Οι ελληνικές «Ευρω-βουλευτικές» εκλογές του 2019

Οι ιδιαιτερότητες της εκλογικής αναμέτρησης του προσεχούς Μαΐου

Εκτύπωση | Email | Διάδοση |

ΑΝΑΛΥΣΗ

Των Γιάννη Μαυρή[1] και Γιώργου Συμεωνίδη[2]

 

Εισαγωγή: Η σημασία των προσεχών ευρωεκλογών

Οι επερχόμενες ευρωεκλογές της 26ης Μαΐου απέχουν πολύ μικρό χρονικό διάστημα από τη συνταγματική προθεσμία για τη διεξαγωγή των επόμενων εθνικών εκλογών. Ως εκ τούτου, είναι φυσικό να παρουσιάζουν αυξημένο ενδιαφέρον, εφόσον το αποτέλεσμα τους θα θεωρηθεί ισχυρή ένδειξη για τις βουλευτικές και, ενδεχομένως, θα αποδειχθεί προάγγελος κομματικής μεταστροφής.

Η αναμέτρηση του προσεχούς Μαΐου αποκτά, όμως, πρόσθετη σημασία για δύο επιπλέον λόγους: α) Διότι αποτελεί την πρώτη εκλογική αναμέτρηση, ύστερα από το (τυπικό) τέλος της μνημονιακής περιόδου και β) διότι το νέο κόμμα της διακυβέρνησης που αναδύθηκε μέσα στην κρίση, ο ΣΥΡΙΖΑ, θα αξιολογηθεί για πρώτη φορά από το εκλογικό σώμα, μετά την εκλογική αναμέτρηση του Σεπτεμβρίου 2015.

1. Οι ευρωεκλογές ως μορφή εκλογικής αναμέτρησης

1.1  Εκλογές «δεύτερης τάξης»: Ο ιδιότυπος χαρακτήρας των ευρωεκλογών

Οι ευρωπαϊκές εκλογές καθιερώθηκαν το 1979 (στην Ελλάδα το 1981), ως μια ιδιόμορφη εκλογική διαδικασία, αρκετά διαφορετική από τις αντίστοιχες εκλογές για την ανάδειξη του Εθνικού Κοινοβουλίου, όπως και από τις (βραχύβιες) νομαρχιακές εκλογές, που καθιερώθηκαν στην Ελλάδα το 1994, αλλά καταργήθηκαν το 2010. Η ιδιομορφία της συγκεκριμένης μορφής εκλογών έγκειται στο γεγονός ότι δεν πληρούσαν τις δύο βασικές λειτουργίες που είναι σύμφυτες με το εκλογικό φαινόμενο, δηλαδή: α) το σχηματισμό κυβερνήσεων, και β) τη διαμόρφωση της κρατικής πολιτικής. Αντιθέτως, στόχευαν στην ανάδειξη του Ευρωκοινοβουλίου, ενός θεσμού που μέχρι σήμερα έχει παραμείνει απομακρυσμένος από τους πολίτες και σχεδόν άγνωστος σε αυτούς. Για αυτό, κατέληξαν να θεωρούνται από πολλούς αναλυτές ως εκλογές «δεύτερης τάξης» (second order elections), όπως αντίστοιχα συμβαίνει και με τις τοπικές εκλογές.

Με βάση τη γενική (ορθή) πεποίθηση του εκλογικού σώματος, σχετικά με τον υποδεέστερο θεσμικό τους ρόλο και το γεγονός, πως στις ευρωεκλογές «διακυβεύονται πολύ λιγότερα» από ό,τι στις εθνικές εκλογές, οι πρώτες διατήρησαν τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες περιορισμένη και επιπλέον φθίνουσα σημασία για το εκλογικό σώμα. Η δευτερεύουσα σημασία τους εκφράσθηκε διαχρονικά, τόσο στα φαινόμενα της εκλογικής ρευστότητας και της «χαλαρής» ψήφου (της χαλάρωσης των κομματικών ταυτίσεων), όσο και κυρίως στη μειωμένη συμμετοχή που σημειώνεται, κατά κανόνα, στις χώρες της ΕΕ.

Ενώ όμως οι ευρωεκλογές δεν εξυπηρέτησαν τις δύο βασικές δημοκρατικές λειτουργίες, έτειναν να αναδείξουν, ως κύρια πλευρά τους μια τρίτη, τη λειτουργία της νομιμοποίησης (Reif and Schmitt 1980, Reif 1984a, 1984b, 1985β, Niedermayer 1990, Perrineau and Ysmal 1995, Heath et al. 1996, Heath et al. 1997, Schmitt and Thomassen 2000, Franklin 2001a, 2001b, Τεπέρογλου 2016)[3]. Ωστόσο, όπως δείχνει και η μακροχρόνια τάση κάμψης της συμμετοχής και αυτή η λειτουργία τείνει να υπονομευθεί, ιδίως σήμερα, μετά από την δεκαετία της οικονομικής κρίσης. Η συμμετοχή στις τελευταίες ευρωεκλογές του 2014 έφτασε στο σύνολο των 28 χωρών-μελών μόλις το 42,6%, από 62% το 1979, στον αρχικό πυρήνα των 9 χωρών-μελών.[4]

Θα πρέπει να σημειωθεί ακόμη, ότι για λόγους που έχουν εξηγηθεί αλλού (Μαυρής και Συμεωνίδης 2016) και μέχρι την κατάρρευση του ελληνικού μεταπολιτευτικού κομματικού συστήματος, το 2012, οι ευρωεκλογές, ως εκλογές «δεύτερης τάξης», έτειναν κατά κανόνα να αποτελούν το κατώτερο όριο της εκλογικής υποστήριξης των κομμάτων διακυβέρνησης, ενώ οι βουλευτικές το ανώτερο (Μαυρής 2003, 96 – Διαγράμματα 1 & 2).

 1.2 Οι τάσεις απαξίωσης της εκλογικής διαδικασίας

  1. Η οικονομική κρίση της τελευταίας δεκαετίας προκάλεσε και βαθύτατους πολιτικούς κλυδωνισμούς, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Ευρώπη. Η αμφισβήτηση του εγχειρήματος της ευρωπαϊκής ενοποίησης, η αποδυνάμωση των παραδοσιακών κομματικών συστημάτων στις περισσότερες χώρες της ΕΕ και η μακροχρόνια τάση υποβάθμισης του ρόλου των κομμάτων, οδήγησαν σε υποχώρηση των αντιπροσωπευτικών θεσμών. Υποβάθμισαν, όχι μόνο τη σημασία των ευρωεκλογών, αλλά απαξίωσαν, σε μεγάλο βαθμό, συνολικά τον θεσμό των εκλογών. Αν και η απαξίωση της εκλογικής διαδικασίας χαρακτηρίζει συνολικά τις δυτικές δημοκρατίες, υπήρξε εντούτοις εντονότερη στην Ελλάδα και οδήγησε το 2012 στην πρωτοφανή κατάρρευση του μεταπολιτευτικού κομματικού συστήματος.
  2. Ειδικά στην Ελλάδα, μετά το Μνημόνιο και την υπαγωγή της εγχώριας δημοσιονομικής πολιτικής στην τρόικα και τους «θεσμούς», η διάκριση εθνικού/ευρωπαϊκού έχει, σε μεγάλο βαθμό, καταργηθεί. Το παγιωμένο γενικό πλαίσιο διεξαγωγής των ευρωεκλογών προσφέρεται πλέον πολύ περισσότερο ως ευκαιρία εκδήλωσης της κοινωνικής δυσαρέσκειας από την διακυβέρνηση, στο βαθμό που η εγχώρια διακυβέρνηση επιτηρείται πλέον ασφυκτικά από τα όργανα των ευρωπαϊκών θεσμών. Συνεπώς, οι ευρωεκλογές στην Ελλάδα αποκτούν σήμερα πολύ περισσότερο «εθνικό» χαρακτήρα, ανεξάρτητα από τον χρόνο διεξαγωγής τους.
  3. Από το 2014, η ταυτόχρονη διεξαγωγή τριπλών εκλογών (δημοτικές, περιφερειακές, ευρωεκλογές), οι οποίες αφορούν διαφορετικές βαθμίδες της πολιτικής (Δήμος, Περιφέρεια, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο) επιτείνει τη σύγχυση μεταξύ των διαφορετικών μορφών εκλογικών αναμετρήσεων, δημιουργώντας μια πρωτόγνωρη εκλογική διαδικασία. Πρόκειται για μια «υβριδική» εκλογική διαδικασία, που οδηγεί στην περαιτέρω υποβάθμιση και τον εκφυλισμό της  αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

2 Τυπολογία των ελληνικών ευρωεκλογών

2.1 Η σημασία του χρόνου διεξαγωγής των ευρωεκλογών

Δεδομένου ότι η ψήφος στις ευρωεκλογές δεν έχει τις συνέπειες των εθνικών εκλογών, η θέση τους στον εκλογικό κύκλο καθορίζει και τον βαθμό «χαλαρότητας» της ψήφου που τις διακρίνει. Η απόστασή τους από τις εθνικές εκλογές, δηλαδή εάν διεξάγονται ταυτόχρονα, προηγούνται ή έπονται της εθνικής αναμέτρησης, κάνει τις πρώτες, είτε να συγκλίνουν είτε να αποκλίνουν από τις δεύτερες. Η ιστορική σύγκριση των ελληνικών βουλευτικών και ευρωπαϊκών εκλογών, στην 25ετία 1981-2015, επαληθεύει αυτήν τη διαπίστωση.

Ειπωμένο διαφορετικά, ο χρόνος διεξαγωγής τους αποτελεί ίσως τον σημαντικότερο παράγοντα για την μελέτη τους, καθώς η χρονική απόσταση από τις εθνικές εκλογές καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τον χαρακτήρα τους. Στην περίπτωση της ταυτόχρονης διεξαγωγής τους με τις βουλευτικές εκλογές, ενισχύεται η «εκτονωτική» λειτουργία των ευρωεκλογών, σε βάρος των κομματικών ταυτίσεων. Αντίθετα, όσο μεγαλύτερη είναι η απόσταση των ευρωεκλογών από τις προηγούμενες εθνικές εκλογές, τόσο ενισχύεται ο «εθνικός» τους χαρακτήρας, δηλαδή λειτουργούν ως «υποκατάστατό» τους και μπορούμε να τις χαρακτηρίσουμε ως «οιωνεί βουλευτικές».

Η βασική παράμετρος για την κατάταξη των οκτώ (8) ευρωεκλογικών αναμετρήσεων, που έχουν πραγματοποιηθεί στην Ελλάδα μέχρι σήμερα, με βάση το χρόνο διεξαγωγής τους, είναι το μέσον του εκλογικού κύκλου. Λόγω της μεταβλητότητας που εμφανίζει ιστορικά ο τυπικός 4ετής εκλογικός κύκλος στην Ελλάδα, το πραγματικό μέσον του αποκλίνει από το θεωρητικό. Πιο συγκεκριμένα,  ο μέσος όρος του εκλογικού κύκλου στην Ελλάδα, δηλαδή η μέση περίοδος μεταξύ δύο διαδοχικών εθνικών εκλογών, για την περίοδο 1981-2019 που εξετάζεται εδώ, υπολογίζεται σε 28 μήνες (2,3 έτη). Κατά συνέπεια, το πραγματικό μέσον του εκλογικού κύκλου υπολογίζεται σε 14 μήνες.

2.2 Προτεινόμενη τυπολογία των ευρωεκλογών στην Ελλάδα

Με βάση την ιστορική εμπειρία από τις εκλογικές αναμετρήσεις για το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο που έχουν πραγματοποιηθεί στην Ελλάδα από το 1981 έως σήμερα, οι ελληνικές ευρωεκλογές μπορούν να ομαδοποιηθούν σε τρεις (3) κατηγορίες, με βάση το χρόνο διεξαγωγής τους (Τεπέρογλου 2016, 117).[5]

Η εν λόγω κατηγοριοποίηση, είναι δυνατόν να ορισθεί αυστηρότερα, εάν ληφθεί υπόψη ως χρονικό όριο, το πραγματικό μέσο του εκλογικού κύκλου (14 μήνες).

α) Στην πρώτη κατηγορία εντάσσονται οι ευρωεκλογές του 1994 και του 2004, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν μετά τις εθνικές εκλογές και πριν το πραγματικό μέσον του εκλογικού κύκλου. Το 1994, οι ευρωεκλογές (12/6/94) πραγματοποιήθηκαν οκτώ (8) μήνες μετά τις βουλευτικές (10/10/93) και το 2004 (13/6/04) μόλις τρεις (3) μήνες, μετά τις βουλευτικές (7/3/04). Όταν οι ευρωεκλογές ακολουθούν χρονικά τις εθνικές εκλογές, η πολιτική τους σημασία υποβαθμίζεται –αντικειμενικά- στο μέγιστο βαθμό, ιδίως όταν στις εθνικές εκλογές έχει συντελεστεί πολιτική μεταβολή. Για τούτο και η σημασία των ευρωεκλογών του 1994 και του 2004 μειώθηκε περαιτέρω από το γεγονός, ότι και οι δύο ακολούθησαν, αντίστοιχα, σημαντικές εκλογικές νίκες του ΠΑΣΟΚ (το 1993) και της ΝΔ (το 2004).

β) Στη δεύτερη κατηγορία εντάσσονται οι ευρωεκλογές του 1981 και του 1989, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν ταυτόχρονα με τις εθνικές εκλογές.  Όταν οι ευρωεκλογές διεξάγονται ταυτόχρονα με τις βουλευτικές, λειτουργούν –κατεξοχήν- ως εκλογές «δεύτερης τάξης», επιτρέποντας τη λεγόμενη «χαλαρή» ψήφο, που απηχεί τη δεύτερη κομματική προτίμηση των εκλογέων (δεύτερη ψήφος) ή τις ιδεολογικές απόψεις τους για τα διάφορα θέματα (θεματική ψήφος, πχ. οικολογία).

γ) Στην τρίτη κατηγορία της τυπολογίας, κατατάσσονται οι υπόλοιπες ευρωεκλογές της περιόδου, εκείνες του 1984, του 1999, του 2009 και του 2014.  Οι συγκεκριμένες ευρωεκλογές διεξήχθησαν σε ενδιάμεση χρονική στιγμή, μετά το πραγματικό μέσον του εκλογικού κύκλου και πριν τις βουλευτικές εκλογές. Το 1984 οι ευρωεκλογές (17/6/84) διεξήχθησαν έντεκα (11) μήνες πριν τις βουλευτικές (2/6/85), το 1999 (13/6/99) εννέα (9) μήνες πριν τις βουλευτικές (9/4/00), το 2009 (7/6/09) τρεις (3) μήνες πριν τις βουλευτικές (4/10/09) και το 2014 (25/5/14) οκτώ (8) μήνες πριν τις βουλευτικές (25/1/2015) (Διάγραμμα 3).

Γενικά, όταν οι ευρωεκλογές διεξάγονται στο μέσον της χρονικής απόστασης μεταξύ δύο εθνικών αναμετρήσεων, αποκτούν τον χαρακτήρα των αμερικανικών ενδιάμεσων εκλογών (midterm elections). Για αυτόν το λόγο, αποτελούν συνήθως δοκιμασία για την κυβέρνηση και ευκαιρία για την αντιπολίτευση, λόγω εκδήλωσης της υφιστάμενης κοινωνικής δυσαρέσκειας. Ωστόσο, στην Ελλάδα, με βάση το πραγματικό μέσο του εκλογικού κύκλου, όπως αυτό διαμορφώθηκε στην μεταπολιτευτική εκλογική ιστορία, οι ευρωεκλογές της τρίτης κατηγορίας δεν μπορούν να θεωρηθούν, με την αυστηρή έννοια του όρου, ενδιάμεσες εκλογές. Διότι και οι τέσσερις (4) ευρωεκλογές αυτής της κατηγορίας διεξήχθησαν κατά το αμέσως προηγούμενο –των αντίστοιχων εθνικών αναμετρήσεων– έτος. Κατατάσσονται, δηλαδή αντικειμενικά, στις αναμετρήσεις της «ύστερης περιόδου» του εκλογικού κύκλου. Όπως είναι φυσικό, το αποτέλεσμά τους αποτέλεσε σαφή ένδειξη και για το αποτέλεσμα των βουλευτικών. Πράγματι, με εξαίρεση το 1999, ο νικητής των ευρωεκλογών κέρδισε και τις βουλευτικές εκλογές, που ακολούθησαν.

Θα πρέπει να ειπωθεί, συμπληρωματικά, ότι οι αναμετρήσεις του 1984 και του 1999 παρουσιάζουν σημαντική ιδιαιτερότητα, για εντελώς διαφορετικούς λόγους η κάθε μια.  Στην πρώτη περίπτωση (1984), οι ευρωεκλογές διεξήχθησαν δυόμισι χρόνια μετά την ιστορική νίκη του ΠΑΣΟΚ το 1981. Η άνοδός του στην εξουσία, προκάλεσε την ανασύνταξη της ηττημένης Νέας Δημοκρατίας, υπό την  ηγεσία του Ευάγγελου Αβέρωφ, και τη συγκρότηση μαζικού κόμματος, κατά τα οργανωτικά πρότυπα της αριστεράς και του ΠΑΣΟΚ. Στις ευρωεκλογές, ο ανταγωνισμός των δύο κομμάτων έλαβε το χαρακτήρα μιας μετωπικής πολωτικής αντιπαράθεσης, με χαρακτηριστικά εθνικών εκλογών, που συνθηματολογικά κωδικοποιήθηκε ως σύγκρουση «Αλλαγής» και «Απαλλαγής».[6]

Στη δεύτερη περίπτωση (1999), οι βουλευτικές εκλογές του 2000, που ακολούθησαν 9 μήνες μετά, καθορίσθηκαν, σε μεγάλο βαθμό, από την –μοναδική στα χρονικά και ανεπανάληπτη- άνοδο του ελληνικού χρηματιστηρίου.

 

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 1

 

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 2

 

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 3

3. Οι ελληνικές ευρωεκλογές του 2019

3.1 Οι ευρωεκλογές στην δεκαετία της οικονομικής κρίσης

Με δεδομένη την διεξαγωγή τους λίγους μόλις μήνες πριν τις βουλευτικές εκλογές, οι επερχόμενες ευρωεκλογές του Μαΐου κατατάσσονται στην τρίτη κατηγορία της τυπολογίας. Το πολιτικό κλίμα που έχει διαμορφωθεί στις φετινές ευρωεκλογές παρουσιάζει σημαντικές αναλογίες με το πολιτικό κλίμα που χαρακτήρισε και τις δύο τελευταίες ευρωεκλογές της δεκαετίας της κρίσης (2009, 2014). Η σύγκριση με αυτές προσφέρεται περισσότερο για την εξαγωγή ασφαλέστερων συμπερασμάτων, σχετικά με τις επερχόμενες. Πιο συγκεκριμένα, τόσο το 2009, όσο και το 2014, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, προηγείτο καθαρά στις δημοσκοπήσεις πρόθεσης ψήφου που αφορούσαν στις βουλευτικές εκλογές, όπως ακριβώς συμβαίνει και σήμερα. Και στις δύο περιπτώσεις, η αντιπολίτευση κέρδισε τις αντίστοιχες ευρωεκλογές.

Τον Ιούνιο του 2009, η νίκη του ΠΑΣΟΚ στις ευρωεκλογές αποτέλεσε καταλύτη για την επικράτησή του στις βουλευτικές εκλογές, που ακολούθησαν μόλις τρεις (3) μήνες μετά (Οκτώβριος 2009). Αντίστοιχα, τον Μάιο του 2014, η πρώτη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ επί της ΝΔ, στις ευρωεκλογές, πυροδότησε την περαιτέρω εκλογική του άνοδο, που θα τον οδηγήσει οκτώ (8) μήνες μετά, στην ιστορική νίκη του Ιανουαρίου 2015.

Όπως αποδείχθηκε, η νίκη της αξιωματικής αντιπολίτευσης στις ευρωεκλογές δημιούργησε ισχυρή δυναμική διεύρυνσης της διαφοράς της από το κυβερνών κόμμα. Σημειώνεται, παρενθετικά, ότι το προβάδισμα της αντιπολίτευσης, που μετά τις ευρωεκλογές κατέγραψαν σωστά οι δημοσκοπήσεις του φθινοπώρου 2014, επιβεβαιώθηκε τελικά στις κάλπες.

Ωστόσο, το 2009 νικητής των ευρωεκλογών ήταν το ΠΑΣΟΚ και το 2014 ο ΣΥΡΙΖΑ, ενώ αντίθετα, σήμερα, αναμένεται να επικρατήσει η ΝΔ· γεγονός που δημιουργεί ερωτηματικά για τη διαφορετική δυναμική που είναι πιθανό να δημιουργήσει η αναμενόμενη νίκη της.

3.2 Οι πολλαπλές ιδιαιτερότητες των ελληνικών ευρωεκλογών του 2019

 Οι επερχόμενες ευρωεκλογές της 26ης Μαΐου χαρακτηρίζονται από μια σειρά σημαντικές ιδιαιτερότητες, σε σχέση με τις προηγούμενες ευρωεκλογές:

  1. Αποτελούν τις πρώτες εκλογές μετά το τυπικό τέλος της μνημονιακής περιόδου.
  2. Για πρώτη φορά, κατά τη διεξαγωγή ευρωεκλογών, βρίσκεται στην κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ, ένα νεοπαγές κόμμα διακυβέρνησης και όχι ένα από τα δύο κόμματα του παραδοσιακού δικομματισμού (ΝΔ/ΠΑΣΟΚ).
  3. Το θεσμικό πλαίσιο των εκλογών, συγκεκριμένα ο χρόνος διεξαγωγής τους, αλλάζει εκ νέου: Οι ευρωεκλογές του 2019 θα πραγματοποιηθούν ταυτόχρονα με τον πρώτο γύρο των εκλογών για την τοπική αυτοδιοίκηση, σε αντίθεση με  το 2014, όταν διεξήχθησαν ταυτόχρονα με τον δεύτερο γύρο των δημοτικών και περιφερειακών εκλογών. Η αλλαγή αυτή αφαιρεί την όποια επίδραση του αποτελέσματος του πρώτου γύρου των τοπικών εκλογών στο αποτέλεσμα των ευρωεκλογών, που πιθανόν υπήρξε το 2014. Επιπλέον, ενδέχεται να διαφοροποιήσει τη συμμετοχή στη φετινή αναμέτρηση, σε σύγκριση με εκείνη του 2014.

Κυρίως όμως, με βάση το γενικό πολιτικό πλαίσιο που αναλύθηκε συνοπτικά στα προηγούμενα, οι επερχόμενες ευρωεκλογές αποκτούν δύο επιπλέον ειδικά χαρακτηριστικά, που τις καθιστούν μοναδική περίπτωση μεταξύ όλων των (8) ευρωεκλογικών αναμετρήσεων, που έχουν διεξαχθεί στην Ελλάδα από το 1981.

  1. Βρίσκονται στη μεγαλύτερη χρονική απόσταση από την τελευταία εκλογική αναμέτρηση βουλευτικών εκλογών, που έχει παρατηρηθεί ποτέ (Διάγραμμα 3). Δεν διεξάγονται στο μέσο του εκλογικού κύκλου, αλλά κυριολεκτικά στο τέλος του. Στις 26 Μαΐου, θα έχουν συμπληρωθεί 44 μήνες από τον Σεπτέμβριο του 2015, δηλαδή μια σχεδόν πλήρης συνταγματική κυβερνητική θητεία.
  2. Μετά το κρίσιμο 2015, το οποίο σφραγίσθηκε από τρεις πολωμένες εκλογικές αναμετρήσεις (Βουλευτικές Ιανουαρίου, Δημοψήφισμα Ιουλίου, Βουλευτικές Σεπτεμβρίου), μεσολάβησε μια εκλογικά «νεκρή» τριετία. Πράγματι, στην περίοδο 2016-2018, δεν έλαβε χώρα στην Ελλάδα κανενός τύπου εκλογική αναμέτρηση (ευρωεκλογές, δημοτικές, περιφερειακές, βουλευτικές). Στα 46 έτη δημοκρατικού βίου της μεταπολιτευτικής περιόδου (1974-2019) αυτό συμβαίνει για πρώτη φορά. Το γεγονός αυτό έχει προφανώς μεγάλη και αυταπόδεικτη πολιτική σημασία. Κατά συνέπεια, το αποτέλεσμα των επερχόμενων ευρωεκλογών θα διαμορφωθεί ως παράγωγο της 4ετούς συμπεριφοράς του εκλογικού σώματος, που δεν έχει εκδηλωθεί μέχρι σήμερα αλλού.

Η πρωθυπουργική απόφαση για εξάντληση της τετραετίας και μη-πρόωρη προσφυγή στις εθνικές κάλπες, πριν ή ταυτόχρονα με τις ευρωεκλογές, καθόρισε το πολιτικό πλαίσιο των επερχόμενων ευρωεκλογών. Επομένως, η προσεχής ευρωεκλογική αναμέτρηση, μόλις 4 μήνες πριν τη συνταγματική προθεσμία για βουλευτικές εκλογές,  συγκεντρώνει –αντικειμενικά και περισσότερο από κάθε άλλη φορά- τις προϋποθέσεις να αποκτήσει χαρακτηριστικά εθνικής εκλογικής αναμέτρησης. Για τούτο, η ψήφος των επόμενων ευρωεκλογών δεν είναι πιθανό να αποδειχθεί ιδιαιτέρως «χαλαρή».

Σε αντίθεση με την πολιτική γραμμή του Κώστα Καραμανλή στις ευρωεκλογές του 2009 για υποβάθμιση της αναμέτρησης, που αποδείχθηκε κυριολεκτικά καταστροφική για τον ίδιο και τη ΝΔ, η σημερινή αντιπολίτευση στόχευσε εξαρχής να πολιτικοποιήσει τις ευρωεκλογές και να τους δώσει «δημοψηφισματικό» χαρακτήρα, κατά της κυβέρνησης. Ούτε η κυβερνητική επιλογή για εξάντληση της τετραετίας, ούτε όμως και οι αντικειμενικοί παράγοντες που διαμόρφωσαν το πολιτικό πλαίσιο της αναμέτρησης των επερχόμενων ευρωεκλογών, μπορούν προφανώς να αποδοθούν στην «βούληση» της αντιπολίτευσης. Συνιστούν ωστόσο, ευνοϊκό έδαφος για αυτήν.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Μαυρής, Γιάννης. 2003. «Νομαρχιακές Εκλογές 1994-2002: Εκλογές Δεύτερης Τάξεως;» Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης 21 (Μάιος): 95-105.

Μαυρής, Γιάννης. 2005. «Οι Ευρωεκλογές της 13ης Ιουνίου 2004. Ο Δεύτερος Γύρος των Βουλευτικών Εκλογών.» Πολιτική Επιστήμη 1: 89-101.

Μαυρής, Γιάννης και Γιώργος Συμεωνίδης. 2016. Δημοσκοπήσεις και Πρόβλεψη των Εκλογών στην Ελλάδα, 2004-2015. Αθήνα: Public Issue. Διαθέσιμο και διαδικτυακά, στην ιστοσελίδα: http://www.mavris.gr/books/δημοσκοπήσεις-και-πρόβλεψη-των-εκλογ/

Τεπέρογλου, Ευτυχία. 2016. Οι Άλλες «Εθνικές Εκλογές». Αναλύοντας τις Ευρωεκλογές στην Ελλάδα, 1981-2014. Αθήνα: Παπαζήσης.

Franklin, Mark. 2001a. “How Structural Factors Cause Turnout Variations at European
Parliament Elections.” European Union Politics (2): 309-28.

Franklin, Mark. 2001b. “European Elections and the European Voter.” In European Union, Power and Policy-Making, ed. Jeremy Richardson. 2nd edition. London: Routledge.

Heath Anthony, Roger Jowel, John Curtice, and Bridget Taylor. 1996. “The 1994 European and Local Elections: Abstention, Protest and Conversion.” CREST. Working Paper No 46 (September).

Heath Anthony, Ian McLean, and Bridget Taylor. 1997. “How Much is at Stake? Electoral Behaviour in Second-order Elections.” CREST. Working Paper No 59 (September).

Niedermayer, Oskar. 1990. “Turnout in the European Election”, Electoral Studies 9 (1): 45-50.

Perrineau, Pascal, and Colette Ysmal. 1995. le Vote des Douze: les Élections Européennes de
Juin 1994
. Paris: Presses de la Fondation Nationale des Sciences Politiques.

Reif, Karl. 1984a. “National Electoral Cycles and European Elections 1979 and 1984.” Electoral Studies 3: 244-55.

Reif, Karl, ed. 1984b. European Elections 1979/81 and 1984. Conclusion and Perspectives from Empirical Research. Berlin: Quorum.

Reif, Karl. 1985a. “Ten Second-Order National Elections.” In ten European Elections, ed.Karl Reif. Aldershot: Gower, 1-36.

Reif, Karl, ed. 1985b. ten European Elections: Campaigns and Results of the 1979/81 First
Direct Elections to the European Parliament
. Aldershot: Gower.

Reif, Karl, and Hermann Schmitt. 1980. “Nine Second-order National Elections. A Conceptual Framework for the Analysis of European Election Results.” European Journal of Political Research 8: 3-44.

Schmitt, Hermann, and Jacques Thomassen. 2000. “Dynamic Representation: The Case of European Integration.” European Union Politics 1: 319-40.

———————————-

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Ο Γιάννης Μαυρής είναι πολιτικός επιστήμονας, Ph.D., Πρόεδρος & Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας ερευνών Public Issue.

[2] Ο Γιώργος Συμεωνίδης είναι μαθηματικός, M.sc., αναλυτής στατιστικών υποδειγμάτων της Public Issue.

[3] Για μια περιεκτική επισκόπηση των θεωριών εκλογικής συμπεριφοράς κατά τις εκλογές δεύτερης τάξης, βλέπε Τεπέρογλου 2016, μέρος Α, 51-82.

[4] http://www.europarl.europa.eu/elections2014-results/en/turnout.html

[5] Η πληρέστερη περιοδολόγηση των ελληνικών ευρωεκλογών, στο Τεπέρογλου 2016, μέρος Β΄.

[5] Βλέπε σχετικά και Τεπέρογλου (2016), κεφάλαιο 4: «Ευρωεκλογές 1984. Μείζονος σημασίας εκλογή υπό το δίλλημα της ‘αλλαγής ή απαλλαγής’», 151-73.