Το κομματικό σύστημα στην Ελλάδα: ιστορικές προϋποθέσεις και ιδιομορφίες

Εκτύπωση | Email | Διάδοση |

Ανάλυση του

ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΥΡΗ

Σε μια εποχή κάμψης -κατά κανόνα- του δικομματισμού, κρίσης των κομματικών συστημάτων, κομματικών αποστοιχίσεων (de-alignment), αλλαγών στα κριτήρια των ψηφοφόρων και ρευστότητας της ψήφου, η ελληνική περίπτωση φαίνεται να διαφοροποιείται. Και τούτο, όχι διότι στην Ελλάδα δεν παρατηρούνται παρόμοια φαινόμενα ρευστότητας, ή κρίσης των παραδοσιακών μορφών πολιτικής και της μορφής των κομμάτων, αλλά διότι κατά παράδοξο τρόπο, αυτά τα φαινόμενα δεν θέτουν σε αμφισβήτηση τη σταθερότητα και την κοινωνική απήχηση του δικομματισμού, ούτε και -περισσότερο εντυπωσιακό- το στοιχείο της πόλωσης. Το περιεχόμενο, βεβαίως, της οποίας αλλάζει.

Η σημερινή πολιτική και κοινωνική ανθεκτικότητα που επιδεικνύει το δικομματικό σύστημα στην Ελλάδα δεν μπορεί βεβαίως να αποδωθεί μόνον στις διαιρετικές τομές της σύγχρονης ελληνικής πολιτικής ιστορίας (εμφύλιος/μεσοπόλεμος). Σχετικά με την ερμηνεία του φαινομένου, μπορούν να επισημανθούν, έξι χαρακτηριστικά σημεία που ενδεχομένως εξηγούν τη διαφοροποίηση στην εξέλιξή του. Η σειρά αναφοράς, δεν είναι ιεραρχική: 1. Καθυστερημένη -για ιστορικούς λογους- διαμόρφωση του κομματικού συστήματος, 2. Εκδήλωση περιορισμένης δυσαρέσκειας απέναντι στα κόμματα της Διακυβέρνησης, 3. Απουσία -έως σήμερα- ρευμάτων διαμαρτυρίας, 4. Απουσία περιφερειακών-τοπικών και εθνοτικών κομμάτων, 5. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας, 6. Εκλογικό σύστημα.

Αναλυτικότερα:

1. Για λόγους ιστορικούς, η ανάδυση και εδραίωση του φαινομένου των μαζικών κομμάτων στην Ελλάδα πραγματοποιείται καθυστερημένα, μετά την πτώση της δικτατορίας το 1974. Μάλιστα, τα μεταπολιτευτικά κόμματα αποκρυσταλλώνουν τα βασικά τους χαρακτηριστικά κατά τη δεκαετία του ’80, ουσιαστικά μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το 1981.

2. Στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης, η υψηλή δυσαρέσκεια προς τη διακυβέρνηση που διογκώνεται, ιδίως κατά τη δεκαετία του ’90, δεν έλαβε τις ακραίες ή ανοικτές μορφές, που είχαν εμφανισθεί κατά την προδικτατορική περίοδο, ούτε μεταφράσθηκε και σε συνολική πολιτική αποδοκιμασία ή απαξίωση των κομμάτων διακυβέρνησης. Είναι ενδιαφέρον επίσης, ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια, δεν μεταφράζεται σε αντιευρωπαϊσμό. Αντιθέτως, συνδέεται με την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας, διοχετεύεται και εκτονώνεται σε μια αύξηση του φιλοευρωπαϊσμού της ελληνικής Κοινής Γνώμης. Τα δύο κόμματα διακυβέρνησης, η Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει πχ. στη Γαλλία, ή στην Ιταλία συγκεντρώνουν σταθερά την τελευταία 20ετία υψηλότατη επιρροή. Ο μέσος όρος κοινωνικής υποστήριξης προς αυτά, ανέρχεται στις αναμετρήσεις της περιόδου 1981-2000, σε 85% (84,8%) και ολόκληρης της μεταπολιτευτικής περιόδου 1974-2000 σε 82% (82,08%).

3. Τα νέα πολιτικά ρεύματα διαμαρτυρίας που έχουν προκύψει στο έδαφος της κρίσης του ευρωπαϊκού κομματικού συστήματος, κύριως η Άκρα Δεξιά, αλλά και η Οικολογία δεν έχουν εμφανισθεί στην ελληνική πολιτική σκηνή.

4. Έως σήμερα, η συγκεντρωτική παραγωγή της πολιτικής στην Ελλάδα δεν επέτρεψε τη διαμόρφωση περιφερειακών τοπικών πόλων εξουσίας. Η ανυπαρξία τοπικής διάστασης στην πολιτική, έδρασε επίσης ως παράγων συνοχής των πολιτικών κομμάτων πανεθνικής εμβέλειας και του κομματικού συστήματος, αποτρέποντας την ανάπτυξη περιφερειακών και τοπικών κομμάτων, ή ακόμη και την ενίσχυση των περιφερειακών δομών στο εσωτερικό τους. Στην ίδια κατεύθυνση λειτουργεί και η εθνική ομοιογένεια της χώρας, καθώς και το μικρό μέγεθος των μειονοτικών, ή εθνοτικών ομάδων του πληθυσμού.

5. Στους παράγοντες συνοχής του δικομματικού συστήματος και διατήρησης της πόλωσης, θα πρέπει να προστεθεί και ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας. Στην Ελλάδα, το ενδιαφέρον και η ενασχόληση με την πολιτική, η αυξημένη συμμετοχή, η ιδιαίτερη σημασία που αποδίδει το κοινωνικό σώμα στις εκλογές, σύμφωνα με τις διαθέσιμες εμπειρικές πολιτικές έρευνες, διατηρήθηκε σε υψηλότατα επίπεδα, αν όχι στο υψηλότατο, όχι μόνον για τα δεδομένα του ευρωπαϊκού Νότου (Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία), αλλά και σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες τηςΕυρωπαϊκής Ένωσης. Το ενδιαφέρον για την πολιτική παρά την κάμψη που εμφανίζεται, παραμένει ακόμη και στη δεκαετία ’90 έντονο. Αλλά και η παραταξιακή διαίρεση Αριστεράς /Δεξιάς φαίνεται στην Ελλάδα να παραμένει ενεργή και εξακολουθεί να διατηρεί μια σημασία. Παρά τις όποιες μεθοδολογικές αμφιβολίες μπορεί να υπάρχουν σχετικά με τη χρήση της εμπειρικής κλίμακας (Α/Δ) που χρησιμοποιείται στις έρευνες κοινής γνώμης, είναι εντυπωσιακό, ότι το 83,5% των εκλογέων εξακολουθεί, το 2000, να αυτοτοποθετείται και επομένως να αναγνωρίζεται στον άξονα Αριστερά/Δεξιά και μόνον το 11,9% των εκλογέων ασπάζεται την πεποίθηση ότι «όλα αυτά δεν σημαίνουν τίποτα πια». Ως προς τα δύο μεγάλα κόμματα, τo 1985, το 52,7% των εκλογέων δήλωνε ταύτιση με το ΠΑΣΟΚ (πολύ κοντά, ή κοντά). Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, στις παραμονές των εκλογών του 2000, το ποσοστό αυτό έχει περιορισθεί σε 39,9%, σαφέστατη, αλλά όχι δραματική ένδειξη αποστασιοποίησης των ψηφοφόρων. Στην περίπτωση δε της ΝΔ έχουμε, αντιθέτως, ενίσχυση της κομματικής ταύτισης και εξισορρόπηση της σχέσης με το ΠΑΣΟΚ. Από 25,6%, το 1985, ο δείκτης ταύτισης αυξήθηκε το 2000 σε 31,3% (Στοιχεία VPRC).

6. Τέλος, το ισχύον θεσμικό πλαίσιο (Σύνταγμα, εκλογικός νόμος) καθιστά την πόλωση δομικό στοιχείο του εκλογικού ανταγωνισμού, αφού το κόμμα που απλώς προηγείται, έστω και οριακά, μπορεί να σχηματίσει αυτοδύναμα μονοκομματική κυβέρνηση.

Η ιδεολογική εδραίωση του δικομματισμού αποτυπώνεται σαφώς στις έρευνες κοινής γνώμης. Δύο ενδείξεις για αυτό συνιστούν: α) η προτίμηση μονοκομματικής κυβέρνησης και β) η γνώμη για το κομματικό σύστημα («πόσα κόμματα χρειάζεται η χώρα»). Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, στις κοινωνικές προτιμήσεις για τη μορφή της διακυβέρνησης (επιλογή ανάμεσα σε μονοκομματική κυβέρνηση, ή κυβέρνηση συνεργασίας) η κοινή γνώμη τάσσεται -φυσικά με διακυμάνσεις που επηρεάζονται από τη συγκυρία- υπέρ της μονοκομματικής μορφής διακυβέρνησης. Σε μέτρηση της VPRC το 2000, η άποψη υπέρ των μονοκομματικών κυβερνήσεων συγκεντρώνει την απόλυτη πλειοψηφία του εκλογικού σώματος: 53,5%, έναντι 43,6% (διαφορά 10%). Αλλά και η απήχηση του πολυκομματισμού περιορίζεται σε λιγότερο από το 1/3 του εκλογικού σώματος. Με βάση τα στοιχεία των εμπειρικών ερευνών που διαθέτουμε, εκδηλώνεται μια προτίμηση, της τάξης του 40%, υπέρ του κομματικού συστήματος με περιορισμένο αριθμό κομμάτων (3-4) -στην ουσία υπέρ της σημερινής (δικομματικής) μορφής του-, και 15% υπέρ του αμιγούς δικομματισμού (μόνο 2), ενώ 6% τάσσεται υπέρ του μονοκομματικού συστήματος. Η προτίμηση υπέρ του πολυκομματισμού (περισσότερα από 3-4) δεν υπερβαίνει το 30% του εκλογικού σώματος.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν, τέλος, και οι αντιλήψεις της κοινής γνώμης, σχετικά με τη σημασία των εκλογών. Έχει αποδειχθεί εμπειρικά, ότι η σημασία των εκλογών, ως μέσου εξαναγκασμού της Διακυβέρνησης διατηρείται στην Ελλάδα σε υψηλά επίπεδα. Σε σχετική έρευνα της VPRC, του 1998, το 43,5% των ερωτηθέντων συμφωνεί με την άποψη, ότι οι εκλογές αναγκάζουν τις κυβερνήσεις “να δώσουν προσοχή στο τι σκέφτεται ο κόσμος”. Είναι εμφανές, ότι η ελληνική Κοινή Γνώμη εξακολουθεί να αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στις εκλογές, όπως και στην ψήφο (το εκλογικό δικαίωμα). Η αυξημένη σημασία των εκλογών στην Ελλάδα, αποτελεί στοιχείο της πολιτικής κουλτούρας του κοινωνικού σχηματισμού, που θα μπορούσε να αποδοθεί στην υστέρηση της λεγόμενης κοινωνίας των πολιτών. Η προηγούμενη διαπίστωση εξηγεί γιατί στην Ελλάδα η κοινωνική δυσαρέσκεια από τη διακυβέρνηση μπορεί να λαμβάνει ευκολότερα τη μορφή της κοινοβουλευτικής – εκλογικής διέξοδου, με αποδοκιμασία του κυβερνώντος κόμματος. Εύλογα μπορεί να υποθέσει κανείς, ότι η πιθανότητα να δοθεί παρόμοια διέξοδος και στη σημερινή συγκυρία παραμένει σημαντική. Άλλωστε, αυτό δείχνει και ο χαρακτήρας των μετατοπίσεων στις τελευταίες Βουλευτικές εκλογές του 2000, αλλά και των πρόσφατων Νομαρχιακών εκλογών.

Τα διαγράμματα του άρθρου:

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (08/12/2002) με τίτλο: “Η απόλυτη κυριαρχία του δικομματισμού”