«Φυγή προς τα εμπρός», παρά την φθορά της, επιχειρεί η κυβέρνηση

Εκτύπωση | Email | Διάδοση |

Ανάλυση

του ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΥΡΗ

Ήδη από την επαύριο των εκλογών του Νοεμβρίου, η επιστροφή στην πολιτική «καθημερινότητα» και την «ρουτίνα» της διαχείρισης της οικονομικής κρίσης υπήρξε ταχύτατη. Παρά την ευρεία κοινωνική αποδυνάμωση της εκλογικής υποστήριξης του κυβερνώντος κόμματος, που -μόλις ένα μήνα πριν- κατέγραψαν οι αυτοδιοικητικές εκλογές, ίσως και ως απάντηση σε αυτήν, η κυβέρνηση επιχειρεί σήμερα την «φυγή προς τα εμπρός». Ωστόσο, στο Βαρόμετρο του Δεκεμβρίου, η καθοδική πορεία της δείχνει να συνεχίζεται. Η σημερινή εκλογική επιρροή του ΠΑΣΟΚ υπολογίζεται σε 39%. Η μείωση της κοινωνικής συναίνεσης που παρατηρείται (-3,5%, μέσα σε δύο μόλις μήνες) είναι σημαντική, σε αντιδιαστολή με τις διαπιστώσεις του επικεφαλής του ΔΝΤ.

Με τις δημοτικές-περιφερειακές εκλογές, το ΠΑΣΟΚ έλαβε παράταση της κοινωνικής ανοχής. Η δυναμική που κατέγραψε ο α’ γύρος, υπέρ της αντιπολίτευσης, εξουδετερώθηκε με το δυσμενές -εις βάρος της- αποτέλεσμα της 2ης Κυριακής και τις ήττες που υπέστη σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πελοπόννησο και Κρήτη. Το εκλογικό αποτέλεσμα, δεν δημιούργησε αισθητή πολιτική δυναμική διότι δεν πιστοποίησε ανατροπή του συσχετισμού δυνάμεων. Δεν λειτούργησε δηλαδή όπως το αποτελέσμα, των ευρωεκλογών του 2009. Ούτως, ή άλλως, η μικρή διαφορά μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, που καταγράφηκε στην περιφερειακή επιρροή των κομμάτων (2 μονάδες) προφανώς δεν μεταφράζεται αυτομάτως και σε αντίστοιχη σμίκρυνση της «ψαλίδας» στην εθνική τους επιρροή, η οποία αν και μειώνεται αισθητά, σε σύγκριση με τον περασμένο Οκτώβριο, παραμένει εντούτοις και σήμερα διακριτή, 9 μονάδες υπέρ του ΠΑΣΟΚ (έναντι 14,5% προηγουμένως). Ευνόητα, στην κατεύθυνση διατήρησης της διαφοράς συντελεί και η επίσημη, πλέον, εμφάνιση της Δημοκρατικής Συμμαχίας της κ.Μπακογιάννη.

Σήμερα, η κυβέρνηση, επιχειρεί, την κατά μέτωπον σύγκρουση με τον ιστορικό πυρήνα της μεταπολιτευτικής της εκλογικής επιρροής. Βρίσκεται, όμως, με μειωμένη κοινωνική υποστήριξη, διαθέτωντας στην πραγματικότητα τη συναίνεση του 1/3 του συνολικού εκλογικού σώματος. Η απομάκρυνση από την εκλογική διαδικασία και τα κόμματα, η δυσπιστία στα συνδικάτα, η παθητική εκδήλωση της κοινωνικής διαμαρτυρίας και το «μούδιασμα» της κοινής γνώμης απέναντι στην κοσμογονία των αλλαγών που συντελούνται, συνιστούν ευνοικούς παράγοντες για το κυβερνητικό εγχείρημα. Στην ίδια κατεύθυνση συντελούν οι αδυναμίες της αντιπολίτευσης όπως και ο κατεκερματισμός της αριστεράς. Παράλληλα, η ευρωπαϊκή και διεθνής υποστήριξη που λαμβάνει η κυβέρνηση και προσωπικά ο Γ.Παπανδρέου φαίνεται να επηρεάζει ένα μικρό τμήμα της κοινής γνώμης. Βασίζεται, όμως, αυτή η επιλογή σε ρεαλιστική εκτίμηση των πραγμάτων, ή πρόκειται για εγχείρημα που θα αποδειχθεί ανεδαφικό; Είναι η κοινωνική και πολιτική νομιμοποίηση που διαθέτει πλέον επαρκής, για να επιβάλλει την ριζική ανατροπή του μεταπολιτευτικού κοινωνικού συσχετισμού δυνάμεων; Είναι κάτι που θα φανεί σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.