Ιδιωτικός εναντίον Δημοσίου Τομέα

Η αποθέωση του Ιδιωτικού Τομέα μετά το Μνημόνιο

Εκτύπωση | Email | Διάδοση |

ΑΝΑΛΥΣΗ

του Γιάννη Μαυρή

Oι στάσεις των πολιτών απέναντι στους δύο βασικούς τομείς της οικονομίας, τον ιδιωτικό και τον δημόσιο, μεταβλήθηκαν δραστικά στη διάρκεια των τελευταίων οκτώ ετών, ως αποτέλεσμα των ευρύτερων επιπτώσεων που είχαν οι ασκούμενες οικονομικές πολιτικές, στο πεδίο της πολιτικής και της ιδεολογίας.

Ως πολιτική αξία, ο «Ιδιωτικός τομέας» καταγράφει σήμερα στην Ελλάδα τη δεύτερη μετά την Οικολογία υψηλότερη κοινωνική αποδοχή. Συγκεκριμένα, 3 στους 4 πολίτες (74%) δηλώνουν θετική εντύπωση για αυτόν (Διάγραμμα 1).

Η ιδεολογική νομιμοποίηση του «Ιδιωτικού τομέα» δεν είναι βέβαια πρόσφατο φαινόμενο, συνιστά αντιθέτως μακροχρόνια τάση. Ωστόσο, η κοινωνική του αποδοχή καταγράφει –μεταξύ των πολιτικών αξιών- την εντυπωσιακότερη αύξηση, +18%, μεταξύ 2009 και 2017 (σήμερα 74%, έναντι 56% το 2009), δηλαδή μετά από τα 8 χρόνια της μνημονιακής περιόδου (Διάγραμμα 1. Βλέπε σχετικά και το πρώτο μέρος του αφιερώματος της Public Issue). Δεν αποτελεί υπερβολή να ειπωθεί, ότι η λατρεία του «Ιδιωτικού τομέα» έχει σήμερα στην Ελλάδα κυριολεκτικά απογειωθεί.

Αυτή η σημαντική ιδεολογική μεταβολή δεν είναι φυσικά άσχετη από το γεγονός, ότι είναι η κυβερνώσα αριστερά, που υλοποιεί πολιτικά την περαιτέρω συρρίκνωση του εναπομείναντος δημοσίου τομέα.

Η αποθέωση του «Ιδιωτικού Τομέα» αποτυπώνει, αφενός την πλήρη επικράτηση και την ιδεολογική ηγεμονία της κοινωνικής αξίας του «Ιδιωτικού» στην ελληνική μεταμνημονιακή κοινωνία και αφετέρου την απότομη «σύγκλιση των πολιτικών κομμάτων στην κορυφή», μετά τη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ το 2015.

Αντίστοιχη μεταστροφή στις στάσεις της ελληνικής κοινής γνώμης έχει παρατηρηθεί, ιστορικά, μετά την αλλαγή πολιτικής του ΠΑΣΟΚ, το 1984, όταν εξ αιτίας της, η κοινωνική υποστήριξη της (τότε) ΕΟΚ ενισχύθηκε σημαντικά.[1]

Ο Ιδιωτικός Τομέας «υπεράνω» Αριστεράς & Δεξιάς

Κατά συνέπεια, δεν πρέπει να προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι, ως αξία, ο «Ιδιωτικός τομέας», υπερβαίνει την πολιτική διαίρεση και εμφανίζεται, πλέον, πλήρως αποσυνδεδεμένη, από τις παραδοσιακές πολιτικές αξίες της «Αριστεράς» και της «Δεξιάς», όπως διακρίνεται καθαρά στο Διάγραμμα 2, με βάση την στατιστική τεχνική της «πολυδιάστατης κλιμακοποίησης».

Το κυριότερο: Ο «Ιδιωτικός τομέας» δεν ταυτίζεται πλέον με κανένα από τα υπαρκτά πολιτικά κόμματα του σημερινού κομματικού συστήματος, ούτε την ΝΔ ούτε τον ΣΥΡΙΖΑ. Πρόκειται για μια σαφή ένδειξη της τάσης αποϊδεολογικοποήσης των κομμάτων, που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη εποχή της μεταδημοκρατίας.

Δεν ισχύει όμως το ίδιο και με τον «Δημόσιο τομέα», η αξία του οποίου εμφανίζεται περισσσότερο συνδεδεμένη με το σημερινό κυβερνητικό κόμμα, το οποίο έχει επωμισθεί τη διαχείρισή του (Διάγραμμα 2). Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να θεωρηθεί σήμερα απλουστευτικά ως «κρατικοδίατο» ή το «κατεξοχήν» κόμμα του δημοσίου τομέα, όπως πχ. ισχύει παραδοσιακά για το Δημοκρατικό Κόμμα (ΔΗΚΟ), στο κυπριακό κομματικό σύστημα. Αυτού του τύπου οι κριτικές είναι σίγουρα σχηματικές.

Η κοινωνική αποδοχή του «Ιδιωτικού τομέα» επειδή έχει γενικευθεί, εμφανίζεται σήμερα οριζόντια. Συγκεντρώνει πλειοψηφικά ποσοστά, ακόμη και μεταξύ των μισθωτών του Δημοσίου τομέα (66%) ή και των ανέργων (65% – Διάγραμμα 3).

Παράλληλα, η ιδεολογική σύγκλιση των κομμάτων της διακυβέρνησης, τεκμηριώνεται, επιπλέον, και από το γεγονός ότι τα υψηλότερα ποσοστά αποδοχής του, μεταξύ των ψηφοφόρων που αυτοποθετούνται ιδεολογικά στην κεντροδεξιά (85%) και την κεντροαριστερά δεν διαφέρουν ιδιαίτερα (85%, έναντι 81% αντίστοιχα – Διάγραμμα 4)

Η ιδεολογική απαξίωση του «Δημόσιου τομέα»

Αντιθέτως, καθ' όλη τη διάρκεια της υφιστάμενης οικονομικής κρίσης, η αξία του «Δημοσίου τομέα» συνέχισε να απαξιώνεται και ταυτίστηκε με το «σπάταλο, αναποτελεσματικό και πελατειακό κράτος», με αποτέλεσμα σήμερα να συγκεντρώνει χαμηλό και φθίνον ποσοστό κοινωνικής αποδοχής, μόλις 32%, έναντι 40% το 2009 (Διάγραμμα 1).

Η νεοφιλελεύθερη ιδεολογική επίθεση κατά του κράτους υπήρξε αποτελεσματική. Βρήκε γόνιμο έδαφος στις παθογένειες του μεταπολιτευτικού κράτους και την παρακμή του πολιτικού και κομματικού συστήματος, που συγκροτήθηκε σε οργανική σχέση με αυτό. Η αποτελεσματικότητα του νεοφιλελεύθερου αντικρατισμού έγκειται στο γεγονός πως κατάφερε να πείσει ευρύτατα τμήματα του εκλογικού σώματος ότι «μόνον ο ιδιωτικός τομέας μπορεί να δημιουργήσει θέσεις εργασίας και να προσφέρει κέρδη».

Με βάση τα διαθέσιμα δημογραφικά στοιχεία, ο «Δημόσιος τομέας» συγκεντρώνει πλειοψηφικό ποσοστό αποδοχής, μόνον μεταξύ των μισθωτών του (58% – Διάγραμμα 5), που όμως δεν αποτελούν, παρά το 7-9% περίπου του εκλογικού σώματος. Με βάση την αυτοτοποθέτηση στην κλίμακα Αριστερά/Δεξιά, το υψηλότερο ποσοστό αποδοχής παρατηρείται μεταξύ όσων τοποθετούνται ιδεολογικά στην αριστερά (46% – Διάγραμμα 6). Είναι προφανές, ότι η υπεράσπιση της αξίας του «Δημοσίου τομέα», που έχει αφεθεί πλέον σε μια αποδυναμωμένη Αριστερά, είναι μάλλον αδύναμη.

[1].Βλέπε σχετικά με αυτό το ζήτημα: Mavris, Yiannis. 2004. “From accession to the euro. The evolution of Greek public attitudes toward European integration, 1981-2001”. Στο  Greece in the European Union, eds. Dionyssis Dimitrakopoulos & Argyris Passas. London-NY: Routledge, 113-138. Διαθέσιμο διακτυακό στην ιστοσελίδα: http://www.mavris.gr/411/4010-euro/

Διάγραμμα 1

Διάγραμμα 2

Διάγραμμα 3

Διάγραμμα 4

Διάγραμμα 5

Διάγραμμα 6