To ΠΑΣΟΚ του Ευάγγελου Βενιζέλου

Που εντοπίζεται η συνεχιζόμενη μετεκλογικά φθίνουσα πορεία του κόμματος

Εκτύπωση | Email | Διάδοση |

Ανάλυση

του ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΥΡΗ

Στις βουλευτικές του 2012, η αποδοκιμασία και των δύο κομμάτων της διακυβέρνησης υπήρξε πρωτοφανής. Το ΠΑΣΟΚ τιμωρήθηκε περισσότερο σκληρά για την προσφυγή της Ελλάδας στο ΔΝΤ και την υπογραφή του 1ου Μνημονίου, δύο χρόνια πριν. Συντρίφθηκε εκλογικά και έλαβε, μόλις 13,2% (833.527 ψήφους) και ακόμη λιγότερο στις επαναληπτικές εκλογές του Ιουνίου (755.868, 12,3%). Το πρώτο ποσοστό του ήταν χαμηλότερο ακόμη και από εκείνο που πήρε, όταν πρωτοεμφανίσθηκε στην ελληνική πολιτική σκηνή το 1974 (13,4%).

Με τις εκλογές του Μαΐου, το μεταπολιτευτικό ΠΑΣΟΚ έκλεισε το βιοπολιτικό του κύκλο. Από τις βουλευτικές του Οκτωβρίου του 2009, όταν ο Γιώργος Α. Παπανδρέου επέστρεψε θριαμβευτικά στην εξουσία με ποσοστό 43,9% (3.012.373 ψήφους) και μέσα σε 30 μήνες, μόλις, απώλεσε 2,2 εκατομμύρια ψήφους, αριθμός που αντιστοιχεί στο 31% του ενεργού εκλογικού σώματος (δηλαδή των ψηφισάντων) του 2009. Πρόκειται ασφαλώς για τη μεγαλύτερη εκλογική μετατόπιση που παρατηρήθηκε ποτέ στην μεταπολιτευτική εκλογική ιστορία της χώρας.

 Που διατηρήθηκε

 Ωστόσο, παρά την ιστορική ήττα του, υπήρξαν περιοχές (παραδοσιακά προπύργια), όπου διατήρησε αξιόλογα ποσοστά και παρέμεινε δύναμη «εθνικής εμβέλειας». Το ΠΑΣΟΚ συγκρατήθηκε κυρίως στις αγροτικές περιοχές της χώρας, όπου έλαβε ποσοστό 16%. (Είναι γνωστό ότι η εκλογική μεταστροφή της υπαίθρου ακολουθεί συνήθως με υστέρηση ενός εκλογικού κύκλου). Από το σύνολο των 1034 καποδιστριακών δήμων της χώρας, σε 137 διατήρησε ποσοστά πάνω από 20% (γράφημα 1). Τον Μάιο, σε δύο περιφέρειες έλαβε ποσοστό πάνω 18% (Κρήτη 18,6%, Αν.Μακ-Θράκη 18,4% – λόγω της υπερψήφισής του από τη μουσουλμανική μειονότητα  της Ροδόπης) και σε άλλες δύο πάνω από 16% (Δυτική Ελλάδα 16,2%, Ήπειρος 16,4%). Τον Ιούνιο, υπήρξαν τρεις νομοί όπου συγκέντρωσε πάνω από 20% (Λασίθι 23,9%, Ρέθυμνο 21,7%, Ροδόπη 20,5%), αλλά μόλις σε 11 νομούς συγκρατήθηκε σε ποσοστά πάνω από 15% (π.χ. Γρεβενά 19,3%, Χίος 19%, Ηράκλειο 18,6%, Ευρυτανία 18% Θεσπρωτία 17,5%).

Αντιθέτως το ΠΑΣΟΚ κατέρρευσε κυριολεκτικά στα αστικά κέντρα (11% τον Ιούνιο) και κυρίως στην Πρωτεύουσα, όπου συγκέντρωσε ποσοστό μόλις 8,5%. Στις αμιγώς εργατικές περιοχές των δυτικών προαστίων και του Πειραιά, όπου το 1981 είχε αποσπάσει την απόλυτη πλειοψηφία και το 2009 είχε υπερβεί το 43%, τώρα δεν ξεπέρασε το 10%. Ενδεικτικά, έλαβε στο Περιστέρι 8% (50,9% το 1981), στο Αιγάλεω 9% (52,7% το 1981), στη Νίκαια 7,9% (48,3%) και στο Κερατσίνι 8% (53,7%).

Το 2012, η (εναπομείνασα) εκλογική βάση του ΠΑΣΟΚ εμφάνισε παρόμοια κοινωνικά χαρακτηριστικά με εκείνη της ΝΔ. Επικεντρώθηκε επίσης στους συνταξιούχους (20%), τους ηλικιωμένους (21%, καλύτερη κοινωνικο-οικονομική κατηγορία του), τους κατοίκους της υπαίθρου (16%), αλλά και σε μερίδα των εξασφαλισμένων (17%). Η επιρροή του μεταξύ των μισθωτών, η οποία κάποτε ξεπερνούσε το 50% (και 44% το 2009), συρρικνώθηκε τώρα σε μόλις 7-10% (γράφημα 2).
Σε δημογραφικούς όρους, το εκλογικό ακροατήριο του ΠΑΣΟΚ αποδείχθηκε (όπως της ΝΔ) γερασμένο. Μεταξύ των ψηφοφόρων 65 ετών και άνω απέσπασε ποσοστό 21%, ενώ μεταξύ εκείνων ηλικίας 55-64 ετών, 14%. Σε αυτές τις δύο ηλικιακές ομάδες εντάσσεται το 67% των εκλογέων του ΠΑΣΟΚ.

 Η μετεκλογική πορεία

Η κοινωνική αποδυνάμωση του συγκεκριμένου κομματικού χώρου δεν τερματίστηκε με τις εκλογές. Αντιθέτως, μετά από αυτές επιταχύνθηκε. Το πολιτικό αποτέλεσμα της ιστορικής εκλογικής συντριβής του ΠΑΣΟΚ, τον Μάιο και τον Ιούνιο, στους μήνες που ακολούθησαν, ήταν η περαιτέρω αποδέσμευση παραδοσιακών ψηφοφόρων του. Η πρωτοφανής απόφαση για κατάργηση της οργανωτικής δομής του κόμματος, που επιβλήθηκε αιφνιδιαστικά λίγες μέρες μετά τις εκλογές, επισφράγισε τον εκφυλισμό και τη διάλυση της ιστορικής κομματικής μορφής. Τον Μάρτιο του 2012, πριν από τη βουλευτική αναμέτρηση, συμμετείχαν στην εκλογή του σημερινού Προέδρου (με βάση τα επίσημα στοιχεία) 236.151 μέλη και φίλοι του ΠΑΣΟΚ. Μετά την εκλογή του Βαγγέλη Βενιζέλου, τα στελέχη του και ο Τύπος «της παράταξης» αισιοδοξούσαν: «Ο απρόβλεπτα υψηλός βαθμός συμμετοχής στην ψηφοφορία θέτει ευθέως σε αμφισβήτηση το σύνολο των τελευταίων δημοσκοπικών ευρημάτων, καθώς ο αριθμός των συμμετεχόντων αντιστοιχεί περίπου στο 3,5% του εκλογικού σώματος. Επομένως, σύμφωνα με τις κατάλληλες «αναγωγές», η αφετηρία του ΠΑΣΟΚ σήμερα θα βρισκόταν γύρω στο 22%» (ΤΑ ΝΕΑ 19/3/2012). Όμως, παρά τις διθυραμβικές προσδοκίες του παραταξιακού τύπου, οι εκλογές που ακολούθησαν, μόλις δύο μήνες μετά, το ΠΑΣΟΚ αντί του προσδοκώμενου 22%, αποτέλεσαν μια δυσάρεστη έκπληξη.

Τον Μάρτιο του 2013, ένα χρόνο μετά την εκλογή του Πρόεδρου του και 9 μήνες μετά τις εκλογές και την εξαγγελία του, πραγματοποιήθηκε, τελικά, το 9ο «Συντακτικό» Συνέδριο του κόμματος. Τώρα, στη διαδικασία για την ανάδειξη των εκπροσώπων του κόμματος πήραν μέρος μόλις 112.016 μέλη και φίλοι του υπολειπόμενου ΠΑΣΟΚ (γράφημα 3). Ο συγκεκριμένος αριθμός των συμμετεχόντων στις κομματικές διαδικασίες μας παρέχει μια επιπλέον ασφαλή ένδειξη για τη μετεκλογική απήχηση του κόμματος, ανεξάρτητα από τις δημοσκοπήσεις, που ωστόσο συγκλίνει με τις τελευταίες. Με βάση την ιστορικά διαμορφωμένη αναλογία ψηφοφόρων προς μέλη-φίλους (3.5:1) και αν υποτεθεί ότι η αποχή παραμένει στα επίπεδα των τελευταίων εκλογών, τότε οι εναπομείναντες ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ, δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν σήμερα τις 400-430.000 κοινωνική επιρροή που περιορίζεται στο 6,5%-7% του εκλογικού σώματος, δηλαδή το ½ της τελευταίας εκλογικής του επίδοσης. Στην εκτίμηση αυτή συγκλίνουν, πράγματι, και τα δεδομένα των δημοσκοπήσεων: Από τον περασμένο Οκτώβριο, η εκλογική του επιρροή προσγειώθηκε απότομα σε επίπεδα που δεν ξεπέρασαν ποτέ το 8%, ενώ τους τελευταίους 2 μήνες, πριν την κρίση της ΕΡΤ, είχε περιορισθεί στο 6,5% (γράφημα 4).  Τη μετεκλογική δημοσκοπική κατάρρευση ακολούθησε και η ραγδαία επιδείνωση της εικόνας του Ευάγγελου Βενιζέλου. Οι θετικές κρίσεις για αυτήν από 32-34% πριν τις εκλογές περιορίστηκαν σε 20-24% μετεκλογικά.

 Τα νέα δημογραφικά δεδομένα

Τα δημογραφικά δεδομένα της συνεχιζόμενης -κατά το μετεκλογικό 12μηνο- κοινωνικής του περιθωριοποίησης εμφαίνονται στο γράφημα 2 και είναι πάλι αποκαλυπτικά. Στους εκλογείς κάτω των 55 ετών εμφανίζει ποσοστά 3-5%. Στις δύο ηλιακές κατηγορίες άνω των 55 ετών, διατηρεί ποσοστά 8% και 11%, αντίστοιχα, σημειώνοντας όμως και σε αυτές, σοβαρές απώλειες (6-10%). Οι συνταξιούχοι ψηφοφόροι του, από 20% στις εκλογές, περιορίσθηκαν στο μισό (-10%), ενώ όπως ήταν αναμενόμενο επιταχύνθηκε μετά τις εκλογές και η εγκατάλειψή του από τους ψηφοφόρους της υπαίθρου. Διόλου τυχαία, η μόνη κοινωνικο-οικονομική κατηγορία του ενεργού πληθυσμού, όπου διατηρεί επιρροή (7%) πάνω από τον μέσο όρο, είναι οι μισθωτοί του Δημοσίου Τομέα (γράφημα 2).

 

Το σημερινό κομματικό μόρφωμα, διατηρεί μόνον το κέλυφος του ιστορικού κόμματος. Πρόκειται για ένα νέο προσωποπαγές κόμμα, κατά βάση, στελεχών και απασχολούμενων στις διάφορες βαθμίδες του κρατικού μηχανισμού ή ιστορικά και ισχυρά ταυτισμένων ηλικιωμένων ψηφοφόρων, σε περιοχές προπύργια «εκτός των τειχών», το οποίο ο επίγονος των Παπανδρέου κατάφερε να σταθεροποιήσει σε ένα ελάχιστο ποσοστό κοινωνικής-εκλογικής επιρροής· επιρροή που δεν είναι εύκολο να συμπιεστεί περαιτέρω, εάν δεν υπάρξουν μείζονες πολιτικές εξελίξεις. Ταυτόχρονα, σε στοιχειώδες οργανωτικό επίπεδο, εξακολουθεί να κινητοποιεί τοπικά, μερικές δεκάδες χιλιάδες «μέλη και φίλους», όπως πρόσφατα συνέβη με την εκλογή των νέων Νομαρχιακών Επιτροπών. Αντίθετα με μια βερμπαλιστική ρητορική, ένα παρόμοιο πολιτικό σχήμα διασώζεται και αυτό-αναπαράγεται, μόνον μέσω της συμμετοχής του στη νομή της  εξουσίας. Για αυτό και η ένταξη και παραμονή στην κυβέρνηση συνεργασίας του κ.Σαμαρά ωφέλησε σημαντικά τον συγκεκριμένο κομματικό οργανισμό.

Η σταθεροποίηση του νέου κόμματος του κ.Βενιζέλου, σε αυτά τα (χαμηλά) επίπεδα, του επιτρέπει άνετα να παραμένει στο πολιτικό παιχνίδι, ως «συνιστώσα», είτε του «κόμματος του μνημονίου» είτε της υπό ανασύνθεση κεντροαριστεράς, να οργανώνει τις διεθνείς συμμαχίες του και, ταυτοχρόνως, να διατηρεί την ιδιότητα του εκάστοτε κυβερνητικού εταίρου, στο νέο πολυκομματικό κομματικό σύστημα που διαμορφώνεται.

Κατά ειρωνικό τρόπο, αμέσως μετά τις εκλογές του Μαΐου, ο ίδιος ο νέος αρχηγός του ΠΑΣΟΚ χρέωσε την εκλογική καταστροφή και το «σάπισμα» του ΠΑΣΟΚ στον «κυβερνητισμό» του, εξαγγέλλοντας ταυτόχρονα την καταστροφή του «παλιού» και την εκ του μηδενός «αναγέννηση» του κόμματος. Αυτό, βεβαίως, δεν εμπόδισε σε τίποτα την άνευ όρων και ερήμην της διαβόητης «προγραμματικής συμφωνίας» συμμετοχή στην τρικομματική κυβέρνηση, ούτε φυσικά σήμερα την εμπλοκή σε έναν ενεργότερο και, τώρα πλέον, χωρίς καν προγραμματική συμφωνία «κυβερνητισμό».

 

  • Δημοσιεύθηκε στην ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ (27/6/2013)
  • English version