Οι κοινωνικές συντεταγμένες της κομματικής επιρροής: Οι σχέσεις εκπροσώπησης στην περίοδο 1974-1985. Διερεύνηση της ψήφου στο επίπεδο των βουλευτικών και συνδικαλιστικών εκλογών της μεταπολιτευτικής περιόδου (Διδακτορική Διατριβή)

Εκτύπωση | Email | Διάδοση |

Abstract in English
Ολόκληρο το κείμενο της Διατριβής στο Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών

Αντικείμενο της διατριβής είναι η μελέτη των κοινωνικών διαφοροποιήσεων που εμφανίζονται στην εκλογική βάση των ελληνικών πολιτικών κομμάτων της μεταπολιτευτικής περιόδου (1974-1985), καθώς και το ερμηνευτικό πλαίσιο για την ιστορική διαμόρφωση των συγκεκριμένων χαρακτηριστικών. Τελικός σκοπός είναι να εξηγηθούν οι έντονες κοινωνικές διαφοροποιήσεις που εμφανίζονται στο κομματικό σύστημα, αλλά και να προσδιορισθεί, επίσης, η θέση και η σημασία που κατέχει η κοινωνική τάξη, ως προσδιοριστικός παράγων της ψήφου στην Ελλάδα. Η πραγμάτευση του αντικειμένου γίνεται σε δύο (εννοιολογικά και μεθοδολογικά διακριτά), επίπεδα προσέγγισης: α) στην ανάλυση των αποτελεσμάτων των βουλευτικών εκλογών της περιόδου 1974-1985, και β) στην επεξεργασία των αποτελεσμάτων των συνδικαλιστικών εκλογών που πραγματοποιήθηκαν κατά την περίοδο 1983-1987. Με βάση τις δύο αυτές διαφορετικές, αλλά πάντως συγκλίνουσες, αναλύσεις επιχειρείται η διατύπωση ενός ερμηνευτικού υποδείγματος για την κοινωνιολογική ανάλυση των σύγχρονων ελληνικών πολιτικών κομμάτων και διατυπώνονται γενικότερες υποθέσεις εργασίας, αναφορικά με την εξέλιξη της μεταπολιτευτικής πολιτικής ζωής στην Ελλάδα. Το κείμενο της διατριβής αρθρώνεται σε δώδεκα κεφάλαια, το σύνολο των οποίων υποδιαιρείται σε εισαγωγή, και τρια μέρη: το πρώτο μέρος αναφέρεται στις κοινωνικές και πολιτικές προϋποθέσεις του κομματικού ανταγωνισμού, το δεύτερο στην κοινωνική σύνθεση της εκλογικής βάσης των κομμάτων, με τεκμήριο τις βουλευτικές εκλογές και το τρίτο στις κοινωνικές συντεταγμένες της κομματικής επιρροής στο επίπεδο των συνδικαλιστικών εκλογών.

Αναλυτικότερα: Το πρώτο κεφάλαιο αποτελεί τη θεωρητική εισαγωγή και πραγματεύεται θέματα εκλογικής κοινωνιολογίας, τα οποία αφορούν στις σχέσεις κοινωνικών τάξεων και ψήφου. Στο πρώτο τμήμα του εισαγωγικού αυτού κεφαλαίου, γίνεται απόπειρα να συγκροτηθούν οι έννοιες των «σχέσεων εκπροσώπησης» και του «κοινωνικού συνασπισμού», στις οποίες αποδίδεται ιδιαίτερο βάρος για την ανάλυση του αντικειμένου. Με βάση αυτές τις έννοιες προσεγγίζονται και αξιολογούνται ειδικότερα τα φαινόμενα του διπολισμού και του δικομματισμού. Οι έννοιες των «σχέσεων εκπροσώπησης» και του «κοινωνικού συνασπισμού» αντλούνται από το έργο του Ν.Πουλαντζά, επιχειρείται όμως στο πλαίσιο της διατριβής, η επαναδιατύπωσή τους στα αυστηρά πλαίσια της εκλογικής κοινωνιολογίας. Η θεωρητική κατασκευή που προκύπτει, αποτελεί συνεισφορά σε μια εξαιρετικά δύσκολη συζήτηση, που αφορά την ασύμπτωτη και συχνά ανταγωνιστική πορεία των μαρξιστικών προσεγγίσεων και της κλασσικής πολιτικής επιστήμης.

Στο δεύτερο τμήμα του εισαγωγικού κεφαλαίου εξετάζεται η ειδική θέση που κατέχει η κοινωνική τάξη, ως προσδιοριστικός παράγων επηρεασμού της ψήφου. Μετά από μια σύντομη επισκόπηση των κοινωνικών-δημογραφικών παραγόντων που σχετίζονται με την εκλογική επιλογή, επιχειρείται η ομαδοποίηση των κυριότερων (από την άποψη της εκλογικής εμπειρίας) χωρών, αναφορικά με το βαθμό ταξικότητας της ψήφου. Η διερεύνηση του προβλήματος, συνοδεύεται από εκτενές στατιστικό υλικό για τις περισσότερες χώρες και είναι ιδιαίτερα χρήσιμη, διότι προσφέρει το απαραίτητο συγκριτικό πλαίσιο για την αξιολόγηση της ελληνικής περίπτωσης. Πρέπει να σημειωθεί, πως το εισαγωγικό κεφάλαιο -και ιδίως το δεύτερο τμήμα- έχει βασισθεί σε εκτεταμένη κάλυψη της υπάρχουσας βιβλιογραφίας και αποτελεί την πρώτη (1993) συστηματική παρουσίαση στα ελληνικά της συγκριτικής προβληματικής, όσον αφορά την ταξικότητα της ψήφου.

Το πρώτο μέρος της διατριβής, το οποίο, όπως ήδη αναφέρθηκε, πραγματεύεται τις κοινωνικές και πολιτικές προϋποθέσεις του κομματικού ανταγωνισμού, υποδιαιρείται σε πέντε κεφάλαια (δεύτερο έως έκτο). Στο μέρος αυτό της διατριβής γίνεται μια συνολική και συστηματική επισκόπηση των κοινωνικών διενέξεων και ιδίως των πολιτικών και εκλογικών αντιπαραθέσεων της περιόδου 1974-1985. Με την επισκόπηση αυτή, οι θεωρητικές έννοιες που έχουν διατυπωθεί στο εισαγωγικό κεφάλαιο διευκρινίζονται και εφαρμόζονται στην ελληνική περίπτωση. Στο δεύτερο κεφάλαιο εξετάζεται η θέση που λαμβάνουν τα πολιτικά κόμματα, απέναντι στις έντονες κοινωνικές διενέξεις, οι οποίες αναδείχθηκαν μετά την κατάρρευση του δικτατορικού καθεστώτος. Η συμπεριφορά των κομμάτων, ιδιαίτερα στην πρώιμη φάση της υπό εξέταση περιόδου, θα ασκήσει καθοριστική επίδραση στις σχέσεις εκπροσώπησης που θα διαμορφωθούν με τις διάφορες κοινωνικές δυνάμεις. Τα υπόλοιπα κεφάλαια του πρώτου μέρους, είναι αφιερωμένα στην ανάλυση των κομματικών και εκλογικών ανταγωνισμών της περιόδου. Το τρίτο κεφάλαιο αναφέρεται στην περίοδο 1974-1977, επιμένοντας ιδιαίτερα στα στοιχεία εκείνα που διαφοροποιούν τα πολιτικά κόμματα της μεταπολίτευσης από τα κόμματα της προδικτατορικής περιόδου. Ειδικότερα, επισημαίνεται η τομή στη μορφή των πολιτικών δυνάμεων που συνιστά: α) η ενίσχυση των κομμάτων ως ιδεολογικών μηχανισμών οργάνωσης των μαζών, β) η αναγόρευσή τους σε πρωτοβαθμιους μηχανισμούς πολιτικής αντιπροσώπευσης και γ) η ισχυροποίηση των σχέσεων εκπροσώπησής τους (παρ.3.7.). Στο τέταρτο κεφάλαιο επιχειρείται εκτενής ανάλυση για τις εκλογές του 1977, στις οποίες σύμφωνα με το θεωρητικό σχήμα της διατριβής, επιλύεται η κρίση εκπροσώπησης και επανεγγράφεται στην πολιτική σκηνή η κοινωνική πόλωση, που θα λάβει οξύτερες μορφές στις δύο επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις, του 1981 και ιδίως εκείνες του 1985. Το πέμπτο και έκτο κεφάλαιο αναφέρονται στις βουλευτικές εκλογές του 1981 και του 1985, με ιδιαίτερη έμφαση στις τάσεις κοινωνικής αναδιάταξης των εκλογικών ταυτίσεων. Το ζήτημα αυτό βρίσκεται στο επίκεντρο των αναλύσεων, κυρίως του έκτου κεφαλαίου. Το πρώτο μέρος της διατριβής συνοδεύεται από πληθώρα πινάκων, οι περισσότεροι από τους οποίους βασίζονται σε πρωτογενή επεξεργασία και εντάσσονται οργανικά στην αποδεικτική διαδικασία που αναπτύσσεται στο κείμενο της διατριβής.

Το δεύτερο μέρος της διατριβής αφορά τη μελέτη της κοινωνικής βάσης των κομμάτων – με τεκμήριο τα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών. Πεδίο διερεύνησης αποτελεί η μεγαλύτερη αστική (urban) γεωγραφική ενότητα της χώρας, δηλαδή το Πολεοδομικό Συγκρότημα της Πρωτεύουσας, η οποία συγκροτείται από 55 Δήμους και Κοινότητες. Η αποκωδικοποίηση της ψήφου επιτυγχάνεται αντιπαραβάλλοντας συλλογικά δεδομένα για την εκλογική και κοινωνική φυσιογνωμία των επιμέρους γεωγραφικών ενοτήτων, με βάση τις μεθοδολογικές επεξεργασίες της εκλογικής γεωγραφίας (και της πολιτικής οικολογίας). Η ιδιαίτερα πρωτότυπη χρησιμοποιηθείσα μεθόδος επιτυγχάνει να υπερβεί την σχεδόν παντελή έλλειψη εκλογικών αναλύσεων (για τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο), βασισμένων στη διερεύνηση των ατομικών επιλογών, μέσω ερωτηματολογίου και ατομικών συνεντεύξεων, που ως γνωστόν αποτελεί τη σύγχρονη μέθοδο της εκλογικής ανάλυσης. Σύμφωνα με την μέθοδο αυτή, οι γεωγραφικές ενότητες κατατάσσονται σε μία “διαβαθμισμένη κλίμακα” της βασικής ταξικής διαίρεσης (αστική τάξη/εργατική τάξη). Η κλίμακα αυτή κατασκευάστηκε με βάση ορισμένα δημογραφικά, οικονομικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά του πραγματικού πληθυσμού. Η κατανομή των εκλογικών αποτελεσμάτων κατά γεωγραφική (περιοχική) ενότητα αντιπαραβάλλεται στον αντίστοιχο “ταξικά χαρακτηρισμένο”, πραγματικό πληθυσμό της. Το δεύτερο μέρος αποτελείται από τρία κεφάλαια (έβδομο έως ένατο). Στο έβδομο κεφάλαιο εκτίθεται η μεθοδολογία που χρησιμοποιείται για την ταξινόμηση των επιμέρους γεωγραφικών ενοτήτων ανάλογα με την κοινωνική τους σύνθεση (κατασκευή της ταξικής κλίμακας), εξειδικεύονται οι υποθέσεις και περιγράφονται οι στατιστικές πηγές των δεδομένων. Επισημαίνεται ότι εκείνο που ενδιαφέρει περισσότερο δεν είναι τόσο η απόλυτη τιμή ενός κομματικού ποσοστού, όσο η σχετική-συγκριτική του τιμή. Συμπέρασμα για τον κοινωνικό χαρακτήρα της εκλογικής βάσης του κόμματος μπορούμε να συνάγουμε μόνον από τη διπλή σύγκριση: α) των εκλογικών ποσοστών των διαφόρων κομμάτων στις διάφορες περιοχές μεταξύ τους και β) μεταξύ των εκλογικών ποσοστών που λαμβάνει το ίδιο κόμμα στις περιοχές με διαφορετική κοινωνική σύνθεση. Στο όγδοο κεφάλαιο περιγράφεται αναλυτικά η ταξική δομή του Πολεοδομικού Συγκροτήματος της Πρωτεύουσας και προσδιορίζονται οι κοινωνικές υποενότητές του. Ειδικά για τους δύο μεγαλύτερους δήμους, της Αθήνας και του Πειραιά, ως βαθμίδα ανάλυσης κρίθηκε σκόπιμο να επιλεγεί η ενορία. Το ένατο κεφάλαιο αποτελεί τον πυρήνα του δεύτερου μέρους της διατριβής. Η διερεύνηση των ταξικών χαρακτηριστικών της ψήφου βασίζεται σε δύο άξονες, τον «οριζόντιο» και τον «κάθετο», που παραπέμπουν στη διάκριση κοινωνικής διείσδυσης, ελκτικότητας/κοινωνικής επικέντρωσης, ή συνοχής του κάθε κόμματος (σύμφωνα με την ορολογία του Janda, παρ. 9.1.). Οι βασικότεροι κομματικοί σχηματισμοί της εποχής εξετάζονται τόσο συγχρονικά, όσο και διαχρονικά, ώστε να εντοπιστούν, ορισμένες ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες τάσεις που χαρακτηρίζουν την εκλογική κοινωνιολογία τους. Για κάθε πολιτικό κόμμα εξακριβώνεται χωριστά η κοινωνική του “όσμωση”. Πρέπει ιδιαίτερα να τονισθεί ότι η διατριβή αποτελεί την πρώτη συστηματική και σε βάθος διερεύνηση της ταξικότητας της ψήφου κατά την μεταπολιτευτική περίοδο. Οι υπάρχουσες εκλογικές μελέτες των Σ.Δαμιανάκου και Σπ.Καράβα, που εντάσσονται στο ίδιο αντικείμενο, αφορούν αποκλειστικά την μεσοπολεμική και την προδικτατορική περίοδο.

Στο τρίτο μέρος της διατριβής, (το οποίο υποδιαιρείται σε δύο κεφάλαια), η οπτική γωνία και η μέθοδος προσέγγισης μεταβάλλεται. Η ταξικότητα της κομματικής επιρροής διερευνάται σε ένα διαφορετικό επίπεδο από εκείνο των βουλευτικών εκλογών, το επίπεδο των συνδικαλιστικών εκλογών που πραγματοποιούν οι συνδικαλιστικές επαγγελματικές οργανώσεις. Σημείο αναφοράς αποτελούν τα αποτελέσματα των συνδικαλιστικών εκλογών που πραγματοποιήθηκαν την περίοδο 1983-87. Στο δέκατο κεφάλαιο, εξετάζονται συνοπτικά οι θεωρητικές και μεθοδολογικές προϋποθέσεις της συνδικαλιστικής ψήφου. Στο ενδέκατο κεφάλαιο, που αποτελεί τον πυρήνα του τρίτου μέρους, περιγράφονται εξειδικευμένα οι κομματικές δυνάμεις κατά κοινωνικό χώρο, τόσο του δημοσίου, όσο και του ιδιωτικού τομέα. Επίσης για πρώτη φορά στην ελληνική βιβλιογραφία, το πρωτογενές υλικό που αποτελούν τα εκλογικά αποτελέσματα των συνδικαλιστικών οργανώσεων, γίνεται αντικείμενο διερεύνησης από την εκλογική κοινωνιολογία. Τα πρωτογενή στατιστικά στοιχεία συγκεντρώθηκαν ύστερα από μακροχρόνια και συστηματική παρακολούθηση των εκλογικών διαδικασιών σε μεγάλο αριθμό εργασιακών χώρων και εκτίθενται, με συνθετική μορφή σε 108 πίνακες.

Το θέμα της διατριβής ανήκει στο πεδίο της πολιτικής και ειδικότερα της εκλογικής κοινωνιολογίας και συνδυάζει τη συστηματική ανάλυση μεγάλου όγκου εμπειρικών δεδομένων με τη θεωρητική διερεύνηση της κοινωνιολογικής και πολιτικής σημασίας τους.

Η ουσιαστική επιστημονική συμβολή της διατριβής έγκειται:

  1. Στη μελέτη της εκλογικής γεωγραφίας του πολεοδομικού Συγκροτήματος της πρωτεύουσας, η οποία προεκτείνει και εμπλουτίζει προηγούμενες μελέτες ελληνικής εκλογικής γεωγραφίας.
  2. Στη μεθοδολογική καινοτομία της συνδυασμένης διερεύνησης βουλευτικών και συνδικαλιστικών εκλογικών δεδομένων. Η επιλογή αυτή επιτρέπει την προσέγγιση της δυναμικής που ενυπάρχει στη διαμόρφωση της κοινωνικής βάσης των κομμάτων
  3. Στη μελέτη των κοινωνικών συντεταγμένων της ψήφου, η οποία επιτρέπει τη διατύπωση κρίσιμων υποθέσεων, σχετικά με την παρατηρούμενη κοινωνική πόλωση στην εκλογική βάση των μεταπολιτευτικών πολιτικών κομμάτων. Η πόλωση αυτή αρχίζει να διαπιστώνεται ήδη από τις εκλογές του 1977, αναδεικνύεται με ένταση στις εκλογές του 1985 (τις τελευταίες που εξετάζονται στη διατριβή) και ενισχύεται, ως γνωστόν, στη συνέχεια (περίοδος 1989-90).