Η αμερικανική Κοινή Γνώμη απέναντι στον πόλεμο – 4: Η κοινωνία που άλλαξε

Εκτύπωση | Email | Διάδοση |

Ανάλυση του

ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΥΡΗ

Η κοινωνία που άλλαξε

Α. Οι κοινωνικές επιπτώσεις

Την 11η Σεπτεμβρίου η αμερικανική κοινωνία υπέστη ένα βαρύτατο ψυχολογικό σοκ, από το οποίο μόνον μακροπρόθεσμα είναι δυνατόν να συνέλθει. Το κτύπημα ενεργοποίησε πρωτόγνωρα φοβικά σύνδρομα, έδρασε αποσταθεροποιητικά για την κοινωνική της συνοχή, ενώ παράλληλα προκάλεσε και καταλυτικά ιδεολογικά αποτελέσματα.

Φόβος νέου τρομοκρατικού κτυπήματος

Άμεσο αποτέλεσμα των επιθέσεων ήταν να δημιουργηθεί κλίμα γενικευμένης και διάχυτης ανασφάλειας, ενώ αυξήθηκε κατακόρυφα και η φοβία «θυματοποίησης» των Αμερικανών πολιτών. Τον Απρίλιο του 1995, αμέσως μετά τη βομβιστική ενέργεια στην Οκλαχόμα, το ποσοστό των ερωτηθέντων που ανησυχούσε για το ενδεχόμενο να γίνει θύμα τρομοκρατικής ενέργειας περιοριζόταν, σύμφωνα με έρευνα της Gallup, σε 42% (Saad 2001a). Στα χρόνια που ακολούθησαν, η ανησυχία είχε συγκυριακά υποχωρήσει και τον Απρίλιο του 2000, μόνον 24% έδειχνε να ανησυχεί για την πιθανότητα νέου τρομοκρατικού χτυπήματος στις ΗΠΑ. Μετά τις επιθέσεις, η τάση ανατράπηκε βίαια. Το ποσοστό ανησυχίας που μετρήθηκε από την Gallup στις 11/9, βρέθηκε στο 58%. Αν και ο φόβος ότι η τρομοκρατία μπορεί να πλήξει και τους ίδιους προσωπικά μετριάσθηκε, ως ένα βαθμό, στο μήνα που πέρασε, εντούτοις, παραμένει υψηλός: 51%, στις 14-15/9 και 49% στις 21-22/9 (Saad 2001a). Η αμερικανική Κοινή Γνώμη αποδέχεται, σε ποσοστό 75%-85%, την εκτίμηση ότι τα αμερικανικά στρατιωτικά αντίποινα μπορεί να προκαλέσουν αύξηση των τρομοκρατικών χτυπημάτων μέσα στις ΗΠΑ, χωρίς ωστόσο αυτή η εκτίμηση να περιορίζει και την κοινωνική αποδοχή της στρατιωτικής επέμβασης. Τα νέα κρούσματα μόλυνσης από άνθρακα δεν έδειξαν, αρχικά τουλάχιστον, να έχουν πανικοβάλλει, ή αποθαρρύνει περισσότερο τους Αμερικανούς. Η τελευταία έρευνα του Ινστιτούτου Pew (10-14/10), δείχνει ότι το 69% εξακολουθεί να ανησυχεί για νέες επιθέσεις, ενώ περισσότεροι από τους μισούς (52%) ανησυχεί ότι οι ίδιοι ή οι οικογένειές τους μπορεί να γίνουν θύματα τρομοκρατίας. Τα πλέον εφιαλτικά σενάρια πολέμου γίνονται εύκολα αποδεκτά από την πληγωμένη κοινωνία και εντείνουν το «φόβο περικύκλωσης», από τον οποίο δείχνει να διακατέχεται ένα πολύ μεγάλο τμήμα της Κοινής Γνώμης. Είναι χαρακτηριστικό, ότι το 61% θεωρεί (πολύ, ή μάλλον) πιθανό το ενδεχόμενο, μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια, να αντιμετωπίσουν οι ΗΠΑ «ταυτόχρονα δύο μεγάλους εχθρούς, όπως και στον Β’ Π.Π.», το 68% «να δεχθούν επίθεση στο έδαφός τους από τρομοκράτες που κατέχουν πυρηνικά, ή βιολογικά όπλα», το 57% «να αντιμετωπίσουν επίθεση με πυρηνικό πύραυλο» και το 32% «να αντιμετωπίσουν επίθεση μεγάλης κλίμακας, με μεγάλο αριθμό πυραύλων από άλλη μεγάλη χώρα» (πίνακας 1).

Η συναισθηματική αντίδραση

Η επίθεση άσκησε τεράστια ψυχολογική επίδραση στην αμερικανική κοινωνία. Το μέγεθος της μαζικής ψυχολογικής αντίδρασης αποτυπώνεται στους πίνακες 2 και 3: τα 2/3 έκλαψαν, προσευχήθηκαν, έπαθαν κατάθλιψη και έγιναν στοργικότεροι με τους δικούς τους (πίνακες 1 και 2, Saad 2001a). Σύμφωνα με το Κέντρο Ερευνών Pew, αμέσως μετά τα γεγονότα, το 71% δήλωσε ότι έπαθε κατάθλιψη, ως αποτέλεσμα της 11ης Σεπτεμβρίου, το 49% ότι εμφάνισε δυσκολίες συγκέντρωσης στη δουλειά, ενώ το 33% είχε προβλήματα ύπνου. Οι επιπτώσεις ήταν σημαντικά εντονότερες μεταξύ των γυναικών. Όπως διακρίνεται και στον πίνακα 3, αυτοί οι τρεις δείκτες ψυχολογικού στρες, ένα μήνα μετά έχουν υποχωρήσει αισθητά και τείνουν να σταθεροποιηθούν, παρά την εμφάνιση των κρουσμάτων μόλυνσης από άνθρακα. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και σήμερα, το 31% (πίνακας 3) εξακολουθεί να πάσχει από κατάθλιψη (40% στις γυναίκες και 21% στους άνδρες) και το 13% να παρουσιάζει σήμερα προβλήματα ύπνου (19% στις γυναίκες και 7% στους άνδρες).

Η κοινωνία που άλλαξε

Το κτύπημα άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια του, επηρεάζοντας καθοριστικά την αμερικανική καθημερινότητα. Σύμφωνα με αρκετές έρευνες (ενδεικτικά, CNN/Time, NBC/Wall Street), πάνω από το 1/3 των Αμερικανών (34-35%) θεώρησε μετά τις επιθέσεις, ότι θα πρέπει να αλλάξει την προσωπική και οικογενειακή του του ζωή, για να μειώσει τις πιθανότητες να γίνει θύμα της τρομοκρατίας. Τα ποσοστά αυτά είναι υψηλότερα από εκείνα που είχε προκαλέσει η βομβιστική επίθεση στην Οκλαχόμα (24%, Saad 2001a).

Ο φόβος του αεροπλάνου

Η εμπιστοσύνη των Αμερικανώνστα αεροπορικά ταξίδια κλονίσθηκε ανεπανόρθωτα. Σύμφωνα με την έρευνα ABC/Washington Post (13/9/01), το 59% δήλωσε ότι φοβάται να ταξιδέψει με αεροπλάνο, ενώ το 42% (CNN/Time) ότι προσπαθεί να αποφύγει τα αεροπορικά ταξίδια. Σύμφωνα με μια άλλη έρευνα (CNN/USA Today/Gallup,14-15/9), σχεδόν το ½ (43%) δηλώνει ότι είναι λιγότερο πιθανό να ταξιδέψει με αεροπλάνο λόγω των γεγονότων, το 48% να ταξιδεύσει λιγότερο στο εξωτερικό, ενώ 30% δεν θέλει να παρεβρεθεί σε συγκεντρώσεις με κόσμο και 35% να μπει σε ουρανοξύστες (πίνακας 4).

Αύξηση της θρησκευτικότητας

Η στροφή στην εκκλησία επιβεβαιώνεται από την αύξηση της θρησκευτικότητας που παρατηρείται.
Σύμφωνα με δημοσκόπηση της Gallup στα τέλη Σεπτεμβρίου (21-22/9), το 64% των Αμερικανών θεωρεί σήμερα τη θρησκεία «πιο σημαντικό πράγμα για τον άνθρωπο» (έναντι 58% πριν τις επιθέσεις και 55-61% τα δύο τελευταία χρόνια). Παράλληλα, ελαφρά άνοδο εμφανίζει και η συχνότητα εκκλησιασμού (47%, έναντι 43% πριν).

Αύξηση της ξενοφοβίας

Τα μη-φιλικά αισθήματα και η καχυποψία απέναντι στους ξένους αυξάνεται, κάτι που αυτονόητα αφορά πρωτίστως στους Άραβες. Το 35% των Αμερικανών έχουν, μετά τα γεγονότα, λιγότερη εμπιστοσύνη στους Άραβες που διαβιούν στις ΗΠΑ. Μάλιστα, η έλλειψη εμπιστοσύνης για τους Άραβες είναι υψηλότερη μεταξύ των περισσότερο μορφωμένων (Jones 2001b).

Β. Οι επιπτώσεις στην πολιτική, στη Δημοκρατία, στα ατομικά Δικαιώματα και τις Ελευθερίες

Οι πολιτικές συνέπειες δεν είναι λιγότερο σημαντικές. Πριν απ’όλα, η κρίση νομιμοποίησε τον Πρόεδρο, που εξελέγη εντελώς οριακά, εκτινάσσοντας την αποδοχή του προεδρικού έργου σε πρωτόγνωρα για την αμερικανική πολιτική ιστορία επίπεδα (rally effect). Οι προτεραιότητες της διακυβέρνησης αναδιατάσσονται. Η αντιμετώπιση της τρομοκρατίας (70% στη δημοσκόπηση της Gallup) αναγορεύεται σε ύψιστη προτεραιότητα, παράλληλα με τα ζητήματα του στρατού και της άμυνας (57%), σε βάρος της οικονομίας. Η «ατζέντα» της διακυβέρνησης στρατιωτικοποιείται, ενώ αυξάνεται και η κοινωνική υποστήριξη στις αμυντικές δαπάνες. Η αλλαγή της ατζέντας που επιβάλλει η νέα εποχή ενισχύει τη θέση των Ρεπουμπλικάνων, εις βάρος των Δημοκρατικών. Ενώ για τη διαχείριση της οικονομίας η αμερικανική Κοινή Γνώμη διχάζεται (45% θεωρεί ικανότερους τους Ρεπουμπλικάνους και 43% του Δημοκρατικούς), για το θέμα της τρομοκρατίας προκρίνει καθαρά τους Ρεπουμπλικάνους (56%, έναντι μόλις 21% για τους Δημοκρατικούς). Ενισχύεται η ιδεολογική θέση του Στρατού και η εμπιστοσύνη προς αυτόν. (Παραδοσιακά, η εμπιστοσύνη στο Στρατό είναι υψηλότερη σε σύγκριση με οποιοδήποτε άλλο θεσμό του αμερικανικού συστήματος). Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Pew, η συμπαγής πλειοψηφία των Αμερικανών (59%) πιστεύει ότι μάλλον ο Στρατός, και όχι τα ΜΜΕ πρέπει να ασκούν τον έλεγχο της πληροφόρησης για τον πόλεμο στο Αφγανιστάν. Στο όνομα καταπολέμησης της τρομοκρατίας, γίνεται αποδεκτός, από ένα σημαντικό τμήμα της αμερικανικής Κοινής Γνώμης, ο σοβαρός περιορισμός των ατομικών ελευθεριών. Σημαντικά τμήματα της Κοινής Γνώμης δεν τάσσονται μόνον υπέρ της αύξησης των μέτρων ασφαλείας, ελέγχου και επιτήρησης αεροδρομίων και δημοσίων κτιρίων, αλλά και υπέρ μιας ευρύτερης προληπτικής καταστολής και γενικευμένης κοινωνικής επιτήρησης. Οι επιπτώσεις στη Δημοκρατία είναι προφανείς. Για να γίνει κατανοητό το μέγεθος της ιδεολογικής μεταστροφής αρκεί να αναφερθεί ότι το 50%-60% υποστηρίζει τη λήψη μέτρων ασφαλειας, ειδικά για τους Άραβες που διαβιούν στις ΗΠΑ (Jones 2001b). Επίσης, περίπου 6 στους 10 Αμερικανούς ζητάνε να επιβληθούν έλεγχοι ασφαλείας στους επιβάτες αραβικής καταγωγής. Σύμφωνα με μια άλλη δημοσκόπηση (Newsweek/13-14/9/01), το 32% πιστεύει ότι οι Άραβες που ζούν στη χώρα “πρέπει να τεθούν υπό καθεστώς ειδικής επιτήρησης, όπως οι Αμερικανο-Ιάπωνες μετά το Pearl-Harbor”, έναντι 62% που χαρακτηρίζει λάθος την στοχοποίηση μιας εθνικής ομάδας.

Οι πίνακες του άρθρου:

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ (20/10/2001) με τίτλο: “Το 68% των Αμερικανών φοβάται επίθεση με βιολογικά ή πυρηνικά όπλα”