευκρίνισαν την πρόθεση ψήφου τους), που προκύπτει, δεν είναι αναλογική (απλή απαλοιφή), αλλά πραγματοποιείται με τη χρήση στατιστικών υποδειγμάτων. Κύριο χαρακτηριστικό της μεθοδολογίας είναι η κατάργηση της στάθμισης του δείγματος με την προηγούμενη ψήφο και η αντικατάστασή της, με τη μεθοδολογία της ανάλυσης χρονολογικών σειρών (time-series analysis) της διαθέσιμης χρονοσειράς των ερευνών(10).

Η πρόβλεψη της εκλογικής επιρροής γίνεται συνδυάζοντας την ανάλυση των βραχυχρόνιων και των μακροχρόνιων τάσεων(11) της πρόθεσης ψήφου.

α. Η ανάλυση των βραχυχρόνιων τάσεων

Ο όρος βραχυχρόνιες τάσεις στη διαχρονική εξέλιξη της εκλογικής επιρροής ενός κόμματος περιγράφει τις τάσεις που διαμορφώνονται κατά τη διάρκεια ενός εκλογικού κύκλου. Για τη μελέτη των βραχυχρόνιων τάσεων της επιρροής κάθε κόμματος, χρησιμοποιείται η χρονολογική σειρά των διευκρινισμένων απαντήσεων στην ερώτηση πρόθεσης ψήφου, στις μηνιαίες τηλεφωνικές έρευνες του βαρόμετρου της Public Issue του τρέχοντος εκλογικού κύκλου (δηλαδή, για την πρόβλεψη του 2007, από τις εκλογές του 2004 και ύστερα). Η ανάλυση των βραχυχρόνιων τάσεων γίνεται ως εξής: Αρχικά εφαρμόζεται, στη σειρά πρόθεσης ψήφου κάθε κόμματος, η τεχνική εξομάλυνσης Kalman (Kalman smoothing). Η εξομάλυνση Kalman είναι μια τεχνική που μειώνει την επίδραση του δειγματοληπτικού σφάλματος, σε κάθε έρευνα, και, επομένως, επιτρέπει την διάκριση της πραγματικής μεταβολής, από το δειγματοληπτικό σφάλμα, στην διαχρονική εξέλιξη των ποσοστών ενός κόμματος. Στη συνέχεια, οι σειρές των εξομαλυσμένων, με την τεχνική Kalman, ποσοστών αναλύονται με τη μεθοδολογία Box-Jenkins. Τα υποδείγματα χρονολογικών σειρών που κατασκευάζονται, είναι συνδυασμός ενός ARIMA υποδείγματος (AutoRegression Integrated Moving Averages) και ψευδομεταβλητών (dummy variables), που περιγράφουν τις εκλογικές αναμετρήσεις από το 2004 και ύστερα(12). Τα υποδείγματα αυτά χρησιμοποιούνται, ώστε να απαλειφθεί η εγγενής μεροληψία των δημοσκοπήσεων.

β. Η ανάλυση των μακροχρόνιων τάσεων

Ο όρος μακροχρόνιες τάσεις στη διαχρονική εξέλιξη της εκλογικής επιρροής ενός κόμματος περιγράφει τις τάσεις που διαμορφώνονται σε ένα χρονικό διάστημα, μεγαλύτερο του ενός εκλογικού κύκλου. Για τη μελέτη των μακροχρόνιων τάσεων της επιρροής κάθε κόμματος, χρησιμοποιείται η χρονολογική σειρά των διευκρινισμένων απαντήσεων στην ερώτηση πρόθεσης ψήφου, σε όλες τις έρευνες από τον Ιούνιο του 1995 ως σήμερα, της Public Issue και παλαιότερα της VPRC (VPRC, 1995-2003, Public Issue 2004-2007). Mέχρι τον Δεκέμβριο του 2003, οι έρευνες πραγματοποιήθηκαν με προσωπικές συνεντεύξεις (face to face), ενώ από τον Ιανουάριο του 2004 και ύστερα με τηλεφωνικές συνεντεύξεις. Οι σειρές της πρόθεσης ψήφου κατασκευάζονται σε τριμηνιαία βάση, παίρνοντας ως τιμή για κάθε τρίμηνο το μέσο όρο των ερευνών του τριμήνου. Στη συνέχεια, αναλύονται, επίσης, με τη μεθοδολογία Box-Jenkins. Τα υποδείγματα χρονολογικών σειρών που κατασκευάζονται, είναι συνδυασμός ενός ARIMA υποδείγματος (AutoRegression Integrated Moving Averages) και ψευδομεταβλητών (dummy variables), που περιγράφουν τα έκτακτα γεγονότα (interventions) που επηρέασαν την εξέλιξη της επιρροής των κομμάτων στην υπό μελέτη περίοδο. Ανάμεσα στα έκτακτα γεγονότα συμπεριλαμβάνονται όλες οι εκλογικές αναμετρήσεις, από το 1996 και ύστερα.

γ. Συνδυασμός των βραχυχρόνιων και των μακροχρόνιων τάσεων

Τόσο οι βραχυχρόνιες, όσο και οι μακροχρόνιες τάσεις προσεγγίζουν το ίδιο ζητούμενο, δηλαδή την εκλογική επιρροή των κομμάτων, από διαφορετική οπτική γωνία. Επομένως, είναι λογικό να μη δίδουν πάντα το ίδιο αποτέλεσμα και, κατά συνέπεια, οι εκτιμήσεις που προέρχονται από αυτές τις δύο διαφορετικές αφετηρίες, πρέπει να συνεκτιμώνται. Η πρόβλεψη της εκλογικής επιρροής που δημοσιοποιεί η Public Issue, βασίζεται στο μέσο όρο των βραχυχρόνιων και μακροχρόνιων εκτιμήσεων. Γενικότερα, ο συνδυασμός πολλών και διαφορετικών προβλέψεων δίνει συνήθως καλύτερα αποτελέσματα, μειώνοντας το σφάλμα της πρόβλεψης (Cuzan, Armstrong και Jones 2005).

δ. Το περιθώριο σφάλματος της πρόβλεψης

Το περιθώριο σφάλματος της πρόβλεψης προκύπτει από τα υποδείγματα χρονολογικών σειρών, με τα οποία γίνεται η εκτίμηση (ARIMA υποδείγματα και εξομάλυνση Kalman). To περιθώριο σφάλματος της πρόβλεψης δεν είναι το γνωστό δειγματοληπτικό σφάλμα (sampling error). Επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, όπως: το μέγεθος του δείγματος, το ποσοστό του κόμματος στη διευκρινισμένη ψήφο, την καλή προσαρμογή των υποδειγμάτων στη χρονοσειρά των δεδομένων (fitting) και το συγκεκριμένο ARIMA υπόδειγμα που επιλέγεται.

4.2 Οι αδυναμίες της πολιτικής στάθμισης

Το πρόβλημα της χρήσης της πολιτικής στάθμισης είναι ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που απασχολούν, διεθνώς, την ακαδημαϊκή κοινότητα και τον κλάδο των εταιρειών δημοσκοπήσεων, όχι όμως και στην Ελλάδα. Αντιθέτως, μέχρι σήμερα στην εγχώρια πολιτική «αγορά» έχει αποτελέσει μόνον αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης, ή προπαγανδιστικής χρήσης, για την «επικοινωνιακή αντιμετώπιση» των δημοσκοπήσεων(13). Περιληπτικά, μπορεί να αναφερθεί, ότι η μη-χρήση πολιτικής στάθμισης επελέγη, διότι πολλοί ψηφοφόροι δεν απαντούν ειλικρινά στην ερώτηση τι ψήφισαν στις τελευταίες εκλογές. Συμβαίνει συχνά να προβάλλουν στο παρελθόν τις σημερινές τους προτιμήσεις, δηλαδή να «χρωματίζουν» την σημερινή επιλογή τους, ή να δηλώνουν (ψευδώς) ότι ψήφισαν το νικητή (των προηγούμενων εκλογών), ή απλώς δεν θυμούνται τι ψήφισαν στις προηγούμενες εκλογές. Είναι χαρακτηριστικό, ότι μετά τη δολοφονία του Τ. Κέννεντυ τα 2/3 των Αμερικανών ψηφοφόρων δήλωσαν πως τον είχαν ψηφίσει στις εκλογές του 1960, ενώ είχε εκλεγεί με ποσοστό 49,6% (!) (Worchester, Mortimore και Gosschalk 2001). Η καθιέρωση, τις τελευταίες δεκαετίες πολλαπλών και διαφορετικού τύπου εκλογικών αναμετρήσεων, (πχ. Ευρωεκλογές, Νομαρχιακές) έχει ενισχύσει περαιτέρω αυτήν την τάση (Moon 1991, Boy & Chiche 1999). Ειδικότερα, στην Ελλάδα, όπως προκύπτει από τη χρονοσειρά των ερευνών της Public Issue, η εξέλιξη της προηγούμενης ψήφου ακολουθεί συστηματικά την ίδια διακύμανση με την εξέλιξη της πρόθεσης ψήφου, συνεπώς δεν έχει νόημα η διόρθωση της μεροληψίας της δεύτερης, με την πρώτη(14).
Διεθνώς, η πολιτική στάθμιση έχει εγκαταλειφθεί εδώ και καιρό από τις περισσότερες εταιρείες, όπως, πχ. η Gallup στις ΗΠΑ, η MORI και η Communicate Research στη Μ.Βρετανία, και άλλες, ενώ οι εταιρείες που εξακολουθούν να τη χρησιμοποιούν (πχ. η Zogby στις ΗΠΑ, η ICM στη Μ. Βρετανία), αφενός την εφαρμόζουν με τη βοήθεια εξειδικευμένων και πολύπλοκων τεχνικών και, αφετέρου, την αντιμετωπίζουν με έντονο σκεπτικισμό. Είναι χαρακτηριστική η παρατήρηση του N. Sparrow, διευθύνοντος συμβούλου της ICM, μετά τις βουλευτικές εκλογές του 2005, ότι η αξία της στάθμισης με την προηγούμενη ψήφο διαρκώς μειώνεται, καθώς όλο και λιγότεροι ψηφοφόροι δηλώνουν τι ψήφισαν στις προηγούμενες εκλογές. (Sparrow 2005).

4.3 Η χρήση ανάλυσης χρονολογικών σειρών

Η ανάλυση της διαχρονικής εξέλιξης της επιρροής των κομμάτων με υποδείγματα χρονολογικών σειρών και η πρόβλεψη εκλογικών αποτελεσμάτων με βάση αυτή την ανάλυση, διεθνώς, χρησιμοποιείται πολύ συχνά(15). Αξίζει όμως να σημειωθεί, ότι ορισμένες από τις βασικές επιλογές της μεθοδολογίας, όπως ο συνδυασμός των μακροχρόνιων και των βραχυχρόνιων τάσεων, η εξομάλυνση των ερευνών από το δειγματοληπτικό σφάλμα και η μέτρηση της εγγενούς μεροληψίας των δημοσκοπήσεων, με τη χρήση των πραγματικών εκλογικών αποτελεσμάτων, αποτελούν καινοτομίες και σε διεθνές επίπεδο. Αναφέρεται χαρακτηριστικά, ότι το Ινστιτούτο Gallup χρησιμοποίησε την εξομάλυνση Kalman, στη χρονοσειρά της προεδρικής αποδοχής (presidential approval) που δημοσιεύει κάθε μήνα, για πρώτη φορά, τον Φεβρουάριο του 2006 (Blumenthal 2006), ενώ η Public Issue είχε αρχίσει να χρησιμοποιεί την εν λόγω μέθοδο, ήδη από τις εκλογές του 2004 (Μαυρής & Συμεωνίδης 2005).

4.4. Ο τρόπος παρουσίασης

Τέλος, στη μεθοδολογία που ακολουθείται από την Public Issue, σημαντική καινοτομική διαφορά αποτελεί επίσης και ο τρόπος παρουσίασης των αποτελεσμάτων των δημοσκοπήσεων, με τη δημοσίευση της εκλογικής επιρροής των κομμάτων σε κάθε έρευνα, αντί της παρουσίασης των αποτελεσμάτων με την λεγόμενη «αδιευκρίνιστη» ψήφο, πρακτική που ακολουθούν οι υπόλοιπες εταιρείες του κλάδου.
Σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να τονιστεί ότι η λεγόμενη «αδιευκρίνιστη» ψήφος, δεν αποτελεί παρά μία ιδεολογική κατασκευή των δημοσκοπήσεων και όχι μια θεωρητική έννοια για την ερμηνεία της εκλογικής συμπεριφοράς. Οι υπόλοιπες εταιρείες επιλέγουν, κατά κανόνα, να παρουσιάζουν τα αποτελέσματα των ερευνών τους, περιλαμβάνοντας και την «αδιευκρίνιστη» ψήφο, τρόπος που κατά τη γνώμη μας, μπορεί να περιορίζει τον «κίνδυνο έκθεσης» των εταιρειών, αλλά προκαλεί παρανοήσεις και σύγχυση. Η Public Issue επέλεξε το συγκεκριμένο τρόπο δημοσίευσης των αποτελεσμάτων των ερευνών της, καθώς το βασικό ζητούμενο μιας δημοσκόπησης είναι η καταγραφή – αποτύπωση της επιρροή των κομμάτων, σε μια ενδεχόμενη εκλογική αναμέτρηση. Όμως, στις εκλογές δεν υπάρχει «αδιευκρίνιστη ψήφος», αλλά, απλώς, ψήφος. Συνεπώς, οι εταιρείες δημοσκοπήσεων οφείλουν να προσπαθούν να εκτιμήσουν την συμπεριφορά της «αδιευκρίνιστης» ψήφου. Διαφορετικά δεν μπορούν να δίνουν και σωστές προβλέψεις της εκλογικής επιρροής των κομμάτων. Επιπλέον, η δημοσίευση των στοιχείων μιας έρευνας, χωρίς την πρόβλεψη της εκλογικής επιρροής δημιουργεί σύγχυση, διότι οδηγεί πολλές φορές σε σύγκριση αποτελεσμάτων εκλογών, με αποτελέσματα δημοσκοπήσεων (πχ σύγκριση της δημοσκοπικής «ψαλίδας», μεταξύ των κομμάτων, με την πραγματική εκλογική τους διαφορά).

5. Αποτίμηση της πρόβλεψης της εκλογικής επιρροής

Η επιτυχία των μεθόδων που χρησιμοποιούν οι εταιρείες δημοσκοπήσεων κρίνεται, σε όλο τον κόσμο, από την σύγκριση των δημοσιευμένων προβλέψεών τους με το τελικό, πραγματικό εκλογικό αποτέλεσμα(16). Δυστυχώς, μια τέτοια συζήτηση αποφεύγεται συστηματικά στη χώρα μας, σε όλες τις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις και φυσικά δεν έχει γίνει ούτε μετά τις εκλογές της 16ης Σεπτεμβρίου. Στα πλαίσια αυτά έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον η συγκριτική αξιολόγηση της μεθοδολογίας που χρησιμοποιούν οι διάφορες εταιρείες στην Ελλάδα.
Η σύγκριση της τελικής δημοσιοποιημένης πρόβλεψης της Public Issue, με το πραγματικό τελικό εκλογικό αποτέλεσμα παρατίθεται στον πίνακα 5. Σύμφωνα με αυτόν, αποδεικνύεται ότι η τελική πρόβλεψη υπήρξε σχεδόν απόλυτα ακριβής. Η μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε πρόβλεψε με μεγάλη ακρίβεια, όχι μόνο τον νικητή των εκλογών, ή την είσοδο πέντε κομμάτων στη Βουλή και το εύρος της διαφοράς μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων, αλλά και τα ακριβή ποσοστά των κομμάτων. Μια εξίσου σημαντική, για την αξιοπιστία της μεθόδου, παρατήρηση είναι, ότι το πραγματικό εκλογικό αποτέλεσμα βρίσκεται, σε όλα τα κόμματα, εντός του διαστήματος εμπιστοσύνης που προκύπτει από το περιθώριο σφάλματος της πρόβλεψης.
Στον πίνακα 6, παρατίθεται, επιπλέον, η σύγκριση των τελικών δημοσιοποιημένων προβλέψεων όλων των εταιρειών του κλάδου. Όπως μπορεί κανείς να διαπιστώσει, οι εταιρείες, οι οποίες στηρίχθηκαν σε πιο «παραδοσιακές» μεθόδους ανάλυσης των δημοσκοπήσεων, όπως η στάθμιση με την προηγούμενη ψήφο, δεν μπόρεσαν να προβλέψουν το πραγματικό μέγεθος της διαφοράς μεταξύ ΝΔ – ΠΑΣΟΚ, ακόμα και δύο μόλις εβδομάδες πριν τις εκλογές. Αντίθετα, το μέγεθος της διαφοράς που εκτιμούσαν, σε συνδυασμό με την μεγάλη «αδιευκρίνιστη» ψήφο καλλιεργούσαν στην κοινή γνώμη την εντύπωση, πως η επικείμενη εκλογική αναμέτρηση ήταν «ντέρμπυ». Σε κάποιες μάλιστα περιπτώσεις, η διαφορά παρουσιάζονταν σχεδόν μηδενική (!). Κατά συνέπεια, η σύγκριση των τελικών προβλέψεων επιβεβαίωσε πλήρως την προτεινόμενη μεθοδολογία της Public Issue.

6. Η επίδραση της προεκλογικής περιόδου του 2007

6.1 Η μέθοδος εξομάλυνσης Kalman (Kalman smoothing)

Η μέθοδος πρόβλεψης του εκλογικού αποτελέσματος, που χρησιμοποιείται από την Public Issue, στηρίζεται αφενός στην ανάλυση των τάσεων της 10ετίας (μακροχρόνιες τάσεις, 1995-2007), και αφετέρου στην ανάλυση των τάσεων του τρέχοντος εκλογικού κύκλου (βραχυχρόνιες τάσεις, 2004-2007). Η εν λόγω μέθοδος δεν επιτρέπει να διερευνηθεί, επαρκώς, και η αυτοτελής επίδραση της προεκλογικής περιόδου (διάρκειας μόνον ενός μηνός, 16/8-16/9/2007), στο εκλογικό αποτέλεσμα. Για το σκοπό αυτό, κρίθηκε αναγκαίο να αναλυθεί, ανεξάρτητα, και η προεκλογική χρονοσειρά των 10 κυμάτων του τηλεφωνικού βαρόμετρου, για τις τέσσερις μεταβλητές της παρούσας εργασίας, που περιγράφονται στα προηγούμενα (βλέπε σημείο 2), με τη βοήθεια της εξομάλυνσης Kalman (Kalman smoothing).
Η εξομάλυνση του Kalman χρησιμοποιείται σε μια σειρά κυλιόμενων δημοσκοπήσεων για να διακρίνει την πραγματική μεταβολή ενός ποσοστού, μεταξύ δύο χρονικών στιγμών, από τις μεταβολές που οφείλονται σε δειγματοληπτικό σφάλμα (Green, Gerber και DeBoef 1999). Η τεχνική αυτή διακρίνει την αληθινή μεταβολή από το δειγματοληπτικό σφάλμα, θεωρώντας ότι η αληθινή μεταβολή οφείλεται σε ένα αυτοπαλίνδρομο υπόδειγμα AR(1) και εφαρμόζεται ακόμα και όταν οι τιμές της σειράς δεν είναι χρονικά ισαπέχουσες, δηλαδή όταν υπάρχουν κενά (missing values), κάτι που συμβαίνει για λόγους πρακτικούς και στην περίπτωσή μας.
Αρχικά, χρησιμοποιείται το φίλτρο του Kalman (Kalman filtering), μια τεχνική που μειώνει την επίδραση του δειγματοληπτικού σφάλματος σε κάθε έρευνα, καθώς η «φιλτραρισμένη» τιμή που δημιουργείται ενσωματώνει το σύνολο της πληροφορίας όλων των προηγούμενων ερευνών. Στη συνέχεια κατασκευάζεται μια σειρά τιμών με τη βοήθεια μιας τεχνικής εξομάλυνσης (Kalman smoothing) που ενσωματώνει το σύνολο της πληροφορίας όλων των διαθέσιμων ερευνών(17).
Λόγω του μικρού αριθμού παρατηρήσεων (μόνο δέκα), οι εκτιμήσεις των παραμέτρων του AR(1) υποδείγματος είναι επισφαλείς. Για το λόγο αυτό, σε όλες τις μεταβλητές, εφαρμόσθηκε η εξομάλυνση του Kalman, υποθέτοντας ότι η αληθινή μεταβολή της κοινής γνώμης ακολουθεί το υπόδειγμα του τυχαίου περίπατου χωρίς τάση (random walk with stochastic trend)(18). Αυτό πρακτικά σημαίνει, ότι η επόμενη τιμή της κάθε σειράς είναι η προηγούμενη, συν έναν τυχαίο παράγοντα. Η υπόθεση της μη-ύπαρξης τάσης έγινε δεκτή, για να μην θεωρηθεί εκ των προτέρων, ότι μια μεταβλητή είχε μια συγκεκριμένη τάση κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου. Η πρακτική αυτή είναι πολύ συνηθισμένη σε περιπτώσεις μικρού αριθμού παρατηρήσεων και θεωρείται, τότε, πιο αξιόπιστη (Green, Gerber, & De Boef 1999; Green & Gerber 2003).
Στο πρώτο τμήμα του πίνακα 1 και στα διαγράμματα 1 και 2 παρουσιάζονται τα αστάθμιστα διευκρινισμένα στοιχεία (μετά την αφαίρεση των αναποφασίστων και των αρνήσεων) της πρόθεσης ψήφου για κάθε «κύμα» του προεκλογικού βαρόμετρου, καθώς και η κατανομή της πρόθεσης ψήφου στο αθροιστικό αρχείο του συνόλου των ερευνών του προεκλογικού βαρόμετρου. Στο δεύτερο τμήμα του πίνακα 1 και στα διαγράμματα 3 και 4 παρουσιάζονται τα εξομαλυσμένα ποσοστά της πρόθεσης ψήφου των 10 «κυμάτων» του προεκλογικού βαρόμετρου. Στον πίνακα 2 και στο διάγραμμα 5 παρουσιάζονται τα αστάθμιστα στοιχεία και τα εξομαλυσμένα ποσοστά της ερώτησης (μεταβλητής) της παράστασης νίκης για τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ. Στον πίνακα 3 και στο διάγραμμα 6 παρουσιάζονται τα αστάθμιστα στοιχεία και τα εξομαλυσμένα ποσοστά για τη μεταβλητή του καταλληλότερου πρωθυπουργού. Τέλος, στον πίνακα 4 και στο διάγραμμα 7 παρουσιάζονται τα αστάθμιστα στοιχεία και τα εξομαλυσμένα ποσοστά της μεταβλητής για την καλύτερη κυβέρνηση για τη χώρα.

6.2. Συμπεράσματα με βάση την εξομάλυνση Kalman

Το πρώτο συμπέρασμα που προκύπτει, από την παρατήρηση των εξομαλυσμένων τιμών των τεσσάρων μεταβλητών της ανάλυσης είναι, ότι η εξομάλυνση της πρόθεσης ψήφου είναι εντονότερη, από ό,τι συμβαίνει με τις υπόλοιπες μεταβλητές. Γεγονός, που σημαίνει, ότι η πρόθεση ψήφου, σε σύγκριση με τις υπόλοιπες μεταβλητές, επηρεάζεται περισσότερο από το δειγματοληπτικό σφάλμα. Επομένως, στην πραγματικότητα, ως μεταβλητή, η πρόθεση ψήφου είναι πολύ λιγότερο ευμετάβλητη από ό,τι εμφανίζεται στα πρωτογενή δεδομένα των τηλεφωνικών δημοσκοπήσεων. Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται και από την εξομάλυνση των ίδιων μεταβλητών, στην προεκλογική περίοδο του 2004 (Μαυρής & Συμεωνίδης 2005).
Από τις χρονολογικές σειρές των εξομαλυσμένων ποσοστών διαπιστώνεται, ότι από την αρχή ως το τέλος της προεκλογικής περιόδου, η ΝΔ έχασε στην παράσταση νίκης 6,5 μονάδες, ενώ στην καλύτερη κυβέρνηση κέρδισε 2,6 μονάδες και αντίστοιχα το ΠΑΣΟΚ κέρδισε 1,3 μονάδες στην παράσταση νίκης και 3,9 μονάδες στην καλύτερη κυβέρνηση. Αντίστοιχα, στον δείκτη πρωθυπουργικής καταλληλότητας, ο Κ. Καραμανλής κέρδισε 2 μονάδες, ενώ ο Γ. Παπανδρέου κέρδισε, επίσης, 3,1 μονάδες(19). Ως προς την πρόθεση ψήφου, συνολικά, η ΝΔ κέρδισε, στην προεκλογική περίοδο, περίπου 2 μονάδες, ενώ ο ΛΑΟΣ και τα Λοιπά κόμματα έχασαν, περίπου, από 1 μονάδα. Αντίθετα, το ΠΑΣΟΚ, το ΚΚΕ και ο ΣΥΝ στην διάρκεια της προεκλογικής περιόδου διατήρησαν, ουσιαστικά, σταθερές τις δυνάμεις τους(20). Για την επιβεβαίωση του παραπάνω συμπεράσματος, εκτιμήθηκε η ύπαρξη (στατιστικά σημαντικής) σταθεράς, στα υποδείγματα των εξομαλυσμένων ποσοστών της πρόθεσης ψήφου και, επομένως, η ύπαρξη μαθηματικής τάσης (deterministic trend, De Lurgio 1998)(21). Πράγματι, η ΝΔ παρουσίασε στατιστικά σημαντική ανοδική τάση, ο ΛΑΟΣ και τα Λοιπά κόμματα παρουσίασαν στατιστικά σημαντική πτωτική τάση, ενώ το ΠΑΣΟΚ, το ΚΚΕ και ο ΣΥΝ δεν είχαν στατιστικά σημαντική τάση.
Τα δύο κυριότερα γεγονότα της προεκλογικής περιόδου αποτέλεσαν: 1) οι μεγάλες πυρκαγιές του Αυγούστου και 2) η ανακοίνωση του ψηφοδελτίου Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ, με επικεφαλής την Φ. Γεννηματά. Οι πυρκαγιές του Αυγούστου κλόνισαν συνολικά τον δικομματισμό, στην αρχή της προεκλογικής περιόδου, ενώ η ανακοίνωση του ψηφοδελτίου Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ σταθεροποίησε την ανάκαμψη της ΝΔ, καθήλωσε τα ποσοστά του ΠΑΣΟΚ και, γενικότερα, ενίσχυσε την κυριαρχία της ΝΔ.
Περισσότερο συγκεκριμένα, οι πυρκαγιές, ενώ δεν επηρέασαν ουσιαστικά την πρωθυπουργική καταλληλότητα του Κ. Καραμανλή και του Γ. Παπανδρέου, μείωσαν τα ποσοστά της ΝΔ κατά 4,6 μονάδες στο δείκτη της καλύτερης κυβέρνησης και κατά 16,6 μονάδες στην παράσταση νίκης, αυξάνοντας, όμως, αντίστοιχα τα ποσοστά του ΠΑΣΟΚ μόνο κατά 0,6 μονάδες στο δείκτη της καλύτερης κυβέρνησης και κατά 4,7 μονάδες στην παράσταση νίκης. Στην πρόθεση ψήφου (πρωτογενή στοιχεία) η ΝΔ έχασε 1,8 μονάδες και το ΠΑΣΟΚ 0,5 μονάδες, ενώ στην εξομαλυσμένη πρόθεση ψήφου το ΠΑΣΟΚ έχασε 0,3 μονάδες και η ΝΔ ουσιαστικά δεν είχε απώλειες. Η πτώση των δύο κομμάτων διακυβέρνησης ωφέλησε κυρίως το ΚΚΕ, το οποίο είχε άνοδο 0,6 μονάδων στην εξομαλυσμένη πρόθεση ψήφου(22).
Από την άλλη πλευρά, η ανακοίνωση του ψηφοδελτίου Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ με επικεφαλής την Φ. Γεννηματά ωφέλησε συνολικά τη ΝΔ: στην εξομαλυσμένη πρόθεση ψήφου κέρδισε 0,5 μονάδες, στην καλύτερη κυβέρνηση 3,3 μονάδες και στην παράσταση νίκης 1,5 μονάδα, ενώ ο Κ. Καραμανλής κέρδισε 0,5 μονάδες στην πρωθυπουργική καταλληλότητα. Ταυτόχρονα, η εξομαλυσμένη πρόθεση ψήφου του ΠΑΣΟΚ έφθασε στη μικρότερη τιμή της προεκλογικής περιόδου (33%), ενώ έχασε 0,7 μονάδες στον ιδιαίτερα κρίσιμο δείκτη πολιτικού κλίματος, αυτόν της παράστασης νίκης. Επίσης, κέρδισε 0,7 μονάδες στην καλύτερη κυβέρνηση, ενώ ο Γ. Παπανδρέου κέρδισε 0,4 μονάδες στην πρωθυπουργική καταλληλότητα(23). Αξίζει να σημειωθεί, ότι στο 5ο «κύμα» του προεκλογικού βαρόμετρου (3-4/9/2007), πρώτο μετά την ανακοίνωση του ψηφοδελτίου Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ, η πρόθεση ψήφου (πρωτογενή στοιχεία) της ΝΔ έφθασε στη μέγιστη τιμή της προεκλογικής περιόδου (50,3%) και, αντίστοιχα, η πρόθεση ψήφου (πρωτογενή στοιχεία) του ΠΑΣΟΚ στη χαμηλότερη τιμή της προεκλογικής περιόδου (28,6%). Όμως, η κυριότερη επίδραση που άσκησε η ανακοίνωση του ψηφοδελτίου Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ ήταν η σταθεροποίηση των τιμών των μεταβλητών της ανάλυσης. Πιο συγκεκριμένα: η ΝΔ σταθεροποίησε την εξομαλυσμένη πρόθεση ψήφου, πάνω από το 47%, την παράσταση νίκης πάνω από το 55%, τον δείκτη της κυβερνητικής ικανότητας πάνω από το 37%, ενώ ο Κ. Καραμανλής σταθεροποίησε το μερίδιό του, στο δείκτη πρωθυπουργικής καταλληλότητας, σε επίπεδα της τάξης του 49%. Αντίστοιχα, αποδυναμώθηκε η, σχετικά αναιμική, δυναμική ανόδου του ΠΑΣΟΚ στο δείκτη κυβερνητικής ικανότητας και του Γ. Παπανδρέου στο δείκτη πρωθυπουργικής καταλληλότητας, που υπήρχε μέχρι τότε, περιορίζοντας τα ποσοστά του ΠΑΣΟΚ κάτω από το 27% και του Γ. Παπανδρέου κάτω από το 28%, στους δύο αντίστοιχους δείκτες. Ταυτόχρονα, τα ποσοστά του ΠΑΣΟΚ στην εξομαλυσμένη πρόθεση ψήφου καθηλώθηκαν κάτω από το 34%, ενώ και η παράσταση νίκης του περιορίστηκε σε επίπεδα της τάξης μόλις του 15%(24).

7. Περιοδολόγηση και αποτίμηση της προεκλογικής περιόδου του 2007

Η συστηματική παρακολούθηση των τάσεων της κοινής γνώμης, με τη βοήθεια του προεκλογικού βαρόμετρου της Public Issue, επιτρέπει τη διερεύνηση της εξέλιξης της επιρροής των κομμάτων στη προεκλογική περίοδο και της επίδρασης που αυτή είχε στο τελικό εκλογικό αποτέλεσμα.
Η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ υποδέχτηκαν το 2007 με αρκετά υψηλά ποσοστά εκλογικής επιρροής (43% και 39% αντίστοιχα), αλλά και μια καθαρή υπεροχή της ΝΔ, της τάξης των 4 μονάδων. Η απαρχή του 2007 βρήκε το δικομματισμό αρκετά ισχυρό (με την αθροιστική επιρροή των δύο μεγάλων κομμάτων στο 82%). Αυτό συνέβη λόγω της ενίσχυσης των κομματικών ταυτίσεων, που επέφεραν οι νομαρχιακές εκλογές του Οκτωβρίου του 2006 και της παρατεταμένης προεκλογικής περιόδου, που ξεκίνησε αμέσως μετά. Το ενδεχόμενο πεντακομματικής Βουλής έμοιαζε πολύ πιθανό, καθώς η δύναμη του ΛΑΟΣ καταγράφονταν σταθερά πάνω από το 3%(25).
Ωστόσο, η υπόθεση των ομολόγων την άνοιξη και η μεγάλη πυρκαγιά της Πάρνηθας, στις αρχές του καλοκαιριού δημιούργησαν κλίμα δυσαρέσκειας προς τα δύο κόμματα εξουσίας και ανέκοψαν την δυναμική του δικομματισμού. Τον Ιούλιο του 2007, η επιρροή της ΝΔ υποχώρησε στο 42,5% και του ΠΑΣΟΚ στο 38,5%, ενώ η επιρροή του δικομματισμού μειώθηκε σε 81%. Είναι εντυπωσιακό το γεγονός, ότι η δυσαρέσκεια του εκλογικού σώματος κατευθύνθηκε ισομερώς και προς τα δύο μεγάλα κόμματα, και όχι μόνο προς την κυβέρνηση. Από τη δυσαρέσκεια ωφελήθηκαν ο ΣΥΡΙΖΑ και τα μικρότερα κόμματα, που αύξησαν την επιρροή τους κατά μισή (0,5) μονάδα(26).
Η έναρξη της προεκλογικής περιόδου βρήκε το δικομματισμό σε πτωτική φάση και τη ΝΔ να διατηρεί καθαρή υπεροχή, έναντι του ΠΑΣΟΚ. Ωστόσο, οι πυρκαγιές του Αυγούστου προκάλεσαν νέο ισχυρό κλυδωνισμό. Η ΝΔ απώλεσε μια (1) μονάδα και το ΠΑΣΟΚ μισή (0,5) μονάδα, υποχωρώντας στο 41,5% και το 38%, αντίστοιχα. Το 41,5% αποτέλεσε το κατώτερο όριο εκλογικής επιρροής της τετραετίας για τη ΝΔ και είχε παρατηρηθεί ξανά τον Φεβρουάριο, τον Απρίλιο και τον Ιούνιο του 2006, κυρίως υπό την επίδραση της υπόθεσης των υποκλοπών. Αξίζει επίσης να σημειωθεί, ότι το ΠΑΣΟΚ, ακόμα και στη χειρότερη στιγμή της κυβερνητικής θητείας της ΝΔ, όχι μόνο δεν κατάφερε να καρπωθεί τη δυσαρέσκεια της κοινής γνώμης, αλλά απώλεσε και τμήμα της επιρροής του. Από αυτήν την κρίση, κέρδη αποκόμισε κυρίως το ΚΚΕ, που αύξησε την δύναμη του κατά μια (1) μονάδα, προσεγγίζοντας το 8,5%, και ο ΛΑΟΣ, που αύξησε την δύναμη του κατά μισή (0,5) μονάδα, σε 4%(27).
Παρά το πρωτοφανές μέγεθος της καταστροφής που προκάλεσαν οι πυρκαγιές του Αυγούστου η κρίση του δικομματισμού αποδείχθηκε συγκυριακή. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η επιρροή της ΝΔ, να ανέβει και πάλι στο 42%, μετά το 3ο «κύμα» του προεκλογικού βαρόμετρου, ενώ η επιρροή του ΠΑΣΟΚ σταθεροποιήθηκε στο 38%. Η ανάκαμψη της ΝΔ έγινε κυρίως εις βάρος της επιρροή των «Λοιπών» κομμάτων. Αντίθετα, το ΚΚΕ και ο ΛΑΟΣ φαίνεται πως κατόρθωσαν να κεφαλαιοποιήσουν τα κέρδη που είχαν μετά την έναρξη της προεκλογικής περιόδου.
Η ανακοίνωση του ψηφοδελτίου Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ, με επικεφαλής την Φ. Γεννηματά και η σύγκρουση ΝΔ – ΠΑΣΟΚ που ακολούθησε, αποτέλεσε το δεύτερο κομβικό σημείο της προεκλογικής περιόδου. Το αποτέλεσμα αυτής της σύγκρουσης ήταν η παγίωση της ανάκαμψης της ΝΔ και η σταθεροποίηση της επιρροής της. Μετά το 5ο «κύμα» του προεκλογικού βαρόμετρου αποδυναμώθηκε η όποια δυναμική ανόδου του ΠΑΣΟΚ στο δείκτη κυβερνητικής ικανότητας και του Γ. Παπανδρέου στο δείκτη πρωθυπουργικής καταλληλότητας, που υπήρχε μέχρι τότε, με συνέπεια την καθήλωση των ποσοστών του ΠΑΣΟΚ. Το γενικότερο συμπέρασμα είναι, ότι από τις αρχές Σεπτεμβρίου και ύστερα σταθεροποιήθηκαν οι διαμορφωμένες τάσεις του εκλογικού σώματος και δεν σημειώθηκαν αξιόλογες μεταβολές στην εκλογική επιρροή των κομμάτων. Η επίδραση της τηλεμαχίας (debate) μεταξύ των πολιτικών αρχηγών και η παρουσία των δύο υποψηφίων πρωθυπουργών στην ΔΕΘ δεν δημιούργησε ιδιαίτερη δυναμική υπέρ κάποιου κόμματος.

Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να εξετασθεί η άνοδος της ΝΔ και η αντίστοιχη πτώση του ΛΑΟΣ, που αποκαλύφθηκε από την εξομάλυνση Kalman του προεκλογικού βαρόμετρου (βλέπε σημείο 6). Πως μπορεί να ερμηνευθεί αυτή η μεταβολή, με βάση τα προηγούμενα συμπεράσματα; Σχετικά με αυτό το ζήτημα μπορούν να διατυπωθούν οι παρακάτω παρατηρήσεις: 1) Συγκρίνοντας τους μέσους όρους των μεταβλητών της ανάλυσης, στους δύο μήνες της προεκλογικής περιόδου, προκύπτει, ότι η αύξηση των ποσοστών της ΝΔ, κατά 3,1%, τον Σεπτέμβριο, σε σχέση με τον Αύγουστο είναι δυσανάλογη, συγκριτικά με τη γενικότερη βελτίωση της εικόνας της. Πιο συγκεκριμένα, η ΝΔ κέρδισε 3,8 μονάδες στο δείκτη κυβερνητικής αξιοπιστίας και 2,2 μονάδες στην παράσταση νίκης, ενώ ο Κ. Καραμανλής κέρδισε 2,2 μονάδες στο δείκτη πρωθυπουργικής καταλληλότητας. Η παρατήρηση αυτή αποκτά μεγαλύτερη σημασία, εάν ληφθεί υπόψη, ότι το ΠΑΣΟΚ, η επιρροή του οποίου παρέμεινε ουσιαστικά σταθερή τον Σεπτέμβριο, σε σχέση με τον Αύγουστο, βελτίωσε την εικόνα του, σχεδόν στον ίδιο βαθμό με τη ΝΔ, κερδίζοντας 3,2 μονάδες στο δείκτη κυβερνητικής αξιοπιστίας και ο Γ. Παπανδρέου 2,6 μονάδες στο δείκτη πρωθυπουργικής καταλληλότητας, ενώ αντίστοιχα η παράσταση νίκης της αξιωματικής αντιπολίτευσης μειώθηκε μόλις 1,1%(28).

2) Το σημαντικότερο γεγονός του Σεπτεμβρίου, δηλαδή η ανακοίνωση του ψηφοδελτίου Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ με επικεφαλής την Φ. Γεννηματά, το οποίο οδήγησε σε παγίωση της υπεροχής της ΝΔ, ήταν στην ουσία μια σύγκρουση μεταξύ της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, συνεπώς δεν θα μπορούσε να επηρεάσει, άμεσα, το συσχετισμό μεταξύ ΝΔ και ΛΑΟΣ. 3) Οι πυρκαγιές του Αυγούστου είχαν δημιουργήσει, γενικότερα, ένα αρνητικό κλίμα για το δικομματισμό, που δεν συνάδει με την ενίσχυση της ΝΔ εις βάρος του ΛΑΟΣ. 4) Το κλίμα που καλλιεργήθηκε τις τελευταίες ημέρες της προεκλογικής περιόδου δημιούργησε στην κοινή γνώμη την αίσθηση της αμφίρροπης αναμέτρησης και της αμφιβολίας για την επίτευξη της αυτοδυναμίας της ΝΔ.
Οι προηγούμενες παρατηρήσεις, σε συνδυασμό με τη δεδομένη παραταξιακή συγγένεια της ΝΔ και του ΛΑΟΣ, οδηγούν στο συμπέρασμα, ότι η πιθανότερη ερμηνεία της καταγραφείσας μεταβολής των ποσοστών της ΝΔ και του ΛΑΟΣ, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, οφείλεται σε απόκρυψη της πρόθεσης ψήφου μέρους των ψηφοφόρων του ΛΑΟΣ.
Συμπερασματικά, η επίδραση της προεκλογικής περιόδου στο εκλογικό αποτέλεσμα ήταν πολύ μικρή. Όπως αποδεικνύεται από την χρονοσειρά της επιρροής των κομμάτων μέσα στο 2007, το αποτέλεσμα των εκλογών ήταν ουσιαστικά διαμορφωμένο, αρκετό διάστημα πριν τις εκλογές, τουλάχιστον από τις αρχές του έτους. Η προεκλογική περίοδος εδραίωσε και σταθεροποίησε την δυσαρέσκεια του εκλογικού σώματος, προς τα δύο μεγάλα κόμματα, που είχε διαμορφωθεί, σταδιακά, στο πρώτο εξάμηνο του 2007. Όμως, σε καμία περίπτωση, δεν δημιούργησε κάποια ιδιαίτερη δυναμική, που θα μπορούσε να μεταβάλλει ριζικά το πολιτικό σκηνικό. Συνεπώς, η νίκη της ΝΔ, και σε μεγάλο βαθμό η διαφορά της από το ΠΑΣΟΚ, ήταν προβλέψιμη αρκετό καιρό πριν τις εκλογές. Η εκλογική αναμέτρηση δεν υπήρξε ποτέ «ντέρμπυ», παρά τις εκτιμήσεις σχεδόν του συνόλου των εταιρειών δημοσκοπήσεων(29).
Λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος και τη σημασία των σημαντικότερων γεγονότων, που συνέβησαν εντός του 2007 (υπόθεση ομολόγων, πυρκαγιές κλπ), θα πρέπει να θεωρηθούν αξιοσημείωτες, τόσο η αντοχή που επέδειξε η ΝΔ (η οποία πάντως έχασε περίπου 3,5 μονάδες σε σχέση με το 2004), όσο, όμως, και η αδυναμία του ΠΑΣΟΚ να επωφεληθεί από τη δυσαρέσκεια του εκλογικού σώματος, αφού σε σχέση με το 2004, υποχώρησε περίπου 2,5 μονάδες. Από την άλλη πλευρά, ο δικομματισμός, σε αντίθεση με κάποιες βιαστικές εκτιμήσεις που διατυπώθηκαν κυρίως την περίοδο των πυρκαγιών του Αυγούστου, διατηρήθηκε σε αρκετά υψηλά ποσοστά (το συνολικό άθροισμα των δύο μεγάλων κομμάτων έφθασε το 80%).
Συγκρίνοντας, τέλος, την επίδραση της προεκλογικής περιόδου των εκλογών του 2007, με την αντίστοιχη του 2004, προκύπτει το συμπέρασμα, ότι και στις δύο περιπτώσεις το εκλογικό αποτέλεσμα δεν επηρεάστηκε σε σημαντικό βαθμό από την προεκλογική εκστρατεία των κομμάτων. Το 2004, η προεκλογική περίοδος συνέβαλε στη διαμόρφωση της τελικής διαφοράς μεταξύ πρώτου/δεύτερου κόμματος. Η ΝΔ ανέπτυξε μια δυναμική η οποία οδήγησε στη μεγάλη διαφορά (4,8 μονάδες) υπέρ της (Μαυρής & Συμεωνίδης 2005). Αντίθετα, το 2007 η προεκλογική περίοδος δεν άλλαξε ουσιαστικά τον συσχετισμό μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων. Το ΠΑΣΟΚ, παρά τη σχετικά καλή του επίδοση στους επιμέρους δείκτες (παράσταση νίκης, καλύτερη κυβέρνηση και καταλληλότερος πρωθυπουργός) δεν μπόρεσε να αναπτύξει μια δυναμική που θα απειλούσε την κυριαρχία της ΝΔ. Από την άλλη πλευρά, η ΝΔ παρά την ιδιαίτερα αρνητική συγκυρία κατάφερε να διατηρήσει τις δυνάμεις της. Το γεγονός αυτό είναι αρκετά διδακτικό για τους αναλυτές της κοινής γνώμης, καθώς αποδεικνύει τη μικρή σημασία της προεκλογικής περιόδου, όταν υπάρχουν σταθερά διαμορφωμένες και κατασταλαγμένες τάσεις στο εκλογικό σώμα.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

1.Η ταυτότητα των ερευνών

Το προεκλογικό βαρόμετρο της Public Issue πραγματοποιήθηκε σε δέκα (10) στάδια – «κύματα», από τις 22/8/2007 ως τις 14/9/2007. Οι έρευνες από τις 30/8 και μετά δεν δημοσιεύθηκαν, λόγω της απαγόρευσης που επιβάλει ο εκλογικός νόμος. Οι ημερομηνίες που υλοποιήθηκε κάθε έρευνα παρατίθενται στον πίνακα 1. Κάθε στάδιο – «κύμα» αποτελούσε μια τηλεφωνική έρευνα, με πληθυσμό-στόχο το σύνολο του πληθυσμού, 18 ετών και άνω (εκλογικό σώμα), στο σύνολο της χώρας. Το σχεδιασθέν μέγεθος του δείγματος ανήλθε για κάθε κύμα σε 1000 άτομα. Το πραγματοποιηθέν διευκρινισμένο μέγεθος δείγματος για κάθε έρευνα παρατίθεται στον πίνακα 1. Το διευκρινισμένο δείγμα του αθροιστικού αρχείου των ερευνών ανέρχεται σε 7743 άτομα. Η κατανομή της διευκρινισμένης πρόθεσης ψήφου στο αθροιστικό αρχείο παρατίθεται επίσης στον πίνακα 1. Για την επιλογή του δείγματος ακολουθήθηκε η μέθοδος της πολυσταδιακής στρωματοποιημένης δειγματοληψίας, με στρώματα όλες τις διοικητικές περιφέρειες της χώρας. Για τη δημιουργία των χρονολογικών σειρών, το αποτέλεσμα κάθε κύματος αντιστοιχείται στη δεύτερη ημέρα του διήμερου, κατά το οποίο πραγματοποιήθηκε η αντίστοιχη έρευνα πεδίου.

2.Υποδείγματα χρονολογικών σειρών

α. Τάση: Τάση για ένα κόμμα είναι η ύπαρξη συστηματικής διαχρονικής εξέλιξης (pattern) της δύναμης του σε μια σειρά δημοσκοπήσεων η οποία μπορεί να περιγραφεί από ένα μαθηματικό υπόδειγμα.
β. ARIMA (AutoRegressive Integrated Moving Averages) υποδείγματα: Ένα ARIMA(p,d,q) για μια χρονολογική σειρά είναι ένα υπόδειγμα της μορφής
eikona 1

Στην παρούσα μελέτη τα ARIMA υποδείγματα που χρησιμοποιούνται είναι της μορφής
eikona 2

γ. Μαθηματική τάση : Είναι η συστηματική ανοδική ή καθοδική πορεία (deterministic trend) στη διαχρονική εξέλιξη της δύναμης ενός κόμματος. Η ύπαρξη της μαθηματικής τάσης επιβεβαιώνεται από την ύπαρξη στατιστικά σημαντικής σταθεράς σε ARIMA(p,1,q) υποδείγματα, δηλαδή σε υποδείγματα πρώτων διαφορών των τιμών των σειρών.
δ. Τυχαίος περίπατος : Είναι η απλούστερη μορφή μιας μη στάσιμης ως προς το μέσο χρονολογικής σειράς. Προκύπτει από την μορφή (1) των ARIMA υποδειγμάτων για p=q=0. Αν c ≠0 τότε ο τυχαίος περίπατος είναι χωρίς τάση (random walk with stochastic trend), ενώ αν ο τυχαίος περίπατος έχει τάση (random walk with deterministic trend). Όταν μια σειρά είναι τυχαίος περίπατος χωρίς τάση σημαίνει ότι η επόμενη τιμή της είναι η προηγούμενη, συν έναν τυχαίο παράγοντα, ενώ όταν είναι τυχαίος περίπατος με τάση σημαίνει ότι η επόμενη τιμή της έχει μια σταθερή αύξηση ή μείωση (ανάλογα με το πρόσημο του c) σε σχέση με την προηγούμενη.

3.Τεχνική Kalman (filtering and smoothing)

Σε γενικές γραμμές η τεχνική αυτή ακολουθεί 3 βήματα.

  1. Αν το αληθινό ποσοστό ενός κόμματος είναι ξ και X είναι το παρατηρούμενο ποσοστό μέσω μιας δημοσκόπησης, τότε Χ=ξ+e , όπου e το δειγματοληπτικό σφάλμα. Η αληθινή μεταβολή του ξ θεωρείται ότι περιγράφεται από ένα αυτοπαλίνδρομο AR(1) υπόδειγμα, της μορφής ξt=α+ξt-1+ut. Αρχικά, εκτιμώνται οι παράμετροι α, γ και η διακύμανση σu2, από τις υπάρχουσες παρατηρήσεις, με τη μέθοδο μέγιστης πιθανοφάνειας. Μετά την πρόβλεψη των παραμέτρων, τα κενά της σειράς (missing values) συμπληρώνονται με τις προβλέψεις που δίνει το παραπάνω υπόδειγμα.
  2. Kalman filtering. Στο βήμα αυτό οι τιμές της σειράς φιλτράρονται, ώστε να «μειωθεί» η επίδραση του δειγματοληπτικού σφάλματος. Το φιλτράρισμα των τιμών της σειράς γίνεται δημιουργώντας μια νέα σειρά, με αφετηρία την πρώτη δημοσκόπηση. Οι τιμές της φιλτραρισμένης σειράς συνιστούν ένα σταθμισμένο άθροισμα της προηγούμενης φιλτραρισμένης τιμής και της παρούσας δημοσκόπησης. Το βάρος της παρούσας δημοσκόπησης γίνεται όλο και μικρότερο, όσο μεγαλώνει το δειγματοληπτικό της σφάλμα. Αντίστοιχα, το βάρος της παρούσας δημοσκόπησης γίνεται όλο και μεγαλύτερο, όσο μεγαλώνει το . Έτσι, δημιουργείται διαδοχικά (forward) η σειρά των φιλτραρισμένων ποσοστών. Τα κενά της σειράς (missing values) που συμπληρώθηκαν, θεωρούνται ότι προέρχονται από έρευνες με πολύ μικρό μέγεθος δείγματος, ώστε να έχουν πολύ μεγάλο δειγματοληπτικό σφάλμα και κατ’αυτόν τον τρόπο να έχουν πολύ μικρό βάρος στη δημιουργία των φιλτραρισμένων ποσοστών.
  3. Kalman smoothing. Στο βήμα αυτό ακολουθεί η διαδικασία της εξομάλυνσης (smoothing), η οποία στηρίζεται στις φιλτραρισμένες τιμές. Η διαδικασία αυτή είναι αναδρομική. Ξεκινώντας από την τελευταία φιλτραρισμένη τιμή και πηγαίνοντας προς τα πίσω (backward), εξομαλύνει τις φιλτραρισμένες τιμές.

Η εξομάλυνση γίνεται με τέτοιο τρόπο, ώστε όσο χειρότερα μια φιλτραρισμένη τιμή προβλέπει την επόμενή της, τόσο μεγαλύτερη είναι η εξομάλυνση που δέχεται. Στην περίπτωσή μας (υποθέτοντας ότι το αληθινό ποσοστό ξ ακολουθεί το υπόδειγμα του τυχαίου περίπατου χωρίς τάση) εφαρμόσθηκε η παραπάνω τεχνική θέτοντας α=0 και γ=1.
Τα κυριότερα πλεονεκτήματα της μεθόδου είναι:

  • Επιτρέπει τη διάκριση της αληθινής μεταβολής στην κοινή γνώμη από το δειγματοληπτικό σφάλμα
  • Μειώνει το δειγματοληπτικό σφάλμα. Η μείωση αυτή επιτυγχάνεται, διότι στον υπολογισμό της εξομαλυσμένης τιμής χρησιμοποιείται το σύνολο της πληροφορίας όλων των διαθέσιμων ερευνών. Όσο μικρότερο είναι το δείγμα κάθε έρευνας, τόσο μεγαλύτερη είναι η μείωση που επιφέρει η μέθοδος στο δειγματοληπτικό σφάλμα. Επίσης, όσο καλύτερη προσαρμογή έχουμε στο AR(1) υπόδειγμα, άρα όσο μικρότερο γίνεται το σu2, τόσο περισσότερο μειώνεται το τυπικό σφάλμα της εξομαλυσμένης τιμής.
  • Χρησιμοποιώντας τις εξομαλυσμένες τιμές είναι δυνατόν να γίνουν ακριβέστερες προβλέψεις.

Οι περιορισμοί της τεχνικής είναι:

  1. Δεν λειτουργεί αποδοτικά για πολύ μικρά ποσοστά επειδή χρησιμοποιεί ένα γραμμικό υπόδειγμα για την μεταβολή της κοινής γνώμης. Άρα τα συμπεράσματα που προκύπτουν για τα μικρά ποσοστά είναι επισφαλή.
  2. Η μέθοδος αυτή διορθώνει τις επιδράσεις του δειγματοληπτικού σφάλματος. Δεν μπορεί όμως να διορθώσει τα μη-δειγματοληπτικά σφάλματα.

Η εξομάλυνση Kalman έγινε με τη βοήθεια του στατιστικού προγράμματος Sampleniser που δημιούργησαν οι Green, D and Gerber (1999).

Στον παρακάτω πίνακα του παραρτήματος παρατίθενται τα αποτελέσματα της εκτίμησης ύπαρξης τάσης (deterministic trend) στα υποδείγματα ARIMA (0,1,0) των εξομαλυσμένων ποσοστών της πρόθεσης ψήφου.

ξ σταθερά
P-value
ΝΔ
0,090 0,010
ΠΑΣΟΚ 0,005 0,880
ΚΚΕ -0,010 0,810
ΣΥΡΙΖΑ 0
ΛΑΟΣ -0,050 0,024
ΛΟΙΠΑ -0,050 0,024

Με βάση τον παραπάνω πίνακα, η ΝΔ έχει στατιστικά σημαντική ανοδική τάση, Ο ΛΑΟΣ και τα Λοιπά κόμματα έχουν στατιστικά σημαντική πτωτική τάση, ενώ το ΠΑΣΟΚ, το ΚΚΕ και ο ΣΥΝ δεν έχουν στατιστικά σημαντική τάση. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό, ότι το ΠΑΣΟΚ περιγράφεται από ένα στάσιμο AR(1) υπόδειγμα (με γ=0,89), το ΚΚΕ περιγράφεται από ένα στάσιμο AR(1) υπόδειγμα (με γ=0,88), ενώ ο ΣΥΝ ήταν διαχρονικά σταθερός σε όλη την προεκλογική περίοδο, αν αφαιρεθεί το δειγματοληπτικό σφάλμα.
Όλες οι εκτιμήσεις των υποδειγμάτων πραγματοποιήθηκαν με το στατιστικό πρόγραμμα SPSSWIN (V.11.0).

Τα διαγράμματα και οι πίνακες του κειμένου:

Υποσημειώσεις:

(1) Σε συνεργασία, τότε, με την εταιρεία VPRC.
(2)
Από τις υπόλοιπες εταιρείες δημοσκοπήσεων του κλάδου, επαναλαμβανόμενες, σε αραιότερα όμως χρονικά διαστήματα, τηλεφωνικές έρευνες για τη μέτρηση της ψήφου, στην προεκλογική περίοδο του 2004, πραγματοποίησε μόνον η εταιρεία RASS. Μετά τις εκλογές του 2004, σχεδόν το σύνολο των εταιρειών του κλάδου υιοθέτησε την τηλεφωνική μέθοδο, σε αντίθεση με τις εντονότατες ενστάσεις, που είχαν εκφρασθεί αρχικά, ακόμη και από τους εκπροσώπους του κλάδου (ΣΕΔΕΑ). Ωστόσο, αρκετές εταιρείες, εξακολουθούν να δίδουν εκτιμήσεις και με την παραδοσιακή μέθοδο (της «κάλπης»), γεγονός που αρκετές φορές προκαλεί σύγχυση.
(3)
Βλέπε τα ντοκουμέντα της σχετικής αντιπαράθεσης, καθώς και τη θέση του ΣΕΔΕΑ στο αφιέρωμα: «Η πολιτική αντιπαράθεση για τις δημοσκοπήσεις στις εκλογές του 2004», στην ιστοσελίδα: http://www.mavris.gr/791/polls-2004-attack/
(4)
Βλέπε σχετικά, αντί πολλών, το άρθρο του Γρηγόρη Τζιοβάρα, στην εφημερίδα το ΒΗΜΑ: «Ο πόλεμος των προγνωστικών: 7 εταιρείες, 7 αποτελέσματα. Πού συγκλίνουν και πού αποκλίνουν τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων που διεξήχθησαν το τελευταίο δεκαπενθήμερο»,  Κυριακή 24 Ιουνίου 2007.
(5)
Για μια αναλυτική παρουσίαση τoυ μηνιαίου βαρόμετρου της Public Issue, καθώς και των τριών δημοσιευμένων «κυμάτων» του προεκλογικού βαρόμετρου, βλέπε την ιστοσελίδα: http://www.publicissue.gr/ .
(6)
Η ακριβής διατύπωση της ερώτησης έχει ως εξής: «Στις εκλογές που έρχονται, μπορείτε να μου πείτε ποιο κόμμα θα ψηφίσετε;» Από τον ερευνητή σημειώνεται μόνο μια (οποιαδήποτε) αυθόρμητη απάντηση.
(7)
Μετράται με την ερώτηση: «Ανεξάρτητα από τις κομματικές σας προτιμήσεις, ποιο κόμμα πιστεύετε ότι θα κερδίσει στις εκλογές που έρχονται; Η Νέα Δημοκρατία, με μεγάλη διαφορά, το ΠΑΣΟΚ, με μεγάλη διαφορά, η Νέα Δημοκρατία, με μικρή διαφορά, το ΠΑΣΟΚ, με μικρή διαφορά;». Οι αυθόρμητες απαντήσεις «Κανένα από τα δύο» και «Άλλη απάντηση» κωδικοποιήθηκαν χωριστά.
(8)
Χρησιμοποιήθηκε η διπολική εκδοχή της ερώτησης: «Ανεξάρτητα από τις κομματικές σας προτιμήσεις, εάν είχατε να επιλέξετε για Πρωθυπουργό της χώρας, ανάμεσα στον κ. Γ.Παπανδρέου και στον κ. Κ.Καραμανλή, ποιος θα λέγατε ότι είναι ο καταλληλότερος, ο κ. Κ.Καραμανλής, ή ο κ. Γ.Παπανδρέου;» Οι αυθόρμητες απαντήσεις «Κανένας από τους δύο» και «Και οι δύο» κωδικοποιήθηκαν χωριστά.
(9)
Μετράται με την ερώτηση: «Για το μέλλον του τόπου, τι είναι καλύτερο; Μία κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ-Γιώργου Παπανδρέου, ή μια κυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας-Κώστα Καραμανλή;» Οι αυθόρμητες απαντήσεις «Κανένα από τα δύο» και «Και τα δύο» κωδικοποιήθηκαν χωριστά.
(10)
Σε αυτό το σημείο πρέπει να διευκρινισθεί, ότι ο όρος «πρόβλεψη» δεν χρησιμοποιείται με την τεχνική σημασία που έχει στη θεωρία των χρονολογικών σειρών (forecasting), καθώς η πρόβλεψη της εκλογικής επιρροής που δίνεται σε κάθε έρευνα δεν αποτελεί μια εκ των προτέρων πρόβλεψη του εκλογικού αποτελέσματος κατά την ημέρα των εκλογών, αλλά εκτίμηση της εκλογικής επιρροής των κομμάτων την χρονική περίοδο διεξαγωγής της έρευνας.
(11)
Βλέπε Παράρτημα 2α.
(12)
Βλέπε Παράρτημα 2β.
(13)
Βλέπε σχετικά τη διαδικτυακή αντιπαράθεση, «περί μεθοδολογίας», στην ιστοσελίδα:  http://www.mavris.gr/41/methodology_polls/
(14)
Βλέπε ενδεικτικά τα διαγράμματα 10 &11.
(15)
Βλέπε ενδεικτικά: Sanders (2004), Dolado, Gonzalo & Mayoral (2003), Norpoth & Gschwend (2003) , Lebo & Norpoth (2007), Clarke, Ho & Stewart (2000) και Brown & Chappell (1999).
(16)
Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινισθεί, ότι τα σταθμισμένα ποσοστά που δημοσιοποιούν όλες οι εταιρείες δημοσκοπήσεων δεν είναι τα πρωτογενή δεδομένα, αλλά αποτελούν και αυτά –εξ’ ορισμού- αποτέλεσμα στατιστικής επεξεργασίας. Συνεπώς, συνιστούν κατ’ ουσίαν και αυτά εκτιμήσεις της εκλογικής επιρροής των κομμάτων, τη χρονική περίοδο διεξαγωγής της έρευνας.
(17)
Βλέπε σχετικά Παράρτημα 3.
(18)
Βλέπε σχετικά Παράρτημα 2δ.
(19)
Βλέπε πίνακες 2, 3 & 4 και διαγράμματα 5, 6 & 7.
(20)
Βλέπε πίνακα 1 και διαγράμματα 3,4.
(21)
Βλ. σχετικά Παραρτήματα και 3.
(22)
Βλέπε πίνακες 1, 2, 3 & 4 και διαγράμματα 1, 2, 3, 4, 5, 6 & 7.
(23)
Βλέπε πίνακες 1, 2, 3 & 4 και διαγράμματα 3, 4, 5, 6 & 7.
(24)
Βλέπε πίνακες 1, 2, 3 & 4 και διαγράμματα 1, 2, 3, 4, 5, 6 & 7.
(25)
Βλ. σχετικά  διαγράμματα 8 και 9.
(26)
Βλ. σχετικά  διαγράμματα 8 και 9.
(27)
Βλ. σχετικά  διαγράμματα 8 και 9.
(28)
Βλέπε πίνακα 7.
(29)
Βλέπε σχετικά την προαναφερθείσα ανάλυση του Γρηγόρη Τζιοβάρα: «7 εταιρείες, 7 αποτελέσματα» στο ΒΗΜΑ της Κυριακής, 24/6/2007.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Boy D. & Chiche J. (1999), «Η ποιότητα των ερευνών πρόθεσης ψήφου: η περίπτωση των δημοτικών εκλογών 1998», στο συλλογικό τόμο: VPRC, Η κοινή γνώμη στην Ελλάδα, 1999-2000. Αθήνα: εκδ.Νέα Σύνορα-Α.Λιβάνης, σ.355-382.
  • Blumenthal, M (2006), “Gallup & the Samplemiser” στο www.mysterypollster.com/ main/2006/02/gallup_the_samp.html.
  • Brown, L. & Chappell, H. (1999), “Forecasting Presidential Elections using History and Polls”, International Journal of Forecasting, 15, 127-135.
  • Clarke, H., Ho, K. & Stewart, M. (2000), “Major’ s lesser (not minor) effects: prime ministerial approval and governing party support in Britain since 1979”, Electoral Studies, 19(2000), 255-273.
  • Curtice J. (1997), “So How Well did they do? The polls in the 1997 Elections”, CREST, working paper, No 56.
  • Cuzan, G., Armstrong, S. & Jones, R. (2005), «Combining methods to forecast the 2004 presidential election: the Pollyvote», prepared for presentation at the Southern Political Science Association, New Orleans, January 6, 2005.
  • De Lurgio S.(1998), Forecasting Principles and Applications, Singapore, McGraw-Hill.
  • Dolado, J, Gonzalo, & Mayoral, L (2003), “Long Range Dependence in Spanish Political Opinion Poll Series”, Journal of Applied Econometrics, 18, 137-155.
  • Green, D ,Gerber, A and De Boef, S. (1999), “Tracking opinion over time, a method for reducing sampling error”, Public Opinion Quarterly, 63, 178-192.
  • Green, D and Gerber, A. (2003), “Εxtracting Signal from Noise in Survey Data.Filtering and Parameter Estimation Using Samplemiser 4.0”, στο http://www.samplemiser.com.
  • Green M., Krosnick J. & Holbrook A. (2002), “The Survey Response Process in Telephone and Face-to-Face Surveys: Differences in Respondent Satisficing and Social Desirebility Response Bias”, στο http://www.edu/~nes/resources/techrpts/tech-ebs/tech-ab62.htm
  • Hagen, M, Johnston, R and Jamieson, K. (2001), “Dynamics of the 2000 presidential campaign:evidence from the Annenberg survey”, prepared for presentation at the Midwest Political Science Assosiation 2001 Annual Meeting.
  • Lebo, M. & Norpoth, H. (2007), “The PM and the Pendulum: Dynamic Forecasting of British Elections”, British Journal of Political Science, 37, 71-87.
  • Μαυρής, Γ. (2004α), Ανάλυση προεκλογικού βαρόμετρου της VPRC, Καθημερινή, 9/3/2004.
  • Μαυρής, Γ. (2004β), Οι Βουλευτικές Εκλογές του 2004, περιοδικό Έμφαση, τ.18, Ιανουάριος-Φεβρουάριος-Μάρτιος, σελ.15-32.
  • Μαυρής, Γ. & Συμεωνίδης, Γ. (2005), «Βουλευτικές Εκλογές 2004: Πρόβλεψη του εκλογικού αποτελέσματος και επίδραση της προεκλογικής περιόδου», VPRC, H κοινή γνώμη στην Ελλάδα 2004, Λιβάνης.
  • Moon, Nick (1991), Opinion polls. History, theory and practice, Manchester and New York: Manchester University Press.
  • Morgan, G (1995), “Telephone polls have a history of inaccuracy”, από το site της Morgan Poll.
  • Neumann Ε. (1993), The Spiral of Silence. Public Opinion-Our Social Skin, Chicago and London: The University of Chicago Press.
  • Norpoth, H & Gschwend, T (2003), “The Red-Green Victory: Against all odds?”, German Politics and Society, June 2003, Special Issue on 2002 Bundestag Election, Ed. Russell Dalton and Robert Rohrschneider.
  • Sanders, D. (2004), “The Political Economy of UK Party Support, 1997-2004: forecasts for the 2005 general election”, prepared for the Political Studies Association EPOP Annual Conference, University of Oxford, September 10-12 2004
  • Sanders, D, Clarke, H, Stewart, M and Whiteley, P. (2003), “The Electoral Impact of the 2001 U.K General Election Campaigns”, prepared for Societa Italiana di Studi Elettorali, VIII Convegno Internazionale, Le campagne elettorali, Venezia, Isola di San Servolo.
  • Sparrow, N. (2005), «Challenges facing the pollsters next time» στο www.britishpollingcouncil.org/nick-sparrow.pdf
  • Summerhill, W and Taylor, C.(1992), “Selecting a data collection technique”, Circular PE-21, from series of Program Evaluation and Organization Development, Florida Cooperative Extention Service.
  • Τζιοβάρας, Γρηγόρης. (2007), «Ο πόλεμος των προγνωστικών: 7 εταιρείες, 7 αποτελέσματα», ΒΗΜΑ της Κυριακής, 24/6/2007.
  • Worchester, R., Mortimore,R. & Gosschalk , B (2001), «The 2001 British General Election» στον τόμο «Explaining Labour’s Second Landslide» (London:Politico’s).

*Γιώργος Συμεωνίδης είναι μαθηματικός (M.Sc), αναλυτής στατιστικών υποδειγμάτων. Επιστημονικός συνεργάτης της Public Issue από το 2001.