Το τέλος του μεταπολιτευτικού δικομματισμού

Εκτύπωση | Email | Διάδοση |

 

Συνέντευξη στην εφημερίδα ΕΠΟΧΗ (29/04/2012). Τη συνέντευξη πήρε η Ιωάννα Δρόσου

 

Βρισκόμαστε μια βδομάδα πριν τις εκλογές. Τα αποτελέσματα της κάλπης έχουν κριθεί ή θα έχουμε εκπλήξεις;

Γενικά υπάρχει πρωτοφανής ρευστότητα. Πιστεύω, όμως ότι οι γενικές τάσεις, που καταγράφηκαν στις τελευταίες δημοσκοπήσεις, θα αποτυπωθούν και στην κάλπη. Οι τάσεις αυτές και οι μεταβολές που έχουν συμβεί είναι ιστορικών διαστάσεων και δεν μπορεί να ανατραπούν από μια προεκλογική εκστρατεία, ουσιαστικά ανύπαρκτη, εντελώς παρακμιακή και χωρίς καμία δυναμική. Από την άλλη πλευρά, βέβαια, δεν αποκλείεται να υπάρξουν μικροδιαφοροποιήσεις στα ποσοστά των κομμάτων και μικρής εμβέλειας εκλογικά ρεύματα. Αλλά η γενική φωτογραφία είναι αυτή που καταγράφηκε.

Να προσπαθήσουμε να αποτυπώσουμε αυτή τη γενική φωτογραφία;

Είναι προφανές ότι θα υπάρξει συντριβή του δικομματισμού. Σε καμία περίπτωση δεν θα ξεπεράσει η δύναμη των δύο κομμάτων το ½ της δύναμης του 2009. Το ποσοστό τους θα είναι από τα χαμηλότερο –εάν όχι το χαμηλότερο- στην ελληνική εκλογική ιστορία. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι υπάρχει άνοδος της αριστεράς και της άκρας δεξιάς, όπως και ανοικτή διάσπαση της Νέας Δημοκρατίας, με την εμφάνιση του Π. Καμμένου. Η επόμενη Βουλή θα είναι σίγουρα πολυκομματική, με ανοιχτό το ενδεχόμενο να έχει 7, 9 ή 10 κόμματα. Αυτά τα στοιχεία μπορούμε να τα θεωρούμε δεδομένα. Το αποτέλεσμα των εκλογών θα είναι ιστορικής σημασίας, με πολλαπλές συνέπειες εντός και εκτός Ελλάδος.

 Θα προκύψει αυτοδύναμη κυβέρνηση;

Κατ’ αρχάς συζητάμε μόνο για το ενδεχόμενο συμμαχικής κυβέρνησης. Το δεδομένο ότι το πρώτο κόμμα δεν θα εξασφαλίζει αυτοδυναμία δεν επιδέχεται καμία αμφισβήτηση από εχέφρονες ανθρώπους. Ό,τι λέγεται σε σχέση με την αυτοδυναμία, λέγεται για λόγους προπαγανδιστικούς. Από τη στιγμή, λοιπόν, που είναι δεδομένο ότι θα υπάρξει κυβέρνηση συνασπισμού, το πρόβλημα δεν αφορά το εκλογικό σώμα, αλλά τα κόμματα της διακυβέρνησης. Η πιθανότητα να μην υπάρξει αυτοδυναμία αφορά αποκλειστικά τη βούληση των κομμάτων διακυβέρνησης, τα οποία έχουν μάθει να μονοπωλούν την εξουσία και επειδή πρόκειται για μηχανισμούς εξουσίας που επιδιώκουν την αυτοσυντήρηση και αυτό-αναπαραγωγή τους δεν δέχονται να την μοιρασθούν. Κατά ειρωνικό τρόπο, η απόρριψη των κυβερνήσεων συνασπισμού γίνεται στο όνομα του φιλοευρωπαϊκού προσανατολισμού. Ωστόσο, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, οι κυβερνήσεις συνασπισμού αποτελούν τον κανόνα τις τελευταίες 3 δεκαετίες.

 Δύσκολα θα εξασφαλιστούν οι 151 έδρες;

Με τα μέχρι πριν την απαγόρευση στοιχεία των δημοσκοπήσεων, κατά τη γνώμη μου, το σενάριο να μην συγκεντρώνουν τα δύο κόμματα το ποσοστό που απαιτεί ο εκλογικός νόμος (38%, με δεδομένο ότι τα λοιπά κόμματα θα είναι τουλάχιστον 5%) είναι αρκετά πιθανό. Οι εκτιμήσεις όσων δημοσιογράφων πιστεύουν ότι θα ξεπεράσει το 45% ή και το 50%, νομίζω ότι είναι εκτός πραγματικότητας. Φυσικά, δεν μπορεί να αποκλειστεί και  κάποιος άλλος συνδυασμός του πρώτου κόμματος, με άλλα, που θα εξασφαλίζει αυτό το όριο.

 Τα νέα κόμματα αντέχουν;

Δεν το γνωρίζουμε. Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι ο παλιός κόσμος τελειώνει και ο καινούριος δεν έχει αναδειχθεί. Οι εκλογές δεν θα τερματίσουν την κρίση εκπροσώπησης. Αντιθέτως, θα αποτελέσουν ένα σημείο καμπής και περαιτέρω διεύρυνσης αυτής της κρίσης. Θα είναι σημείο αφετηρίας νέων διεργασιών σε όλους τους πολιτικούς χώρους. Οι εκλογές θα πιστοποιήσουν την απονομιμοποίηση του μνημονίου και το οριστικό τέλος του μεταπολιτευτικού δικομματισμού. Αυτό το στοιχείο θα είναι μόνο η αφετηρία.

 Θα ακολουθήσουν σύντομα και επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις;

Οι εκλογές της 6ης Μαΐου είναι οι τελευταίες της ύστερης περιόδου της μεταπολίτευσης. Κλείνει οριστικά ο κύκλος. Είναι προφανές ότι δεν πρόκειται να αποκρυσταλλωθεί το νέο κομματικό σύστημα σε μία εκλογική αναμέτρηση. Θα απαιτηθεί κάποιος χρόνος. Πιθανότατα δύο ή και τρεις εκλογικές αναμετρήσεις. Θα υπάρξουν διεργασίες και εντός του κοινοβουλίου, που αντικειμενικά θα ενισχυθεί ο ρόλος του ως πεδίο ζυμώσεων και ανακατατάξεων. Μπορεί να δούμε φαινόμενα ίδρυσης και νέων κομμάτων ή και διάσπασης των υφιστάμενων. Όλα αυτά θα ανοίξουν την επόμενη των εκλογών.

 Στις τελευταίες δημοσκοπήσεις είδαμε σημαντική μείωση της αποχής. Θα επηρεαστεί το αποτέλεσμα αν καταγραφεί αυτό;

Στην Ελλάδα δεν έχουμε παράδοση αποχής. Το πρόβλημα δημιουργήθηκε από τις ευρωεκλογές του 2009. Μετά το μνημόνιο (2010-2011) είδαμε μια τάση του κόσμου προς την αποχή, αλλά εκείνες οι δημοσκοπήσεις δεν ήταν προεκλογικές. Νομίζω ότι όντως η αποχή μειώνεται, δεν αποκλείεται να παραμένει περίπου στα επίπεδα των βουλευτικών εκλογών του 2009, ή σε λίγο υψηλότερα. Υπάρχει σαφώς διάθεση του κόσμου να αποδοκιμάσει την πολιτική του μνημονίου. Η αυξημένη συμμετοχή λειτουργεί εις βάρος των πρώην μεγάλων κομμάτων και δεν ευνοεί τα κόμματα, τα οποία είναι σχετικά περιχαρακωμένα, όπως για παράδειγμα το ΚΚΕ και, σε μικρότερη κλίμακα, η Δημοκρατική Συμμαχία. Αντιθέτως, η αύξηση της συμμετοχής θα ευνοήσει τα κόμματα, που είναι συνδεδεμένα με την κοινωνική διαμαρτυρία και σε αυτά κατατάσονται ο ΣΥΡΙΖΑ, η Δημοκρατική Αριστερά και οι Οικολόγοι. Αν η κοινωνική διαμαρτυρία πάρει το δρόμο της αποχής και της εξόδου από το εκλογικό σώμα θα ευνοηθούν τα μεγάλα κόμματα, που έχουν έναν πυρήνα ψηφοφόρων μεγάλων ηλικιών που είναι σταθεροί και θα τα ακολουθούσαν ούτως ή άλλως.

 Τη μεγαλύτερη άνοδο, από τις προηγούμενες εκλογές, έχει καταγράψει η Χρυσή Αυγή…

Όχι τη μεγαλύτερη άνοδο έχει καταγράψει το κόμμα του κ. Καμμένου, το οποίο από τη στιγμή που συγκροτήθηκε εκτινάχθηκε σε ποσοστά άνω του 10%.

Ωστόσο, οι Ανεξάρτητοι Έλληνες δεν έχουν καταγραφεί ξανά εκλογικά.

Ναι, αλλά και η Χρυσή Αυγή δεν έχει σχέση με τη Χρυσή Αυγή που ξέραμε μέχρι τώρα. Αρκεί να πούμε ότι μόνο 1 στους 10 νέους ψηφοφόρους της προέρχεται από την παλιά Χρυσή Αυγή. Οι υπόλοιποι 9 είναι ψηφοφόροι άλλων κομμάτων. Οι μισοί προέρχονται από τη Νέα Δημοκρατία, το 1/3 από τον ΛΑΟΣ και υπάρχει και ένα ποσοστό ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ. Το σημαντικό είναι ότι δεν πρόκειται για ρεύμα μόνο των μητροπολιτικών περιοχών, αλλά πανεθνικής εμβέλειας, επικεντρωμένο στη νεολαία κυρίως της επαρχίας.

Ενώ παρατηρείται ενίσχυση της Αριστεράς, βλέπουμε ότι το ΚΚΕ, οι Οικολόγοι Πράσινοι και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν παρουσιάζουν μεγάλη δημοσκοπική άνοδο.

Ο μεγάλος κερδισμένος από την άνοδο της Αριστεράς –πέρα από την ευρύτερη άθροιση των ποσοστών των σχηματισμών αυτών- είναι χωρίς αμφιβολία ο ΣΥΡΙΖΑ. Με βάση τις προεκλογικές δημοσκοπήσεις, ο ΣΥΡΙΖΑ αμφισβητεί τη δεύτερη θέση από το μικρό πλέον ΠΑΣΟΚ. Η ανάπτυξη της αριστεράς ευνοείται από το μπλοκάρισμα του δικομματισμού. Δεν ξέρουμε αν αυτή θα αποδειχθεί μονιμότερη ή θα είναι στιγμιαία. Πάντως προς τα εκεί κινείται. Με τον ίδιο τρόπο είχε κινηθεί και το 2008. Η μεγάλη διαφορά είναι το 2008 υπήρχε το ΠΑΣΟΚ, το οποίο ανέκαμψε ενεργοποιώντας για τελευταία φορά τη θεσμική λειτουργία του δικομματισμού, ενώ σήμερα κάτι παρόμοιο δεν υφίσταται.

Το ΚΚΕ, με τον δημόσιο λόγο του, μοιάζει σαν να τρέμει την περίπτωση του να είναι αντιπολίτευση. Είναι έτσι;

Το ΚΚΕ είναι ένα ιδιότυπο κόμμα, το οποίο προτάσσει την καθαρότητα και τις ανάγκες αυτό-αναπαραγωγής του, ακόμα και θυσιάζοντας την οποιαδήποτε δυνατότητα ανάπτυξης δυναμικής στην Αριστερά. Είναι σαν να μην ενδιαφέρεται να αυξήσει την επιρροή του, πέρα από κάποιο όριο, και αυτό νομίζω ότι έχει να κάνει με την προτεραιότητα που δίνει στην ανάπτυξη του κομματικού μηχανισμού. Από αυτήν την άποψη, το σύνθημα «Ισχυρό ΚΚΕ-ισχυρός ο Λαός» είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό.

Ο ΣΥΡΙΖΑ παρουσιάζει αυξημένα ποσοστά. Δημοσκοπική άνοδο έχουμε ξαναδεί στο παρελθόν, πριν την εκλογική πτώση…

Δεν ισχύει αυτό. Μετά το Δεκέμβρη του 2008, οι προεκλογικές δημοσκοπήσεις κατέγραψαν τη συνεχή αποδυνάμωση του ΣΥΡΙΖΑ. Σήμερα δεν καταγράφεται πτώση. Ξαναλέω, έχει να κάνει άμεσα με την ιστορική διάλυση του ΠΑΣΟΚ. Όσοι δεν πιστεύουν αυτή τη δυναμική θα πρέπει να απαντήσουν πού θα πάει το 20-25% του εκλογικού σώματος που τα τελευταία 15 χρόνια εκπροσωπήθηκε προνομιακά από το ΠΑΣΟΚ: οι μισθωτοί του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, οι αυτοαπασχολούμενοι, η νεολαία.

Ο λόγος της ΔΗΜΑΡ παρουσιάζει αμφισημία. Τη μια δηλώνει αντιμνημονιακό κόμμα και την άλλη ότι το μνημόνιο είναι νόμος του κράτους που πρέπει να το σεβαστούμε…

Όντως παρουσιάζει έναν αντιφατικό λόγο. Πρέπει, όμως, να πούμε ότι η ΔΗΜΑΡ έχει μπει σε καθοδική πορεία από την αρχή του χρόνου. Σε περιόδους κρίσης και ανακατάταξης υπάρχουν κόμματα που ονομάζονται διάττοντα. Δεν ξέρουμε μέχρι τις εκλογές πώς θα κινηθεί το ποσοστό της ΔΗΜΑΡ. Πάντως σίγουρα το στοιχείο της αντιφατικής ρητορικής της, το οποίο θα αποτυπωθεί και στη σύνθεση της νέας κοινοβουλευτικής ομάδας, αφήνει περιθώρια για περαιτέρω εξελίξεις.

Οι γαλλικές εκλογές επηρεάζουν τις ελληνικές;

Παρά τα λεγόμενα του Τύπου, είναι πολύ δύσκολο εθνικές εκλογές σε κάποια χώρα να επηρεάσουν καθοριστικά την πολιτική σκηνή σε κάποια άλλη. Σίγουρα δημιουργείται ένα κλίμα που αφορά την πολιτική στην Ευρώπη και άρα υπάρχει μια έμμεση επίδραση. Αλλά αυτή τη στιγμή δεν έχουμε καν το αποτέλεσμα των γαλλικών εκλογών, το οποίο κατά τη γνώμη μου είναι ανοιχτό. Αυτό που θα κρατούσα είναι η άνοδος της ακροδεξιάς. Είναι η δεύτερη φορά που οι γαλλικές δημοσκοπήσεις υποεκτιμούν την ακροδεξιά και αυτός είναι ένας επιστημονικός φόβος μου και για τις ελληνικές δημοσκοπήσεις. Επειδή πρόκειται για ψήφο «μη-πολιτικώς ορθή» και μη αποδεκτή από τα μέσα ενημέρωσης (η περίπτωση Καρατζαφέρη είναι διαφορετική), δεν μπορώ να αποκλείσω το ενδεχόμενο υποεκτίμησης.

Η αριστερά, ωστόσο, κατέγραψε υψηλά ποσοστά. Μάλιστα η Μοντ είχε ένα δημοσίευμα με τίτλο «Μελανσόν χωρίς σύνορα», εννοώντας ότι υπάρχει μια ευρωπαϊκή τάση αύξησης της αριστεράς.

Επειδή τα προβλήματα είναι κοινά σε όλες τις χώρες οι κοινωνικές αντιθέσεις μπορεί να λαμβάνουν ανάλογες μορφές. Επομένως είναι πιθανό να παρατηρηθεί συντονισμός εθνικών κύκλων των πολιτικών αγώνων. Δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή. Αλλά το γεγονός ότι υπάρχει άνοδος της αριστεράς, δείχνει ότι η αριστερά επανέρχεται στο προσκήνιο χωρίς, όμως, να έχει απαντήσεις.