Ναι στη διαπραγμάτευση, όχι στην υποχώρηση, όχι στις εκλογές

Πως διαμορφώνεται το πολιτικό κλίμα και ο κομματικός συσχετισμός δυνάμεων, 4 μήνες μετά τις εκλογές

Εκτύπωση | Email | Διάδοση |

Ανάλυση
του ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΥΡΗ

H ριζική ανατροπή του πολιτικού κλίματος που συντελέσθηκε με τις εκλογές της 25/1/15 εξακολουθεί, τέσσερις μήνες μετά, να καθορίζει την πολιτική σκηνή και τον εκλογικό συσχετισμό δυνάμεων. Παρά τη σαφή επιβάρυνση του γενικού πολιτικού κλίματος και, κυρίως, την επιδείνωση των προσδοκιών για το εισόδημα των νοικοκυριών και τις προοπτικές της οικονομίας, η πρωτοφανής για τα ελληνικά δεδομένα μετεκλογική συσπείρωση, γύρω από τη νέα ελληνική κυβέρνηση, διατηρείται σε μεγάλο βαθμό.

Η συσπείρωση παραμένει

Αυτή η εικόνα διαμορφώνεται από τις τάσεις που καταγράφουν μια σειρά δεικτών του Πολιτικού Βαρόμετρου (ΠΒ) της Public Issue για τον Μάιο: 1) Το αίσθημα εθνικής υπερηφάνειας, που τονώθηκε σημαντικά με τις εκλογές (86% στην μέτρηση του περασμένου Φεβρουαρίου), διατηρείται, μέχρι σήμερα, σε μεγάλο βαθμό (84%). 2) Παρά την αυξανόμενη κοινωνική πεποίθηση, ότι «περισσότερο κερδισμένοι» από την διαπραγμάτευση είναι οι εταίροι/δανειστές, παρά η χώρα, εντούτοις, οι κυβερνητικοί χειρισμοί για το θέμα εξακολουθούν –αυτή τη στιγμή- να εγκρίνονται από το 54% των πολιτών (63% τον προηγούμενο μήνα, -9% – Γράφημα 1). 3) Τόσο η πρωθυπουργική δημοτικότητα (77%, -1%) όσο και η πρωθυπουργική ικανότητα (63%, +1%) παραμένουν σταθεροποιημένες σε υψηλότατα επίπεδα, υποδηλώνοντας ότι η μετεκλογική αποδοχή του πρωθυπουργού παραμένει πλειοψηφική και υπερκομματική. 4) Το ποσοστό των ικανοποιημένων από την κυβέρνηση, αν και μειώνεται, συνεχίζει εντούτοις να κυμαίνεται σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, άνω του 40% (44%), τετραπλάσια από τα αντίστοιχα της αντιπολίτευσης (μόλις 11%). 5) Ο Υπουργός Οικονομικών, παρά τη δυσμενή θέση στην οποία έχει περιέλθει στον πόλεμο της επικοινωνίας, εξακολουθεί να απολαμβάνει υψηλά ποσοστά κοινωνικής εμπιστοσύνης  (59%) και να παραμένει ο δημοφιλέστερος μεταξύ όλων των ΥΠΟΙΚ της περιόδου 2009-2015.

Γράφημα 1

Γράφημα 1

Όχι στην υποχώρηση…

Η ασφυκτική πίεση που ασκούν στην ελληνική κυβέρνηση τα εγχώρια και τα διεθνή Μέσα ενημέρωσης δεν έχει καταφέρει να αποδυναμώσει το πλειοψηφικό -στην κοινή γνώμη- ρεύμα, υπέρ μιας «ανυποχώρητης» διαπραγμάτευσης με τους δανειστές της χώρας. Οι 6 στους 10 πολίτες (59%) εκφράζουν την πεποίθηση ότι η κυβέρνηση δεν πρέπει να υποχωρήσει στις πιέσεις των δανειστών (Γράφημα 2). Μάλιστα, οι 4 στους 10 (43%) είναι κατηγορηματικοί στη γνώμη τους («σίγουρα να μην υποχωρήσει»). Στην αντίπερα όχθη, σχεδόν 4 στους 10 (37%) πολίτες τάσσονται «υπέρ της υποχώρησης», αλλά μόνον 2 στους 10 (19%) εκφράζονται με βεβαιότητα, υπέρ της «ενδοτικής» άποψης («σίγουρα να υποχωρήσει»).

Όπως είναι αναμενόμενο, οι ψηφοφόροι του αντιμνημονιακού μπλοκ (ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, ΑΝΕΛ, ΧΑ) τάσσονται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, υπέρ μιας μη-ενδοτικής γραμμής. Όσον αφορά ειδικότερα την εκλογική βάση του ΣΥΡΙΖΑ, μεταξύ των ψηφοφόρων του Ιανουαρίου 2015, το ποσοστό που απορρίπτει την υποχωρητικότητα προσεγγίζει το 78% (8 στους 10), ενώ –και αυτό έχει ίσως μεγαλύτερη πολιτική σημασία- στο διευρυμένο, μετεκλογικά, ακροατήριό του, δηλαδή στους σημερινούς του ψηφοφόρους, το 81%. Αντιθέτως, η υποχωρητική στάση εγκρίνεται σε υψηλά ποσοστά από τους ψηφοφόρους του φιλομνημονιακού μπλοκ: ΠΑΣΟΚ (79%), ΝΔ (76%) και Ποτάμι (57%).

Γράφημα 2

12

…όχι και στις εκλογές

Οι στάσεις των πολιτών απέναντι στη διεξαγωγή εκλογών καταγράφονται στο Βαρόμετρο, με δύο δείκτες: α) Ο πρώτος, αναφέρεται στην εν γένει αναγκαιότητα διεξαγωγής εκλογών σήμερα. (Η συγκεκριμένη ερώτηση καθιερώθηκε στο ΠΒ το 2007). Όταν ο εν λόγω δείκτης καταγράφει υψηλά ποσοστά υπέρ της διεξαγωγής εκλογών, τότε μπορεί βάσιμα να θεωρηθεί ότι υφίσταται πράγματι κοινωνική πίεση «από τα κάτω», (πιεστικό) κοινωνικό αίτημα για πολιτική αλλαγή. Υπό αυτήν την έννοια, συνιστά ένα σημαντικό μέτρο κοινωνικής νομιμοποίησης της  εκάστοτε κυβέρνησης. Υπενθυμίζεται σε αυτό το σημείο, ότι τον Αύγουστο του 2010, 4 μήνες μετά την υπογραφή του πρώτου Μνημονίου από τον Γ.Παπανδρέου, το ποσοστό των πολιτών υπέρ των εκλογών ήταν επίσης πολύ χαμηλό (16%). Ακόμη και ένα χρόνο μετά το Μνημόνιο, μέχρι την άνοιξη του 2011, δεν ξεπέρασε ποτέ το 25%. Κλιμακώθηκε μόνον μετά το «κίνημα των αγανακτισμένων» και προσέγγισε το ιστορικό μέγιστο ποσοστό κοινωνικής «πίεσης» για εκλογές (71%), δύο χρόνια αργότερα, λίγο πριν από τις πρώτες εκλογές του Μαΐου 2012. Σήμερα, αντιθέτως, καταγράφεται καθολική αντίθεση του εκλογικού σώματος στο ενδεχόμενο διεξαγωγής εκλογών. Συγκεκριμένα, μόλις 9% εκφράζει την πεποίθηση ότι η χώρα χρειάζεται εκλογές, ενώ 9 στους 10 πολίτες (89%) τάσσονται κατά της διεξαγωγής εκλογών (93% στους σημερινούς ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ). Με βάση τη διαθέσιμη χρονοσειρά της Public Issue, για την περίοδο 2007-2015 αυτό το ποσοστό συνιστά ιστορικό μέγιστο κοινωνικής απόρριψης των εκλογών (Γράφημα 3). Το γεγονός αυτό έχει, προφανώς, ιδιαίτερη πολιτική σημασία, διότι σπάνια στην ελληνική εκλογική ιστορία μια κυβέρνηση απολαμβάνει κοινωνική νομιμοποίηση, παρόμοιας έκτασης με τη σημερινή.

Γράφημα 3

19

β) Μια δεύτερη ένδειξη για τις διαθέσεις της κοινής γνώμης απέναντι στις εκλογές, προκύπτει από τη γνώμη, σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να ληφθεί η απόφαση, ύστερα από ενδεχόμενη συμφωνία με τους εταίρους/δανειστές. Με βάση την έρευνα, η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών, σε ποσοστό 56% (6 στους 10) προκρίνει την υπερψήφιση της όποιας συμφωνίας από τη σημερινή Βουλή (Γράφημα 4). Η διεξαγωγή δημοψηφίσματος συγκεντρώνει τις προτιμήσεις μόνον του 1/3 (34%), ενώ η προσφυγή σε νέες εκλογές, ως εναλλακτική λύση, απορρίπτεται και συγκεντρώνει ποσοστό μόλις 6%. Αξίζει να σημειωθεί, ότι μεταξύ των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, Βουλή (45%) και δημοψήφισμα (46%) σχεδόν ισοψηφούν.

Γράφημα 4

16

Η ερμηνεία για αυτές τις κοινωνικές στάσεις είναι εξαιρετικά απλή: Το εκλογικό σώμα αποφάνθηκε προ 4μήνου και η νέα κυβέρνηση έλαβε μια ρητή εντολή από το εκλογικό σώμα: να τερματίσει την μνημονιακή πολιτική και την κοινωνική διάλυση της χώρας.

Εκλογική κυριαρχία του ΣΥΡΙΖΑ

Με βάση την εκτίμηση της Public Issue, η εκλογική επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ υπολογίζεται τον Μάιο σε 48,5% και της ΝΔ σε 21%. Η μετεκλογική συσπείρωση περί την κυβέρνηση δημιούργησε νέο εκλογικό ρεύμα υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο διεύρυνε την εκλογική του κυριαρχία, τουλάχιστον κατά 10%, σε σχέση με το εκλογικό αποτέλεσμα (36,34%). Τέσσερις μήνες μετά η διευρυμένη επιρροή εξακολουθεί να διατηρείται σε πρωτοφανή ιστορικά επίπεδα, συγκρινόμενα μόνον με το 1974 και το 1981 (Γράφημα 5). Αυτή η μετεκλογική δυναμική, που καταγράφεται σε όλες ανεξαιρέτως τις δημοσκοπήσεις, δεν είναι εύκολο να συγκαλυφθεί, ακόμη και εάν παρουσιάζεται, τεχνηέντως, μόνον η πρόθεση ψήφου, «χωρίς αναγωγή»… Όσοι πιστεύουν ότι οι πολίτες αλλάζουν κόμματα, όπως τα πουκάμισα ή ότι εκλογική μεταστροφή συμβαίνει, επειδή το θέλει η τηλεόραση, απλώς αυταπατώνται.

Γράφημα 5

48

ΝΔ: Αδύναμη αντιπολίτευση και αδύναμη διαδοχή

Τέσσερις μήνες μετά την εκλογική της συντριβή, η εικόνα διάλυσης της αξιωματικής αντιπολίτευσης διατηρείται αμετάβλητη. Οι 7 στους 10 πολίτες (74%) και σχεδόν 1 στους 2 ψηφοφόρους του κόμματος (46%) θεωρούν ότι η ΝΔ ακολουθεί «λάθος κατεύθυνση». Η εκλογική της επιρροή έχει υποχωρήσει δραματικά στα επίπεδα του Μαΐου 2012. Το γεγονός, ότι ο στρατηγικός χαρακτήρας της ήττας που έχει υποστεί, γίνεται πλέον κατανοητός από ευρύτερο τμήμα των κομματικών στελεχών της, δεν επιλύει προφανώς και το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει. Η  βαθύτατη και πολύπλευρη κρίση που αντιμετωπίζει δεν θεραπεύεται με τη θεατρικού ή και ποδοσφαιρικού τύπου αντιπαράθεση «υψηλών τόνων», στη Βουλή ή στην τηλεοπτική αρένα, που κατά τα φαινόμενα έχουν επιλέξει τα πλέον προβεβλημένα και φιλόδοξα στελέχη της.

Ούτε, βεβαίως, μπορεί να επιλυθεί απλώς με μια αλλαγή ηγεσίας, την οποία το μεν συνολικό εκλογικό σώμα θεωρεί επιβεβλημένη, σε ποσοστό 62%, αλλά όχι και η πλειοψηφία των οπαδών της στο ίδιο βαθμό. Πράγματι, το ζήτημα της διαδοχής του αρχηγού της ΝΔ, διχάζει βαθύτατα και επικίνδυνα την εκλογική βάση του κόμματος: Μπορεί το 52%  των ψηφοφόρων του Ιανουαρίου να την θεωρεί επιβεβλημένη, αλλά ένα επίσης σημαντικό ποσοστό 42% διαφωνεί. Μάλιστα, μεταξύ των σημερινών (εναπομεινάντων) ψηφοφόρων, ο συσχετισμός εμφανίζεται αντίστροφος: το 54% θεωρεί ότι δεν τίθεται θέμα αλλαγής ηγεσίας και μόνον το 41% πιστεύει ότι χρειάζεται (Γράφημα 6).

Γράφημα 6

44

Το σοβαρότερο ζήτημα ωστόσο είναι, ότι κανένα στέλεχος της ΝΔ δεν δείχνει να διαθέτει σήμερα, όχι την αδιαμφισβήτητη κοινωνική αποδοχή του κομματικού ακροατηρίου της ΝΔ, αλλά ούτε καν μεγαλύτερη αποδοχή από τον σημερινό αρχηγό της. Πράγματι, τόσο μεταξύ των ψηφοφόρων των Β2015, με 31%, όσο και μεταξύ των σημερινών ψηφοφόρων της, με ποσοστό 44%, ο Αντώνης Σαμαράς εξακολουθεί να θεωρείται, με διαφορά, ο «καλύτερος για αρχηγός της ΝΔ», τόσο σε σύγκριση με τον Κώστα Καραμανλή (17% και 15% αντίστοιχα), όσο και την Ντόρα Μπακογιάννη (13%, 13% – Γράφημα 7). Ας σημειωθεί ακόμη, ότι από τα υπόλοιπα υποψήφια κομματικά στελέχη, κανένα δεν καταγράφει αξιόλογη αποδοχή, μεταξύ του συντηρητικού εκλογικού ακροατηρίου (με βάση τις αυθόρμητες απαντήσεις σε ανοικτού τύπου σχετική ερώτηση).

Γράφημα 7

46

Το φιλοευρωπαϊκό μέτωπο

Ιδεολογικά αδύναμη και πολιτικά αναποτελεσματική αποδεικνύεται όμως και η αντιπολίτευση της «άνευ όρων» υποστήριξης των αιτημάτων των δανειστών και του «πάσει θυσία»  φιλοευρωπαϊσμού. Η πλειοψηφία του εκλογικού σώματος εξακολουθεί να παραμένει συσπειρωμένη περί την εθνική κυβέρνηση. Υποστηρίζει τη διαπραγματευτική της προσπάθεια, όποια και εάν είναι αυτή και «ερεθίζεται» από τις ποικιλότροπες επιθέσεις των Μέσων ενημέρωσης, τα οποία αντιλαμβάνεται ως «εχθρικά» απέναντί της. Γίνεται έτσι εύκολα αντιληπτό, γιατί ο υπό αυτούς τους όρους φιλοευρωπαϊσμός δεν λειτουργεί και γιατί έχει οδηγήσει σε εκλογική και πολιτική καθήλωση τα διάφορα τμήματα της κεντροαριστεράς και την βασική –σήμερα- κομματική της έκφραση, το Ποτάμι.

Είναι αυτονόητο, ότι οι τάσεις της πολιτικής σκηνής που αποτυπώνονται σήμερα, δεν μπορούν να προδικάσουν ούτε τους όρους, ούτε τις επιπτώσεις ενός «έντιμου συμβιβασμού» με τους δανειστές της χώρας και κυρίως την «πρόσληψή» του από το εκλογικό σώμα. Από την άλλη πλευρά, τα μέχρι στιγμής δεδομένα δείχνουν καθαρά, ότι ο πρωθυπουργός και η σημερινή κυβέρνηση αποτελούν την απολύτως κυρίαρχη εγχώρια πολιτική δύναμη. Για «τους έξω», ίσως αυτό σημαίνει και τον μόνο υπαρκτό συνομιλητή, χωρίς τη σύμπραξη του οποίου κανείς δεν θα είναι σε θέση να εγγυηθεί την «αμοιβαίως επωφελή συμφωνία».

Δείτε εδώ τα ευρήματα του Πολιτικού Βαρόμετρου 144 (Μάιος 2015) της Public Issue

English version