Πρόσωπα (ή) (και) κόμματα;

Κριτήρια ψήφου στις κυπριακές προεδρικές εκλογές

Εκτύπωση | Email | Διάδοση |

ΑΝΑΛΥΣΗ

Του Γιάννη Μαυρή 

Η διερεύνηση του ρόλου που διαδραματίζουν τα πρόσωπα στην πολιτική υπήρξε ανέκαθεν πεδίο συζήτησης ή και αντιπαράθεσης, τόσο στη δημόσια συζήτηση, όσο και στην ακαδημαϊκή έρευνα. Οι Προεδρικές εκλογές αποτελούν -εξ’ ορισμού- επιλογή προσώπων και ως τέτοιες γίνονται αντιληπτές από το εκλογικό σώμα. Επομένως, το ερώτημα, πόση βαρύτητα έχει για τον ψηφοφόρο το πρόσωπο του υποψηφίου, μπορεί να θεωρηθεί άνευ αντικειμένου και η διαπίστωση ταυτολογική. Πράγματι, με βάση τις υποκειμενικές απαντήσεις των ερωτώμενων στις έρευνες κοινής γνώμης, η προσωπικότητα των υποψηφίων -και όχι οι πολιτικές δυνάμεις και τα κόμματα που τους στηρίζουν- αποτελεί, με διαφορά, το σημαντικότερο κριτήριο των πολιτών για την επιλογή της ψήφου τους (Διάγραμμα 1).

Είναι, ωστόσο, παρόμοιας έκτασης η επίδραση των προσώπων; Αυτό το κυρίαρχο σήμερα κοινωνικό στερεότυπο έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το εκλογικό παρελθόν. Από τους έξι Προέδρους που είχε η Κύπρος, στις τέσσερις δεκαετίες της μεταμακαριακής περιόδου (1977-2017), μόνον ένας, ο Γιώργος Βασιλείου (1988-1993), δεν διέθετε κομματική προϊστορία. Οι υπόλοιποι πέντε (Σ.Κυπριανού, Γ.Κληρίδης, Τ.Παπαδόπουλος, Δ.Χριστόφιας, Ν.Αναστασιάδης), προτού αναδειχθούν στην Προεδρία είχαν διατελέσει προηγουμένως αρχηγοί ή και ιδρυτές των κομμάτων τους. Επομένως, ο ρόλος των κομμάτων στην επιλογή και υποστήριξη των υποψηφίων προέδρων παρέμεινε, αδιάλειπτα, απολύτως καθοριστικός. Η κάθοδος στην προεδρική αναμέτρηση, χωρίς κομματική υποστήριξη, αποδείχθηκε, ιστορικά, salto mortale. Μέχρι την οικονομική κρίση, οι απόπειρες αυτοτελούς καθόδου στις εκλογές, χωρίς κομματική στήριξη δεν ευδοκίμησαν. Η περίπτωση της ανεξάρτητης υποψηφιότητας του Αλέκου Μαρκίδη (6,62% στις Π2003) είναι από αυτήν την άποψη ίσως η πλέον χαρακτηριστική. Αλλά και το ατομικό πολιτικό κεφάλαιο που συγκέντρωσε, λόγω της Προεδρίας του, ο Γ. Βασιλείου, εξανεμίσθηκε, όταν απώλεσε την υποστήριξη του ΑΚΕΛ και επένδυσε στην ίδρυση νέου προσωπικού κόμματος. Από 49,7% της προεδρικής απήχησης, που κατέγραψε στο β’ γύρο των Π1993, το Κίνημα Ελευθέρων Δημοκρατών έλαβε στις βουλευτικές εκλογές του 1996, μόλις 3,7%.

Αυτή η πεπατημένη, ότι τα κόμματα και όχι τα πρόσωπα αποτελούν τον σημαντικότερο παράγοντα στον καθορισμό της ψήφου, φάνηκε συγκυριακά ότι θα μπορούσε να ανατραπεί, όταν εκδηλώθηκαν οι πολιτικές επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης. Στις Προεδρικές του 2013, ο Γιώργος Λιλλήκας, ως ανεξάρτητος υποψήφιος, θα λάβει, στον Α’ γύρο, διεκδικώντας βάσιμα τη δεύτερη θέση, ποσοστό 24,9%, με μοναδική κομματική στήριξη από την ΕΔΕΚ, της οποίας η εκλογική επιρροή στις Β2011 ήταν μόλις 8,9%. Όμως, το συγκεκριμένο εγχείρημα αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού δεν είχε συνέχεια. Στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές (Μάιος 2016), παρά την σοβαρή κοινωνική καθίζηση των παραδοσιακών κομμάτων, το κόμμα της Συμμαχίας των Πολιτών θα συγκρατήσει μόλις ένα μικρό ποσοστό (6%) της προεδρικής επιρροής του αρχηγού του.

Παρά την αποδυνάμωση των κομματικών ταυτίσεων

Η κρίση της σύγχρονης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, αποτέλεσμα μεταξύ άλλων και της εκτόπισης της πολιτικής από την οικονομία, οδηγεί στην υποβάθμιση του ρόλου των μαζικών κομμάτων. Τα κόμματα μαζών της μεταπολεμικής περιόδου αποτελούν, κατά το μάλλον ή ήττον, ιστορικό παρελθόν. Τα σύγχρονα κόμματα απομένουν συχνά, μόνον το κέλυφος του παλαιού εαυτού τους. Η υποβάθμιση του ρόλου της μαζικής οργάνωσης και η σοβαρή αποδυνάμωση της εσωκομματικής ζωής συμβαδίζει με την κάμψη της οργανωμένης συμμετοχής στα κόμματα. Σε μια εποχή όπου η αντιπροσωπευτική και κομματική δημοκρατία βάλλεται πανταχόθεν και η αξία της αμφισβητείται, η απομάκρυνση των πολιτών από τα κόμματα είναι δεδομένη.  Από την άλλη πλευρά, η τάση προσωποποίησης της πολιτικής οδηγεί στην περαιτέρω ενίσχυση του ρόλου του πολιτικού αρχηγού και της ηγετικής ομάδας, γεγονός που γίνεται αντιληπτό από τους πολίτες. Αναβιώνουν, υπό μία έννοια, τα «κόμματα στελεχών», μορφή που εμφανίσθηκε στο 19ο αιώνα.

Από αυτήν την γενική τάση, η περίπτωση του κυπριακού κομματικού συστήματος διαφοροποιείται σημαντικά. Για τους γνωστούς ιστορικούς λόγους, η διαμόρφωσή του ακολούθησε με χρονική υστέρηση την δυτικοευρωπαϊκή εμπειρία· υπήρξε παράγωγο της μεταμακαριακής εποχής και ουσιαστικά της δεκαετίας του ’80.

Με τη σειρά της, η τελευταία οικονομική κρίση επιτάχυνε τις προϋπάρχουσες τάσεις μετασχηματισμού και δημιούργησε πρόσθετους σοβαρούς κλυδωνισμούς στο παραδοσιακό τετρακομματικό σύστημα· Η μεγάλη διαχρονική κάμψη της συμμετοχής και οι σημαντικές απώλειες στην κοινωνική επιρροή των παραδοσιακών κομμάτων, καταγράφηκαν με έμφαση στις εκλογικές αναμετρήσεις της τελευταίας δεκαετίας, με αποκορύφωμα τις βουλευτικές εκλογές (Μάιος 2016) και τις δημοτικές που ακολούθησαν.

Η άμβλυνση των κομματικών ταυτίσεων που έχει επέλθει είναι εντυπωσιακή. Σήμερα στην Κύπρο, μόλις 1 στους 2 εκλογείς (52%) δηλώνει ότι «αισθάνεται κοντά σε κάποιο πολιτικό κόμμα» (Διάγραμμα 2). Επιπλέον, το ηλικιακό χάσμα είναι οφθαλμοφανές. Η κομματική ταύτιση εξακολουθεί να παραμένει ισχυρή μόνο στο ηλικιωμένο τμήμα του εκλογικού σώματος και αφορά κυρίως τα δύο μεγαλύτερα κόμματα. Ταυτόχρονα, επικρατεί σε μεγάλο βαθμό η λεγόμενη αρνητική ψήφος. Το 57% των ερωτηθέντων (σχεδόν 6 στους 10), απαντά ότι θεωρεί τον υποψήφιο της επιλογής του ως τον «λιγότερο κακό» και μόνον το 36% ψηφίζει θετικά (Διαγράμματα 3 και 4).

Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι ο ιδεολογικός ρόλος των κομμάτων έχει εξανεμισθεί. Κάθε άλλο. Παρά την υπαρκτή άμβλυνση των κοινωνικών δεσμών με τους κομματικούς οργανισμούς, οι αποφάσεις των τελευταίων, εξακολουθούν να ασκούν αποφασιστική επιρροή στους ψηφοφόρους τους. Είναι χαρακτηριστικό, ότι η συσπείρωση των ψηφοφόρων στις κομματικές αποφάσεις, σχετικά με τους υποψηφίους τους στις επερχόμενες προεδρικές εκλογές, γίνονται αποδεκτές από την εκλογική βάση σε μεγάλο βαθμό. Σύμφωνα με το Διάγραμμα 5, οι αντίστοιχες αποφάσεις των τεσσάρων παραδοσιακών κομμάτων συγκεντρώνουν ποσοστό αποδοχής μεταξύ των ψηφοφόρων τους, που κυμαίνεται από 78% στο ΑΚΕΛ, μέχρι 90% στο ΔΗΣΥ. Κατά συνέπεια, εξακολουθούν να επηρεάζουν καθοριστικά τους ψηφοφόρους τους στις επιλογές τους και είναι εύλογο να υποθέσει κανείς ότι συνεπάγονται και (σχεδόν) αντίστοιχη κομματική συσπείρωση στην ψήφο.

Η προηγούμενη παρατήρηση ισχύει για την περίπτωση των θεσμικά παγιωμένων στο κομματικό σύστημα κομμάτων, αλλά όχι στον ίδιο βαθμό και για την περίπτωση των Οικολόγων· και κυρίως των νεοπαγών κομμάτων, που αναδύθηκαν στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές, με την εξαίρεση του ΕΛΑΜ.