Οι αθέατες όψεις του εκλογικού πολέμου

Εκλογές σε δύο στάδια: Το ελληνικό εκλογικό πείραμα

Εκτύπωση | Email | Διάδοση |

Ανάλυση

του ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΥΡΗ

«Σπάνιες είναι οι χώρες στις οποίες κατά τη διεξαγωγή μιας εκλογής, το κόμμα που βρίσκεται στην εξουσία δεν επωφελείται από τη θέση του για να εξασφαλίσει την εύνοια των εκλογέων»

(Ζαν Μεϋνώ.1966.Οι πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα,1946-1965)

 Η εκλογική στρατηγική των κυβερνώντων, για την επικείμενη αναμέτρηση του Μαΐου, είναι σύνθετη και εξελίσσεται, ταυτοχρόνως, σε πολλαπλά επίπεδα. Περιλαμβάνει περισσότερο και λιγότερο αντιληπτές πλευρές. Ο ασφυκτικός έλεγχος των Μέσων ενημέρωσης και το καταιγιστικό προεκλογικό storytelling, σε όλες τις αποχρώσεις μεταξύ λευκού και μαύρου και, εφεδρικά, η «κινδυνολογία» συνιστούν τις ευδιάκριτες όψεις της. Κομβική θέση σε αυτήν τη στρατηγική κατέχει και η διαχείριση της υπόθεσης της Χρυσής Αυγής, ζήτημα το οποίο παραμένει ακόμη ανοικτό. Ο αρχικός σχεδιασμός περιλαμβάνει την προωθούμενη μεθόδευση για τον εκλογικό  αποκλεισμό της (όπως και των πιθανών διάδοχων σχημάτων της) και στοχεύει στην αντιμετώπιση-ουδετεροποίηση του κοινωνικού της ακροατηρίου, που εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει περί το 1/10 του εκλογικού σώματος. Θα κριθεί οριστικά στις αρχές Μαΐου, με τις αποφάσεις του Α’ τμήματος του Αρείου Πάγου, για το δικαίωμα συμμετοχής της στις περιφερειακές (έως τις 3 Μαΐου) και τις ευρωεκλογές (έως τις 11 Μαΐου). Εάν φυσικά το εγχείρημα ολοκληρωθεί, η εξουδετέρωση της ΧΑ, θα ωθήσει στις ευρωεκλογές ένα τμήμα, τουλάχιστον, της εκλογικής της βάσης στην αποχή. Στη «βεντάλια» των οφθαλμοφανών κινήσεων, τέλος, ανήκει και η ανοικτή πολιτική και επικοινωνιακή πριμοδότηση των κομμάτων-«αναχωμάτων», που προάγουν την ποθητή «αποκομματικοποίηση».

Ωστόσο, η προεκλογική στρατηγική δεν εξαντλείται μόνον σε αυτούς τους ορατούς πολιτικούς χειρισμούς ή την προπαγάνδα. Υπάρχει και η «αθέατη» πλευρά της, καθόλου υποδεέστερη. Το πολιτικό σκηνικό και το θεσμικό πλαίσιο των προσεχών εκλογών διαμορφώθηκε «υπόγεια», τους τελευταίους μήνες, με ένα εκτεταμένο πλέγμα πολυάριθμων αλλαγών, μέτρων και ρυθμίσεων, οι οποίες προωθήθηκαν «εντατικά», μέχρι και λίγες εβδομάδες πριν τις εκλογές. Η προχειρότητα και η κακοτεχνία που παρατηρείται σε ορισμένες περιπτώσεις, αποτέλεσμα του «επείγοντος» χαρακτήρα τους, δεν μειώνει σε τίποτα τη σημασία τους. Αυτές οι αλλαγές δεν περιορίζονται μόνο στο εξαιρετικά κρίσιμο και καθόλου ουδέτερο ζήτημα της ταυτόχρονης διεξαγωγής των εκλογών, που επιτρέπει στην κυβέρνηση να «συμπτύξει» και να ελέγξει την εκλογική «δοκιμασία» της. Εκτείνονται, αντιθέτως, σε πολύ ευρύτερα θέματα, που περιλαμβάνουν τις προϋποθέσεις εγγραφής στους εκλογικούς καταλόγους, την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος, το εκλογικό σύστημα τόσο των αυτοδιοικητικών εκλογών όσο και των ευρωεκλογών, τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, την απροκάλυπτη ενίσχυση του πολιτικού ρόλου των Μέσων ενημέρωσης, καθώς και τους όρους διεξαγωγής της προεκλογικής εκστρατείας.

Πρόκειται για αλλαγές που καταργούν άμεσα το εκλογικό δικαίωμα κάποιων κατηγοριών πολιτών (των ομογενών και των μεταναστών, που θεμελιώθηκε το 2010), που θέτουν περιορισμούς στην άσκησή του (κυρίως των ετεροδημοτών οι οποίοι αποτελούν ένα σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος, αλλά όχι μόνον) ή την δυσχεραίνουν έντεχνα. Πχ. το δικαίωμα των ετεροδημοτών να ψηφίζουν στον τόπο κατοικίας τους ισχύει μόνον στις βουλευτικές και τις ευρωεκλογές (και τα δημοψηφίσματα), όχι όμως και στις δημοτικές-περιφερειακές. Εξ ορισμού, επομένως, η ταυτόχρονη διεξαγωγή τους, το υπονομεύει. Αλλαγές που πριμοδοτούν ανοικτά την αποχή, με στόχο την «απαλλαγή» από το εκλογικό σώμα και την εξουδετέρωση της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Είναι ακόμη αλλαγές, που υποβαθμίζουν σημαντικά τη σημασία των εκλογών, συρρικνώνουν δραστικά την προεκλογική αντιπαράθεση των πολιτικών δυνάμεων και προωθούν τη διαδικασία της «αποδημοκρατικοποίησης»· δηλαδή της αναίρεσης της μεταπολιτευτικής αντιπροσώπευσης. Είναι λυπηρό αλλά δεν αποκλείεται αυτές οι «ασυνήθιστες» εκλογές να αποτελέσουν τη μεγαλύτερη δοκιμασία της ήδη αποδυναμωμένης και παρακμάζουσας Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας.

Το ελληνικό εκλογικό πείραμα

Για αρκετούς λόγους, το πολιτικό αποτέλεσμα αυτής της πρωτόγνωρης και «έκτακτης» εκλογικής διαδικασίας, που δοκιμάζεται στο ελληνικό εκλογικό εργαστήριο, δεν είναι εύκολα προβλέψιμο με δημοσκοπήσεις, όχι βεβαίως λόγω των επιστημονικών ορίων της μεθόδου. Η διεξαγωγή τριπλών εκλογών (δημοτικές, περιφερειακές, ευρωεκλογές), οι οποίες μάλιστα αφορούν διαφορετικές βαθμίδες της πολιτικής (Δήμος, Περιφέρεια, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο) και, κατά συνέπεια, εντελώς διαφορετικό θεσμικό αντικείμενο και πεδίο αρμοδιοτήτων, δεν έχει ιστορικό προηγούμενο στην Ελλάδα. Και δεν είναι τυχαίο, ότι τοπικές εκλογές διεξάγονται συγχρόνως με τις ευρωεκλογές, μόνο στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία, όπου όμως διεξάγονται παγίως το Μάιο, ενώ αντιθέτως η Γαλλία η οποία είχε επίσης φέτος τοπικές εκλογές και μάλιστα τον περασμένο Μάρτιο (23-30/3/14), ούτε τις «συνέπτυξε» ούτε «συντόμευσε» τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου.

Ενώ στο παρελθόν έχει υπάρξει ταυτόχρονη διεξαγωγή βουλευτικών και ευρωεκλογών (1981, 1989), ο συνδυασμός των δημοτικών-περιφερειακών εκλογών με τις ευρωεκλογές και μάλιστα με αυτή τη διαδοχική σειρά δεν έχει ξαναδοκιμασθεί. Στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης, οι ευρωεκλογές (με εξαίρεση τις πρώτες του 1981) πραγματοποιήθηκαν πάντοτε Ιούνιο, ενώ οι τοπικές εκλογές πραγματοποιήθηκαν πάντοτε Οκτώβριο (επίσης με εξαίρεση τις πρώτες του 1975). Τώρα, όλες οι ημερομηνίες μετακινούνται και η πολλαπλή εκλογική αναμέτρηση θα λάβει χώρα τον πλέον «ακατάλληλο» για εκλογές Μάιο· μήνα, κατά τον οποίο όχι μόνον δεν έχουν διεξαχθεί ποτέ στο παρελθόν στην Ελλάδα, ούτε οι δημοτικές ούτε οι ευρωεκλογές, αλλά για σοβαρούς οικονομικούς και κοινωνικούς λόγους, έχει αποφευχθεί ιστορικά και η διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών, ώστε να μην υπονομεύεται η κοινωνική συμμετοχή σε αυτές. Η σύγχυση που προκαλείται στη συνείδηση των πολιτών, λόγω της ταυτόχρονης διεξαγωγής τόσο διαφορετικών και με τόσο διαφορετικό θεσμικό αντικείμενο αναμετρήσεων, είναι μεγάλη και οδηγεί σε σημαντική υπονόμευση του διακυβεύματός τους. Λειτουργεί προσθετικά στην έλλειψη πληροφόρησης, που εξακολουθεί να υφίσταται, σχετικά με την εντελώς πρόσφατη και σε αρκετούς τομείς προβληματική μεταρρύθμιση του Καλλικράτη (Ν.3852/2010). Και τροφοδοτεί, παράλληλα, την ήδη σημαντική κοινωνική αποδοκιμασία που έχει προκαλέσει η κατασκευή των νέων αυτοδιοικητικών θεσμών (Καλλικράτειοι δήμοι-περιφέρειες). Είναι ενδεικτικό, ότι σύμφωνα με την Έρευνα Πολιτικής Συγκυρίας της Public Issue (Μάρτιος 2014), το 64% των πολιτών θεωρεί το Καλλικρατικό σχέδιο «αποτυχημένο» και –σημαντικότερο-, το 60% (δηλαδή 6 στους 10) πιστεύουν ότι ο (παλιός) Δήμος ή κοινότητα που κατοικούσαν δεν ωφελήθηκε από τις συνενώσεις των νέων δήμων (Διάγραμμα 1). Το γεγονός, ότι η εκλογική διαδικασία υποβαθμίζεται πολιτικά και θεσμικά περαιτέρω, επηρεάζει καθοριστικά όπως είναι φυσικό το πολιτικό ενδιαφέρον και τη συμμετοχή των πολιτών.

Ο χειρισμός της ημερομηνίας των αυτοδιοικητικών εκλογών

Θείο δώρο για τη διευκόλυνση των εκλογικών στόχων των κυβερνώντων αποτέλεσε η απόφαση, με πρόταση της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων του Ευρωκοινοβουλίου, για επίσπευση των όγδοων ευρωεκλογών του 2014, λόγω της απευθείας εκλογής του προέδρου της ΕΕ από το Ευρωκοινοβούλιο. Έτσι, η ημερομηνία διεξαγωγής τους μετακινήθηκε φέτος νωρίτερα, από τις 5-8 Ιουνίου, στις 22-25 Μαΐου (Απόφαση Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, 14 Ιουνίου 2013, OJEU, 21.6.2013-L169/69)· μήνα κατά τον οποίο, παραδοσιακά, δεν διεξάγονται εκλογές στην Ελλάδα.

Μετά τις αντιδράσεις που συνάντησε (κυρίως από την πλευρά του ΠΑΣΟΚ) η πρόταση αλλαγής του εκλογικού νόμου και ύστερα από αρκετές ταλαντεύσεις, μέχρι το περασμένο φθινόπωρο, σχετικά με την αναβολή των τοπικών εκλογών, η κυβέρνηση οριστικοποίησε μεν τη διεξαγωγή τους, μαζί με τις ευρωεκλογές, όπως προέβλεπε άλλωστε και ο νόμος για τον Καλλικράτη που ψηφίσθηκε το 2010 (νόμος Ραγκούση), με μια όμως ουσιώδη διαφορά: Όχι την πραγματικά ταυτόχρονη διεξαγωγή τους, αλλά τη μετακίνηση του Α’ γύρου των τοπικών εκλογών, στις 18 Μαΐου, μία εβδομάδα νωρίτερα από τις Ευρωεκλογές (25 Μαΐου). Αυτή η ανοικτά χειραγωγική «ρύθμιση», ψηφίσθηκε μόλις στις 20 Φεβρουαρίου του 2014, με άσχετη τροπολογία (1157/63/7.2.2014) στο νόμο 4239/2014(Α43). Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νέου νόμου, η εκλογή των δημοτικών αξιωματούχων μετατοπίζεται στην «προηγούμενη Κυριακή από την ημέρα διενέργειας της ψηφοφορίας για την εκλογή των Ελλήνων μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου». Ανατρέπεται έτσι η σχετική πρόβλεψη του νόμου του Καλλικράτη (παρ.2 του άρθρου 9 του ν.3852/2010), η οποία προέβλεπε ότι η εκλογή στα δημοτικά αξιώματα «γίνεται την ίδια ημέρα διενέργειας της ψηφοφορίας για την εκλογή των Ελλήνων μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου». Η συγκεκριμένη πρόνοια της «μεταρρύθμισης», ενώ ψηφίσθηκε μόλις το 2010, δεν θα ισχύσει ποτέ…

Ο μοναδικός και απολύτως προσχηματικός λόγος για την μετακίνηση της διεξαγωγής των ευρωεκλογών από την Α’ την Β’ Κυριακή, που επικαλέσθηκε η αιτιολογική έκθεση της σχετικής ρύθμισης, είναι οι δυσκολίες που δημιουργεί η ύπαρξη σταυρού προτίμησης στις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές(!): «Η ταυτόχρονη διενέργεια των αυτοδιοικητικών εκλογών και των εκλογών για την ανάδειξη των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου την πρώτη Κυριακή θα επιφέρει δυσχέρειες στην προπαρασκευή στις εμπλεκόμενες υπηρεσίες και, κυρίως, κατά τη διεξαγωγή της ψηφοφορίας, τόσο στους αντιπροσώπους της δικαστικής αρχής όσο και στους εκλογείς. Η γενεσιουργός αιτία ανάγεται στην υποχρέωση των εκλογέων να σημειώσουν σταυρό προτίμησης στα ψηφοδέλτια των υποψηφίων δημοτικών (και περιφερειακών) συνδυασμών. Η διαδικασία αυτή είναι χρονοβόρα κατά την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος και ιδιαίτερα στην ακολουθούμενη φάση καταμέτρησης των ψήφων υπέρ συνδυασμών και υποψηφίων. Ιδιαίτερα, κατά την τελευταία φάση καταμέτρησης, εξαγωγής αλλά και μετάδοσης των αποτελεσμάτων θα σημειωθούν καθυστερήσεις υπονομεύοντας την ομαλότητα της συνολικής διαδικασίας. Για τους ανωτέρω λόγους θα πρέπει να υιοθετηθεί και να θεσμοθετηθεί η δυνατότητα της ταυτόχρονης διεξαγωγής των εκλογών για την ανάδειξη των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κατά τη διενέργεια της επαναληπτικής ψηφοφορίας των αυτοδιοικητικών εκλογών. Οι λόγοι που επιβάλλουν την αναγκαιότητα αυτής της επιλογής (…) είναι εμφανείς: Αφ’ ενός καθίσταται περισσότερο διαχειρίσιμη σε οργανωτικό και λειτουργικό επίπεδο η διενέργεια των ήδη «διπλών» δημοτικών και περιφερειακών εκλογών. Περαιτέρω (…) [κατά την επαναληπτική ψηφοφορία] η προτίμηση των εκλογέων εξαντλείται στην επιλογή μεταξύ των δύο πρωτευσάντων συνδυασμών. Σε συνδυασμό με την έκφραση της βούλησης του εκλογέα κατά την ψηφοφορία των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μόνον υπέρ των συνδυασμών και όχι των υποψηφίων (σταυροδοσία), μεγιστοποιείται το όφελος από την εν λόγω διαδικασία» (αιτιολογική έκθεση στην τροπολογία 1157/7.2.2014, του ν.4239/2014). Μόλις δύο μήνες μετά, με το ν.4255/11.4.2014 (Α89) θα καθιερωθεί ο σταυρός προτίμησης στις ευρωεκλογές! Προφανώς, τώρα, η καθιέρωση σταυροδοσίας δεν δημιουργεί δυσχέρειες στην καταμέτρηση της Β’ Κυριακής.

 Εκλογές σε δύο στάδια

Το εκλογικό τέχνασμα προσδίδει στις εκλογές του προσεχούς Μαΐου το χαρακτήρα μιας ιδιόμορφης εκλογικής αναμέτρησης, όχι της ίδιας σε 2 γύρους, αλλά ουσιαστικά 2 διαδοχικών. Μιας ενιαίας εκλογικής διαδικασίας σε δύο στάδια: Α΄Κυριακή, δημοτικές-περιφερειακές – Β’Κυριακή: ευρωεκλογές, όπου η πρώτη αναμέτρηση θα λειτουργήσει ως «προπαρασκευαστική» και «προκριματική» της δεύτερης, προς όφελος, φυσικά, των συγκυβερνώντων κομμάτων του παλαιού δικομματισμού. Αυτός ο πολιτικός χειρισμός ανατρέπει την παραδοσιακή και δεδομένη επί 35 χρόνια σειρά των εκλογικών αναμετρήσεων (ευρωεκλογές τον Ιούνιο, αυτοδιοικητικές τον Οκτώβριο. Εάν ο χρόνος διεξαγωγής των διαφορετικών εκλογικών αναμετρήσεων παρέμενε ο ίδιος που ίσχυε και στην περίοδο της κοινοβουλευτικής ομαλότητας (προ του 2010), εύκολα γίνεται αντιληπτό, σε πόσο δυσμενή θέση θα μπορούσε να βρεθούν τα κυβερνώντα κόμματα, εάν οι αυτοδιοικητικές εκλογές πραγματοποιούνταν τον προσεχή Οκτώβριο. Δύο χρόνια μετά τη βουλευτική αναμέτρηση του 2012, οι ευρωεκλογές του Ιουνίου (ή έστω του Μαΐου), θα αποτύπωναν ευδιάκριτα την κοινωνική δυσαρέσκεια και τον κομματικό συσχετισμό δυνάμεων που «φωτογραφίζουν» και οι δημοσκοπήσεις. Οι πιθανότητες να δημιουργηθεί μια δυναμική, παρεμφερής με εκείνη που αντιμετώπισε και ο Κ.Καραμανλής στις ευρωεκλογές του καλοκαιριού του 2009 και η οποία οδήγησε 3 μήνες μετά στη θορυβώδη πτώση του, ήταν μεγάλες. Αυτό ακριβώς το εχθρικό πεδίο μάχης θέλησε να αποφύγει η κυβέρνηση.

 Δημοτικές: η «ακρόπολη του παλιού δικομματισμού»

Γιατί όμως οι εκλογές της αυτοδιοίκησης μεταφέρθηκαν πριν από τις ευρωεκλογές; Γιατί η κυβέρνηση επέλεξε να δώσει πρώτα τη μάχη των δημοτικών, ανατρέποντας τη σειρά; Είναι γνωστό ότι οι τοπικές αποτελούν, παραδοσιακά, τη δυσκολότερη δοκιμασία για την κοινωνική εδραίωση ενός νέου κόμματος. Επομένως δεν αποτελούν πρόσφορο έδαφος για τον ΣΥΡΙΖΑ. Συνιστούν, αντιθέτως, προνομιακό χώρο «αντίστασης» του παλιού κομματικού συστήματος και της τοπικής ελίτ που εξακολουθεί να το στηρίζει.

Διάγραμμα 1

 

Διάγραμμα 2

Σε μια εποχή αποδυνάμωσης και διάλυσης των μεταπολιτευτικών κομμάτων, η τοπική αυτοδιοίκηση (ΤΑ) αποτελεί την «ακρόπολη» του μεταπολιτευτικού δικομματισμού. Στη βαθμίδα της ΤΑ, η κυριαρχία των δύο κομμάτων διακυβέρνησης, που εδραιώθηκε σταδιακά μετά το ‘80, υπήρξε στη δεκαετία του 2010 απόλυτη. Τα διαθέσιμα στοιχεία, με βάση δύο σχετικές μελέτες της ΚΕΔΚΕ, είναι εντυπωσιακά: α) Στις δημοτικές εκλογές του 2006, τις τελευταίες που πραγματοποιήθηκαν στους 1039 παλιούς Καποδιστριακούς δήμους, με βάση τη διευκρινισμένη κομματική τους ένταξη ή υποστήριξη, το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ έλεγχαν το 88,6% των δημάρχων (894), ενώ ο παλιός ΣΥΝ και το ΚΚΕ, μόλις το 5,9% (59 δημάρχους, Πίνακας 1). β) Αντίστοιχα, στις δημοτικές του 2010, τις πρώτες που πραγματοποιήθηκαν στους 325 νέους Καλλικράτειους δήμους της χώρας, το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ έλεγχαν αθροιστικά το 54,4% του συνόλου των εκλεγέντων δημάρχων και το 92,4% εκείνων με διευκρινισμένη κομματική προέλευση ή στήριξη (176/325 δήμαρχοι), ενώ ο ΣΥΝ και η ΔΗΜΑΡ το 4,5% ή 7,7%, αντίστοιχα, μόλις 15 δημάρχους (Πίνακας 2). Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι το ποσοστό της διευκρινισμένης υποστήριξης αποτυπώνει καλύτερα την πραγματικότητα, για δύο λόγους: 1) Ενώ οι «ανεξάρτητοι» δήμαρχοι του 2010 υπολογίζονται σε 41,2% του συνόλου (134/325), οι περισσότεροι από αυτούς αφορούν δήμους με μικρότερη πληθυσμιακή βαρύτητα (κυρίως νησιωτικούς). 2) Κυρίως όμως, διότι η έννοια της «ανεξαρτησίας» είναι απολύτως σχετική, στο βαθμό που μεταξύ των δηλωθέντων ως «ανεξαρτήτων», συγκαταλέγονται και δήμαρχοι όπως: ο Κ.Μπακογιάννης (Καρπενήσι), ο Α.Παχατουρίδης (Περιστέρι), ο Ν.Χαρδαλιάς (Βύρωνας), ο Χ.Πάχτας (Αριστοτέλη, Χαλκιδικής) κ.α.

Με το νόμο 4257/2014 (Α93), που ψηφίστηκε πριν από δύο εβδομάδες (στις 14 Απριλίου 2014), παρέχεται στους υποψήφιους περιφερειάρχες η δυνατότητα διπλασιασμού των θεματικών αντιπεριφερειαρχών, από 3 έως και 6 (άρθρο 24§3), ενώ στους υποψήφιους δημάρχους, η δυνατότητα προσαύξησης των υποψηφίων δημοτικών συμβούλων μέχρι και 100% (που επιτρέπει δηλαδή μέχρι και τον διπλασιασμό τους (άρθρο 24§4). Με αυτόν τον τρόπο ευνοούνται πολιτικά ακόμη περαιτέρω, απέναντι στους νέους ή πρωτοεμφανιζόμενους υποψηφίους που επιχειρούν να εισέλθουν στο προσκήνιο της τοπικής πολιτικής, οι παλαιοί αξιωματούχοι («ανεξάρτητοι» και μη), που εξακολουθούν να ελέγχουν τους πόρους και τους μηχανισμούς των Δήμων και των Περιφερειών και, επομένως, έχουν τη δυνατότητα να εξασφαλίσουν για τους συνδυασμούς τους, τον απαιτούμενο μεγάλο αριθμό υποψηφίων. Ταυτόχρονα, διευκολύνονται και οι τοπικές συμμαχίες των κατεστημένων κομμάτων, υπερβαίνοντας τις υποβόσκουσες τοπικιστικές ή προσωπικές αντιθέσεις, στη βάση της διανομής των τοπικών αξιωμάτων.

Σημαντικές επιπτώσεις στο θεσμικό πλαίσιο των εκλογών θα είχε και μια άλλη «εκσυγχρονιστική» πρωτοβουλία, που προωθήθηκε στις 25 Απριλίου, αλλά τελικά αποσύρθηκε τέσσερις ημέρες αργότερα (29/4), μετά από σοβαρές αντιδράσεις του συγκυβερνώντος ΠΑΣΟΚ και του Νικήτα Κακλαμάνη (βλέπε σχέδιο νόμου του Υπ.Οικονομικών για την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων, αρ. τροπολογίας: 1410/228, 25.4.2014). Η νέα «διευκόλυνση» καταργούσε τους περιορισμούς που επέβαλε ο νόμος του Καλλικράτη στις προεκλογικές εμφανίσεις των υποψηφίων δημάρχων και περιφερειαρχών στην τηλεόραση, το ραδιόφωνο και το διαδίκτυο, παρέχοντας πλέον τη δυνατότητα απεριόριστων εμφανίσεων των υποψηφίων σε αυτά. Σε συνδυασμό με τον σοβαρό περιορισμό των προεκλογικών δαπανών που έχει επιβληθεί είναι ευνόητο ότι αυτή η ρύθμιση θα έδινε ένα επιπλέον πλεονέκτημα σε όποιον ελέγχει τη διαχείριση των κονδυλίων για την τοπική επικοινωνία. Κυρίως όμως, διότι θα «παρέδιδε» απροκάλυπτα την πολιτική καθοδήγηση της προεκλογικής εκστρατείας στα Μέσα ενημέρωσης.

Πίνακας 1

Δημοτικές 2006: Κομματική προέλευση εκλεγέντων Δημάρχων

Κόμμα

Αριθμός

%

ΝΔ

441

43,7

88,6

ΠΑΣΟΚ

453

44,9

ΣΥΝ

36

3,6

ΚΚΕ

23

2,3

ΑΝΕΞ

56

5,6

ΣΥΝΟΛΟ

1009*

100,0

Πηγή: Ράλλης Γκέκας και Μάρθα Γιαννακοπούλου. (2006). Σκιαγραφώντας το προφίλ του Έλληνα δημάρχου. Αθήνα: ΚΕΔΚΕ.

(*) Σε σύνολο 1039 Καποδιστριακών Δήμων

 Πίνακας 2

Δημοτικές 2010: Κομματική προέλευση εκλεγέντων Δημάρχων 

Κόμμα

Α’ Κυριακή

Β’ Κυριακή

Σύνολο*

%

% Διευκρινισμένης υποστήριξης

ΠΑΣΟΚ

31

75

106

32,7

55,5

ΝΔ

13

57

70

21,7

36,9

ΣΥΝ/ΔΗΜΑΡ

8

7

15

4,5

7,7

Ανεξάρτητοι

52

82

134

41,2

100,1

ΣΥΝΟΛΟ

104

221

325

100,0

Πηγή: ΕΕΤΑΑ. (2010). Επεξεργασία στοιχείων. Επιθεώρηση Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τ.128, Σεπτέμβριος-Νοέμβριος.

(*) Με διευκρινισμένη κομματική στήριξη ή προέλευση, 191 Δήμαρχοι (58,8%) και με «αδιευκρίνιστη», 134 (41,2%).

Πίνακας 3

Δημοτικές-Περιφερειακές 2010: Συμμετοχή Α’ και Β’ Γύρου

Ψηφίσαντες

Πραγματική συμμετοχή

(%)(2)

Α’ Κυριακή

   6.003.007

71,3

Β’ Κυριακή

4.437.353(1)

52,7

Μεταβολή

 –1.565.654         

Πηγή: Υπολογισμός της Public Issue, με βάσει τα αναλυτικά εκλογικά αποτελέσματα

(1) Δεδομένου ότι ένας αριθμός Δημάρχων (συνολικά 104) και δύο (2) Περιφερειάρχες (Κρήτης και Νοτίου Αιγαίου) είχαν εκλεγεί από τον Α’ γύρο, οι ψηφίσαντες της Β’ Κυριακής υπολογίζονται με βάση το άθροισμα των ατόμων-εκλογέων που ψήφισαν στον Β’ γύρο, είτε για τις δημοτικές είτε (και) για τις περιφερειακές.

(2) Εκτίμηση, με βάση τα στοιχεία πληθυσμού της Eurostat.

 

Από την άλλη πλευρά, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει δοκιμασθεί ακόμη στη διακυβέρνηση της χώρας, ούτε έχει προλάβει προφανώς -μέσα σε δύο μόλις χρόνια- να «ριζώσει» στις τοπικές κοινωνίες. Δεν διαθέτει ευρύτερα ερείσματα στους αυτοδιοικητικούς μηχανισμούς| στον αυτοδιοικητικό μηχανισμό, που έτσι και αλλιώς με τον Καλλικράτη απομακρύνονται σημαντικά από τους πολίτες, αναδεικνύοντας σοβαρό πρόβλημα γραφειοκρατικοποίησης και κοινωνικής νομιμοποίησης. Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπο με δύο βασικά προβλήματα: την αντικειμενική έλλειψη αναγνωρίσιμων τοπικών στελεχών, με μακρόχρονη θητεία στην τοπική πολιτική και τη σημαντική έλλειψη πολιτικών συμμαχιών, εντελώς απαραίτητων για το β’ γύρο. Σε αρκετές περιπτώσεις Καλλικράτειων Δήμων, οι κομματικές υποψηφιότητες τις οποίες παρατάσσει, απηχούν περισσότερο την επιρροή του παλιού κομματικού μηχανισμού του, που αντιστοιχεί στην εποχή της προηγούμενης εκλογικής επιρροής του 4% και δεν διασφαλίζουν την εμβέλεια και το εύρος που απαιτεί η σημερινή εκλογική συσπείρωση, την οποία πέτυχε στις εκλογές του 2012. Φυσιολογικά| Είναι λογικά αναμενόμενο, ότι τόσο η «δημοτική» όσο και κυρίως η «περιφερειακή επιρροή» (που αντικατέστησε την παλαιότερη νομαρχιακή) ενός ανερχόμενου κόμματος, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, η οποία θα αποτυπωθεί στις δύο κάλπες της Α’ Κυριακής, θα αποκλίνει αισθητά από την αντίστοιχη σημερινή βουλευτική επιρροή του.

Η «ανταρσία» της τοπικής ελίτ

Το περασμένο φθινόπωρο, κηρύσσοντας τον πόλεμο στους «βλαχοδήμαρχους», η αξιωματική αντιπολίτευση επιχείρησε να αμφισβητήσει τα τοπικά ερείσματα του παλιού δικομματισμού. («Να τα δώσουμε όλα ώστε ένα μεγάλο συμπαραταγμένο κίνημα ελευθερίας, δημοκρατίας και αντίστασης σε κάθε περιφέρεια, κάθε δήμο και κάθε γωνία της χώρας να σαρώσει τους φθαρμένους βλαχοδήμαρχους της συμμαχίας ΝΔ και ΠΑΣΟΚ», ομιλία Α.Τσίπρα στην Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ, 31/08/2013). Το γεγονός, ωστόσο, ότι ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνικής κατηγορίας της τοπικής ελίτ, η οποία διαχειρίσθηκε τις τελευταίες δεκαετίες τους κοινοτικούς και κρατικούς πόρους έχει συνασπίσει απέναντί της, αποδεικνύει ότι η διάσπαση των παγιωμένων κοινωνικών συμμαχιών σε τοπικό επίπεδο δεν είναι απλή υπόθεση. Αναμενόμενα, το συγκεκριμένο κοινωνικό στρώμα του πολιτικού προσωπικού αισθάνθηκε την ενδεχόμενη ενίσχυση της τοπικής επιρροής της αντιπολίτευσης ως πραγματική «απειλή» για τη θέση και κυρίως για το ρόλο που φιλοδοξεί να αναλάβει εφεξής. Για τούτο και ένα μέρος της επιδίωξε τη στήριξη ή διατήρησε τις σχέσεις με τα συγκυβερνώντα κόμματα, έστω και με τη λεοντή του «ανεξάρτητου», δηλαδή χωρίς πλέον την επίσημη στήριξη, που στη σημερινή συγκυρία του αντικομματισμού, μάλλον «βλάπτει».

Στη νέα εποχή, η προωθούμενη ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών και των πόρων του τοπικού κράτους (σκουπίδια, νερό, ενέργεια, γη κ.λπ.) ανοίγει νέες και σημαντικές πολιτικο-οικονομικές ευκαιρίες. Ταυτόχρονα, όμως, η σημερινή κρίση και αδυναμία των πολιτικών κομμάτων, ευνοεί την απόπειρα πολιτικής αυτονόμησης των τοπικών αξιωματούχων και τη διεκδίκηση ενός μεγαλύτερου ρόλου «λομπίστα συμφερόντων» από την πλευρά τους. Η σταδιακή «απελευθέρωση» από τα πολιτικά κόμματα εγγράφει πλέον τη δυνατότητα «απευθείας» διαπραγμάτευσης και συναλλαγής της τοπικής ελίτ, με τα οικονομικά συμφέροντα που προσβλέπουν στον έλεγχο των τοπικών κοινωνιών και την εκμετάλλευση των τοπικών οικονομικών πόρων. Αυτή η τάση «τοπικής αποκομματικοποίησης» και η εγκατάσταση μιας νέας σχέσης διαμεσολάβησης, που ευνοείται εμφανώς από τα ευρωπαϊκά και διεθνή κέντρα παραγωγής πολιτικής, θα ολοκληρωθεί με τη αλλαγή του εκλογικού νόμου, μόλις οι πολιτικές συνθήκες το επιτρέψουν.

Η δυναμική των τοπικών εκλογών: προκριματικός γύρος

Ανακεφαλαιώνοντας, τα κόμματα του παλιού δικομματικού συστήματος (ΝΔ,ΠΑΣΟΚ) που συνασπίσθηκαν στη συνεργατική διακυβέρνηση, εξακολουθούν να ελέγχουν, επίσημα ή ανεπίσημα, τη συντριπτική πλειοψηφία των απερχόμενων αξιωματούχων στους 325 Καλλικράτειους Δήμους, καθώς και το σύνολο των 13 Περιφερειών (Το 2010, το ΠΑΣΟΚ εξέλεξε 8 και η ΝΔ 5 περιφερειάρχες) και τους αντίστοιχους διοικητικούς μηχανισμούς τους.

Αυτό ακριβώς το δυσμενές για την αξιωματική αντιπολίτευση πεδίο επιδιώκει να αξιοποιήσει η συγκυβέρνηση. Εκμεταλλευόμενη τις θέσεις που ελέγχει, επιχειρεί να διατηρήσει ή έστω να εμφανίσει συγκριτικά καλύτερες επιδόσεις, από ό,τι θα πετύχαινε σε μια «απευθείας» αναμέτρηση με την αντιπολίτευση, αποκλειστικά στην αρένα των ευρωεκλογών. Η αυτοτελής δυναμική του «α’ γύρου» της διπλής διαδικασίας, όπου τα «πρόσωπα» παίζουν σημαντικό ρόλο και οι νυν αξιωματούχοι (δήμαρχοι, περιφερειάρχες) των παλιών κομμάτων έχουν το πλεονέκτημα, πρέπει να θεωρείται δεδομένη και αναμένεται να επηρεάσει, με τη σειρά της, τη Β’ Κυριακή, το αποτέλεσμα της κρισιμότερης εκλογικής αναμέτρησης, εκείνης των ευρωεκλογών, η οποία δεν επιτρέπει πολλαπλές «αναγνώσεις». Από την άλλη πλευρά, ένα δυσμενές αποτέλεσμα των δυνάμεων της αντιπολίτευσης, πχ. στους 3 μεγάλους δήμους της χώρας που δημιουργούν (αδίκως) τις συνολικές πολιτικές εντυπώσεις, δεν αναιρείται απλώς με τη μετάθεση του κέντρου βάρους στις ευρωεκλογές, που έπονται.

Επιδίωξη της κυβερνητικής στρατηγικής είναι, αφενός, το αποτέλεσμα του πρώτου γύρου να μπορέσει να λειτουργήσει ως αντίβαρο που θα αντισταθμίζει μία μεγαλύτερη και ενδεχομένως καθαρότερη ήττα στις ευρωεκλογές, με ένα «ευνοϊκότερο» για αυτήν ή απλώς πολιτικά «θολό» αποτέλεσμα της τοπικής κάλπης (στον πρώτο γύρο)· «πέπλο σύγχυσης» για τον πραγματικό συσχετισμό κομματικών δυνάμεων. Αφετέρου, και το σημαντικότερο, να καταστήσει την πρώτη αναμέτρηση προκριματική, «βαλβίδα» ή «φίλτρο» και ανάχωμα, για την εκτόνωση της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Και τούτο, διότι είναι δεδομένο ότι στο δεύτερο γύρο, ένα σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος θα απέχει, εκούσια ή ακούσια.

Με την διαπιστωμένη πολιτική ρευστότητα, την αδυναμία των κομμάτων και τον εκλογικό κατακερματισμό που έρχεται στην επιφάνεια, είναι δεδομένο ότι η πλειοψηφία των αυτοδιοικητικών αναμετρήσεων θα κριθούν στην επαναληπτική εκλογή. Είναι χαρακτηριστικό, ότι το 2010, μόνον 104 δήμοι  εξέλεξαν δήμαρχο από την Α’ Κυριακή, ενώ πάνω από τα 2/3 (221 δήμοι, 68%) κρίθηκαν στο β’ γύρο. (Πίνακας 2). Κατά συνέπεια, το ζήτημα των πολιτικών συμμαχιών είναι ζωτικό και αποκτά σήμερα μεγαλύτερη σημασία λόγω του κατακερματισμού. Με δεδομένη την έλλειψη συγκλίσεων και την πολιτική διαφοροποίηση που παρατηρείται, μεταξύ των κομματικών δυνάμεων της αντιπολίτευσης και του αντιμνημονιακού τόξου, το υφιστάμενο κενό λειτουργεί μάλλον και αυτό υπέρ των εν ενεργεία αξιωματούχων, υπέρ και όχι εναντίον του «status quo».

Ευρωεκλογές μετά τις δημοτικές: οι επιπτώσεις στη συμμετοχή

Στη διπλή εκλογική διαδικασία του Μαΐου, η συμμετοχή τη δεύτερη Κυριακή συνιστά τον αποφασιστικότερο παράγοντα για την έκβαση της σημαντικότερης αναμέτρησης των ευρωεκλογών. Πιθανή μεγάλη μείωση της προσέλευσης, μεταξύ των δύο γύρων, μπορεί να αποβεί καθοριστική για το αποτέλεσμά της. Το προηγούμενο ιστορικό δεδομένο, δηλαδή ο αριθμός των ψηφισάντων στις τελευταίες δημοτικές-περιφερειακές του 2010, αποδεικνύει ότι η συμμετοχή στην επαναληπτική εκλογή περιορίσθηκε, δραστικά, κατά 1,5 εκατομμύριο ψηφοφόρους: από 6 εκ. στον α’ γύρο, σε μόλις 4,4 εκ. στον β΄γύρο (Πίνακας 3). Αυτό σημαίνει, πρακτικά, ότι 1 στους 4 εκλογείς (26%) του α’ γύρου δεν θέλησε ή δεν κατάφερε να ψηφίσει και στον β’ γύρο. Ο αριθμός των εκλογέων στις περιοχές που εκπλήρωσαν το εκλογικό τους καθήκον, δηλαδή εξέλεξαν και δήμαρχο και περιφερειάρχη, από την πρώτη Κυριακή, ανέρχεται μόνο σε 293.000 άτομα. (Πρόκειται για 34 δήμους στις περιφέρειες Κρήτης και Ν.Αιγαίου). Επομένως, οι υπόλοιποι 1.273.000 εκλογείς, δηλαδή ο ένας στους 5 ψηφοφόρους, είτε για λόγους πολιτικούς (κομματικών προτιμήσεων), είτε κοινωνικούς είτε οικονομικούς επέλεξαν, εκουσίως ή ακουσίως, την αποχή. Στις Δ/Π2010, όχι μόνον η συμμετοχή ήταν η μικρότερη στη μεταπολίτευση, αλλά και η διαρροή ψηφοφόρων στο δεύτερο γύρο, η μεγαλύτερη που σημειώθηκε ποτέ. Αυτό το στοιχείο είναι γνωστό στους κυβερνώντες, ήδη από την επαύριο εκείνων των εκλογών. Το Νοέμβριο του 2010, σχετική μελέτη της Ελληνικής Εταιρείας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (ΕΕΤΑΑ), που πραγματοποιήθηκε αμέσως μετά τις πρώτες εκλογές του Καλλικράτη για λογαριασμό της ΚΕΔΚΕ, επεσήμανε: «ότι σχεδόν ένας στους δύο πολίτες δεν προσήλθε στην κάλπη τη δεύτερη Κυριακή». Και, επίσης σημαντικό, ότι η ψαλίδα, ανάμεσα στη συμμετοχή του πρώτου και του δεύτερου γύρου βαίνει αυξανόμενη (βλέπε σχετικά την πηγή στον πίνακα 3).

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να επισημανθεί και το γεγονός ότι οι προηγούμενες αυτοδιοικητικές εκλογές πραγματοποιήθηκαν σε μια περίοδο όπου οι σφοδρές συνέπειες της κρίσης δεν είχαν ακόμη εκδηλωθεί. Σήμερα, για παράδειγμα, το κόστος της διπλής μετακίνησης για την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος τείνει σε αρκετές περιπτώσεις να καταστεί απαγορευτικό. Για ένα σημαντικό τμήμα των ετεροδημοτών, πχ. η μετάβαση στον τόπο καταγωγής για τον β’ γύρο των δημοτικών και τις Ευρωεκλογές, θα απαιτήσει, μετά το Πάσχα και τον α΄γύρο, 3η μετακίνηση μέσα σε ένα μήνα.

Θα λειτουργήσουν άραγε οι επερχόμενες ευρωεκλογές, ως αντισταθμιστικός παράγων σε αυτήν την ιστορικά παρατηρούμενη τάση αυξανόμενης αποχής, μεταξύ πρώτου και δεύτερου γύρου των αυτοδιοικητικών εκλογών; Θα μπορούσε ίσως το αυξημένο ενδιαφέρον των πολιτών, να ανακόψει αυτό το ρεύμα και να λειτουργήσει υπέρ της αύξησης της συμμετοχής, στη δεύτερη εκλογική αναμέτρηση της 25ης Μαΐου; Με την εκλογική ρευστότητα που επικρατεί σήμερα, τίποτα δεν μπορεί να αποκλείεται με βεβαιότητα. Αλλά οι υπάρχουσες ενδείξεις μάλλον δεν υποστηρίζουν σήμερα αυτήν την υπόθεση (Διάγραμμα 2).

 

Μια συντομευμένη μορφή του παρόντος άρθρου δημοσιεύθηκε σε δύο μέρη, στην ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ (3 και 5/5/2014).