Δημοψήφισμα: σημείο καμπής για τα ελληνοκυπριακά πολιτικά κόμματα

Εκτύπωση | Email | Διάδοση |

Ανάλυση του

ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΥΡΗ

Το ακραία αρνητικό κοινωνικό κλίμα (της τάξης του 75%-80%) και η ανασφάλεια, που εκδηλώνεται αυθόρμητα στις στάσεις της ελληνοκυπριακής Κοινής Γνώμης, απέναντι στο σχέδιο ΑΝΑΝ, διαμορφώθηκε και αποκρυσταλλώθηκε πρώιμα, χωρίς ουσιαστικές μεταβολές κατά τη διάρκεια του τελευταίου μήνα (διαγράμματα 1 2). Δεν επηρεάσθηκε ιδιαίτερα, ούτε από τις εκκλήσεις και εξωτερικές πιέσεις του διεθνούς «παράγοντα», αλλά ούτε και κατέστη εφικτό να ελεγχθεί από τις κομματικές ηγεσίες των δύο μεγάλων κομμάτων (ΔΗΣΥ, ΑΚΕΛ). Επιπλέον, η επισήμανση των πιθανών κινδύνων από την ενδεχόμενη απόρριψη του σχεδίου, δεν φαίνεται να συνάντησαν ιδιαίτερη κοινωνική απήχηση, ούτε να αποδιάρθωσαν τη συνοχή του «απορριπτικού» στρατοπέδου (διάγραμμα 3). Τα 2/3 των ψηφοφόρων του ΑΚΕΛ, απέρριψαν την επίσημη γραμμή της ηγεσίας, αναγκάζοντάς την, τελικώς, να προσχωρήσει στο μέτωπο του «ΟΧΙ», μπροστά στον κίνδυνο διάρρηξης της ενότητας του κόμματος. Σοβαρότερο πρόβλημα, όμως, αντιμετωπίζει ο ΔΗΣΥ, του οποίου 6 στους 10 ψηφοφόρους (το 57%) εξακολουθούν να συντάσσονται με το «ΟΧΙ», σε ρήξη με την επίσημη γραμμή (διάγραμμα 4). Το γεγονός αυτό έχει ως αποτέλεσμα, να αποτελείται ο πόλος του «ΝΑΙ» κυρίως από ψηφοφόρους του ΔΗΣΥ (σχεδόν ο 1 στους 2 ψηφοφόρους του «ΝΑΙ» προέρχεται από αυτόν τον πολιτικό χώρο – διάγραμμα 5).Το ελληνοκυπριακό κομματικό σύστημα που αναδύθηκε μετά το 1974, (ουσιαστικά μετά το θάνατο του Μακαρίου το 1977), συγκροτήθηκε στη βάση τριών διαιρετικών τομών [1]. Ο ιστορικός άξονας «Αριστεράς/Δεξιάς», και η διαίρεση «Ελληνοκεντρισμού /Κυπροκεντρισμού», παράγωγη των αναζητήσεων σχετικά με την «εθνική ταυτότητα» και τις σχέσεις με την Ελλάδα, θα επικαθορισθούν από τη διάκριση «Απορριπτικών/ Ενδοτικών» [2], που θα προκαλέσουν οι αλλεπάλληλες διπλωματικές απόπειρες επίλυσης του Κυπριακού προβλήματος τα τελευταία τριάντα χρόνια. Η συνάρθρωση αυτών των διαιρέσεων ερμηνεύει τις ιδιομορφίες και την, πολλές φορές εκ πρώτης όψεως, παράδοξη μορφή των ελληνοκυπριακών πολιτικών δυνάμεων. Για παράδειγμα, το ΑΚΕΛ και ο ΔΗΣΥ, αν και αποτελούν στο ιδεολογικό πεδίο τους ανταγωνιστικούς πόλους της παραδοσιακής πολιτικής διαίρεσης (Αριστερά/Δεξιά), αλλά και της διαίρεσης σε «Ελληνοκεντρικούς»(ΔΗΣΥ)/«Κυπροκεντρικούς» (ΑΚΕΛ), εντούτοις, ως προς τη διαχείριση του κυπριακού προβλήματος, παρουσίαζαν πάντοτε αρκετά κοινά σημεία. Σε τέτοιο βαθμό, που να θεωρούνται ως οι κύριοι κομματικοί εκφραστές του «ενδοτισμού», σε αντίθεση με τα κατ’εξοχήν «απορριπτικά» κόμματα του «Κέντρου» (ΔΗΚΟ, ΕΔΕΚ). Αυτές τις ιδεολογικές διαιρέσεις της ελληνοκυπριακής κοινωνίας, που άμβλυναν ή εξάντλησαν οι κοινωνικές, γεωπολιτικές και ιδεολογικές μεταβολές της δεκαετίας του ’90 (η προοπτική της ένταξης στην ΕΕ, η σύσφιγξη των σχέσεων με την Ελλάδα και η διαδικασία του κοινωνικού εκσυγχρονισμού), φαίνεται να επικαθορίζει και να ανασυνθέτει η νέα ιδεολογική-πολιτική διαίρεση, που ενέγραψε το τελευταίο 16μηνο στην κυπριακή κοινωνία η συζήτηση σχετικά με το σχέδιο Ανάν. (Σε μικρότερο βαθμό, αλλά πάντως για πρώτη φορά μετά το 1974, το φαινόμενο αναπαράγεται και στην ελλαδική πολιτική σκηνή).

Σε μια κοινωνία ακραία κομματικοποιημένη, όπως η ελληνοκυπριακή, το φαινόμενο της κομματικής ανυπακοής σε αυτήν την έκταση, είναι ασφαλώς πρωτόγνωρο. Η δοκιμασία ωστόσο, αφορά πρωτίστως τα δύο μεγάλα κόμματα (ΔΗΣΥ, ΑΚΕΛ), που υπήρξαν παραδοσιακά μετριοπαθή. Η διχοτομική αντιπαράθεση για το δημοψήφισμα, επέφερε τελικά μια «οριζόντια» διχοτόμηση στο εσωτερικό της εκλογικής βάσης των δύο πόλων του κυπριακού δικομματισμού (ΔΗΣΥ, ΑΚΕΛ), ενώ τα μικρότερα ιστορικά κεντρώα (και «απορριπτικά») κόμματα του κυπριακού κομματικού συστήματος (ΔΗΚΟ,ΕΔΕΚ) εμφανίζονται ιδεολογικά περισσότερο ομογενοποιημένα. (Οκτώ στους δέκα ψηφοφόρους του ΔΗΚΟ και της ΕΔΕΚ συντάσσονται με το «ΟΧΙ», διάγραμμα 4).

Οι ρωγμές και οι κλυδωνισμοί στο εσωτερικό των κομματικών σχηματισμών και των πολιτικών παρατάξεων, που προκάλεσε η αντιπαράθεση γύρω από το σχέδιο Ανάν είναι προφανείς. Επομένως, εκτός από τις καταλυτικές διπλωματικές του συνέπειες, το σημερινό Δημοψήφισμα ενδέχεται -κατά τα φαινόμενα- να αποτελέσει και σημείο καμπής στην εξέλιξη των ελληνοκυπριακών πολιτικών δυνάμεων, των κομματικών συμμαχιών, της ισχύος του Προέδρου και της μορφής της εσωτερικής διακυβέρνησης. Ίσως δε και αφετηρία εκτεταμένων ανακατατάξεων στην εσωτερική πολιτική σκηνή, μια πρώιμη γεύση των οποίων θα μπορούσε να εκφρασθεί στις πρώτες κυπριακές Ευρωεκλογές του προσεχούς Ιουνίου.

[1] Σχετικά με τη διαμόρφωση των συλλογικών ταυτίσεων στην Κύπρο μετά το 1974, βλέπε το εξαιρετικό κείμενο του κοινωνιολόγου Νίκου Περιστιάνη: «Δεξιά-αριστερά, ελληνοκεντρισμός-κυπροκεντρισμός: Το εκκρεμές των συλλογικών ταυτίσεων μετά το 1974», στο: Ν.Περιστιάνης & Γ.Τσαγγάρας (επιμ.), Ανατομία μιας μεταμόρφωσης. Η Κύπρος μετά το 1974, εκδ.Intercollege, Λευκωσία 1995.

[2] Που ως ένα βαθμό αποτελεί αναπαραγωγή και ανασύνθεση της παλιότερης αντιαποικιακής διαίρεσης («διαλλακτικοί-αδιάλλακτοι»). Βλέπε σχετικά: Β.Πρωτοπαπά, Η άτυπη συγκρότηση ενός διπαραταξιακού συστήματος κομμάτων: κόμματα και δημοτικές εκλογές, Κύπρος 1940-1955, Διπλωματική εργασία, Πανεπιστήμιο Αθηνών, 2002.

Τα διαγράμματα του άρθρου:

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (24/04/2004), με τίτλο: “Καμπή για τα ελληνοκυπριακά κόμματα”