Βαρόμετρο, Μάρτιος 2005: Έφτασε η ώρα για πραγματικό διάλογο

Εκτύπωση | Email | Διάδοση |

Ανάλυση του

ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΥΡΗ

“Ωριμάζει” στην κοινή γνώμη η πεποίθηση ότι η κρίση στην εκκλησία δεν αντιμετωπίζεται με “πυροτεχνήματα”.

Βασικά συμπεράσματα

Τρία είναι, κατά γενική ομολογία, τα σημαντικότερα ευρήματα που προκύπτουν από το βαρόμετρο Μαρτίου του ΣΚΑΪ 100,3 και της VPRC. 1ον) Οι διαφορές από τις προηγούμενες μετρήσεις είναι πάρα πολύ μικρές 2ον) η κοινή γνώμη αποδεικνύεται εξαιρετικά ευαίσθητη στη στάση της απέναντι στον αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο και 3ον) υπάρχει ανάγκη να ξεκινήσει ένας σοβαρός δημόσιος διάλογος και μία σοβαρή συζήτηση για το διαχωρισμό κράτους – εκκλησίας.

Σε ό,τι αφορά στην αποτίμηση της πολιτικής συγκυρίας που κάνει το βαρόμετρο Μαρτίου, αυτό που αποτυπώνεται είναι ότι στην ουσία υπάρχει μία ελαφρά επιδείνωση του γενικού κοινωνικού κλίματος και μία ενίσχυση της δυσαρέσκειας απέναντι στη διακυβέρνηση που όμως γνωρίζουμε ότι τα τελευταία 20 χρόνια αποτελεί τον κανόνα. Από εκεί και πέρα η σχέση των δυο κομμάτων σε επίπεδο εικόνας και προσώπων δεν έχει μεταβληθεί. Παράλληλα, κατά την εκτίμησή μου δεν έχει μεταβληθεί ούτε ο εκλογικός συσχετισμός, δηλαδή η πρόθεση ψήφου την οποία δεν δίνει στην δημοσιότητα το βαρόμετρο του ΣΚΑΪ για λόγους άποψης. Δηλαδή, δε δημοσιοποιούμε την πρόθεση ψήφου γιατί θεωρούμε ότι στον ένα χρόνο που πέρασε από τις εκλογές, θα ήταν εξαιρετικά παρακινδυνευμένο και μεροληπτικό να δημοσιεύει κανείς πρόθεση ψήφου. Με άλλα λόγια, σε ένα χρόνο που είχαμε δυο εκλογικές αναμετρήσεις, είναι πολύ κοντά για να υπάρχει αξιόπιστη μέτρηση της πρόθεσης ψήφου.

Αναλυτικότερα:

Το σημαντικότερο πολιτικά γεγονός -όπως καταγράφεται και σε αυτό το βαρόμετρο- είναι η αποτίμηση της κρίσης που μαστίζει τους τελευταίους δύο μήνες την εκκλησία και ακολουθούν το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα, η εικόνα των κομμάτων ένα χρόνο μετά τις εκλογές, καθώς και το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ. Πέραν αυτών, εξαιρετικό ενδιαφέρον σε αυτό το βαρόμετρο έχει και η ερώτηση που αφορά στη στάση που κρατούν τα ΜΜΕ στο εκκλησιαστικό ζήτημα, καθώς αποτελεί μία σημαντική παράμετρο του προβλήματος. Συνοπτικά, η κοινή γνώμη μάλλον εμφανίζεται δυσαρεστημένη με τον τρόπο που αντιμετωπίστηκε από τα ΜΜΕ -και κυρίως η τηλεόραση – το θέμα της εκκλησίας, καθώς τα 2/3 των ερωτηθέντων (64%) δηλώνουν δυσαρέσκεια (διάγραμμα 1). Μεγαλύτερη ικανοποίηση δηλώνουν οι περισσότερο μορφωμένοι (και άρα περισσότερο κριτικοί απέναντι στην εκκλησία) και οι μη εκκλησιαζόμενοι (διάγραμμα 2).

Δυσαρέσκεια

Σε γενικές γραμμές η στάση του κοινού παραμένει αναλλοίωτη, γεγονός που σημαίνει ότι για πρώτη φορά μεσούσης της κρίσης είδαμε να διαμορφώνεται μια πλειοψηφία σχεδόν απόλυτη ( 48% τον Φεβρουάριο, 49% το Μάρτιο). Το συγκεκριμένο στοιχείο θα το ερμήνευα ως δυσαρέσκεια απέναντι σε ό, τι συμβαίνει. Δεν ξέρω εάν είναι μία στάση τιμωρίας απέναντι στην εκκλησία ή απαλλαγής από τα κακά που μας συμβαίνουν. Σίγουρα, πάντως, το γεγονός είναι ότι αυτή η αντίληψη κυριαρχεί. Είναι ένα στοιχείο που έχει μια πολιτική σημασία. Υπάρχει πλειοψηφία, σχεδόν ο ένας στους δύο ερωτώμενους τάσσεται υπέρ του χωρισμού εκκλησίας-κράτους, ανεξαρτήτως τι κατανοεί και τι σε τι εξειδικεύεται αυτό το πράγμα (διαγράμματα 3 & 4).

Χωρισμός κράτους – εκκλησίας

Ένας στους τρεις (ποσοστό 35%) επιθυμεί το χωρισμό κράτους – εκκλησίας. Ενδεχομένως για διαφορετικούς λόγους από ό,τι η κοινή γνώμη που δεν έχει στενή σχέση με την εκκλησία που εκεί η πλειοψηφία (59%) είναι υπέρ του χωρισμού (διάγραμμα 3). Σίγουρα, όμως, αυτή η στάση αφορά και το ποίμνιο της εκκλησίας. Υπάρχει δηλαδή μια σοβαρή μερίδα πιστών που υπό το βάρος των γεγονότων προβληματίζεται και εκφράζει αυτή την δυσαρέσκεια.
Αν δούμε με βάση τις κομματικές προτιμήσεις την στάση απέναντι στο θέμα του χωρισμού, βλέπουμε ότι στη ΝΔ υπάρχει διχασμός που εκφράστηκε και σε επίπεδο στελεχών. Αυτό προκύπτει από τα στοιχεία, καθώς 4 στους 10 είναι κατά του χωρισμού, όπως επίσης υπέρ του χωρισμού είναι πάλι 4 στους 10. Αντιθέτως στην Αριστερά – προφανώς για ιδεολογικούς λόγους – 8 στους 10 ψηφοφόρους του ΚΚΕ και του ΣΥΝ τάσσονται υπέρ του χωρισμού (διάγραμμα 5).

Δημοτικότητα Χριστόδουλου

Σε αυτή τη μέτρηση της VPRC θετική γνώμη για τον αρχιεπίσκοπο έχει το 48% και αρνητική το 43%, ενώ το Φεβρουάριο η εικόνα ήταν αντίστροφη (47% είχε αρνητική γνώμη και 43% θετική – διαγράμματα 6 & 7). Βλέποντας διαχρονικά τη δημοτικότητα του αρχιεπισκόπου -από το 1998 που εξελέγη σε αυτή τη θέση όπου η δημοτικότητα του είχε φτάσει στο 85%-, αυτή τη στιγμή παραμένει σχεδόν η μισή. Η κρίση και η ρωγμή που έχει υποστεί σαφώς είναι βαθιά. Και είναι πολύ απλό να το καταλάβει κανείς, εάν σκεφτεί ότι η παρούσα κρίση του έχει στοιχίσει πολύ περισσότερο από ότι του είχε στοιχίσει το 2001 η κρίση των ταυτοτήτων. Ακόμα και στην διάρκεια της κρίσης των ταυτοτήτων, η δημοτικότητα του δεν είχε πέσει κάτω από το 70%. Παράλληλα, δε θα πρέπει να παραβλέψει κανείς το γεγονός ότι ο αρχιεπίσκοπος έχει χάσει τους νέους, ειδικά την ηλικιακή ομάδα 18-24 ετών (διάγραμμα 8).

Παραίτηση

Στην ερώτηση «εάν ο αρχιεπίσκοπος θα πρέπει να παραιτηθεί» η κυρίαρχη άποψη παραμένει ότι δεν χρειάζεται να παραιτηθεί, ν` αλλάξει δηλαδή η εκκλησία αρχιεπίσκοπο. (Στην μέτρηση του Μαρτίου ποσοστό 56% τασσόταν υπέρ της παραμονής του και 28% κατά). Βλέπουμε ότι σε σύγκριση με τον περασμένο Φεβρουάριο, ενώ παραμένει κυρίαρχη άποψη ότι δεν είναι αναγκαία η παραίτηση, εν τούτοις ενισχύεται η μερίδα εκείνη που θέλει αλλαγή, ή παραίτηση του αρχιεπισκόπου. (τον Φεβρουάριο ήταν 21% και τώρα είναι 28% – διαγράμματα 9 & 10).

Παρέμβαση

Κατά την γνώμη μου υπάρχει ένα κοινωνικό αίτημα για παρέμβαση της πολιτείας που έχει να κάνει με αυτό που θα έλεγα «ωρίμανση της κρίσης». Νομίζω ότι ωριμάζει στην κοινή γνώμη η πεποίθηση ότι εδώ είναι ένα πολύ σοβαρό θέμα το οποίο δεν αντιμετωπίζεται με πυροτεχνήματα. Θέλει ουσιαστική συζήτηση και βαθιές τομές. Αυτό νομίζω εξηγεί την στάση απέναντι στο θέμα της παραίτησης Χριστόδουλου που βέβαια δεν είναι το μόνο που δείχνει την στάση της κοινής γνώμης απέναντι στον αρχιεπίσκοπο. Είναι και το θέμα της αποφασιστικότητας του. Από την άλλη, το γεγονός ότι «σηκώθηκε η κουρτίνα» και είδαμε τι υπάρχει από πίσω έχει επηρεάσει καθοριστικά την κοινή γνώμη, αν λάβουμε υπόψη ότι ειδικά οι νέοι είχαν μία εξιδανικευμένη εικόνα.

Λάθος χειρισμοί

Στο θέμα των κυβερνητικών χειρισμών, η πλειοψηφία θεωρεί ότι η κυβέρνηση το έχει χειριστεί λάθος σε ποσοστό 44% και σωστά σε ποσοστό 35% (διάγραμμα 11). Αυτή η εικόνα ερμηνεύεται κυρίως με βάση τις κομματικές προτιμήσεις των ψηφοφόρων. Βλέπουμε, δηλαδή, ότι υπάρχει μια απομόνωση θα έλεγα της ΝΔ, της βάσης της ΝΔ όπου η πλειοψηφία θεωρεί ότι το χειρίζεται σωστά ( 60% – διάγραμμα 12). Σε όλα τα άλλα κόμματα η εικόνα είναι η αντίστροφη.
Στην ουσία οι ψηφοφόροι της ΝΔ εγκρίνουν τους χειρισμούς της κυβέρνησης ενώ οι ψηφοφόροι της αντιπολίτευσης και των υπόλοιπων κομμάτων δεν τις εγκρίνουν. Υπάρχει δηλαδή μια κομματικοποίηση σε αυτές τις απαντήσεις.
Στην περίπτωση του πρωθυπουργού συμβαίνει ακριβώς το αντίστροφο.
Οι έξι στους δέκα (57%) πιστεύουν ότι πρέπει, χρειάζεται να παρέμβει ο πρωθυπουργός και 33% πιστεύει ότι δεν πρέπει να παρέμβει. Αρα, εδώ έχουμε μια πλειοψηφία που αθροίζει πολύ περισσότερο από τις ψήφους της ΝΔ. Έχουμε δηλαδή ένα οριζόντιο πολιτικά αίτημα… (διάγραμμα 13)

Η προσωπική μου εκτίμηση συγκλίνει στο ότι πιστεύω -συνεκτιμώντας τα ευρήματα αυτής της δημοσκόπησης, αλλά και των προηγούμενων που έχουμε κάνει, καθώς και αυτών που βλέπουν το φως της δημοσιότητας-, ότι υπάρχει πράγματι ένα κοινωνικό αίτημα για κρατική παρέμβαση, για παρέμβαση της πολιτείας στο θέμα της εκκλησιαστικής κρίσης και της σχέσης κράτους-εκκλησίας. Σε αυτήν την μεγάλη πλειοψηφία που ζητά την παρέμβαση νομίζω ότι υποκρύβεται ακριβώς αυτό το αίτημα για μια ανάμειξη, συνδρομή και παρέμβαση πολιτείας και κράτους στο θέμα της εκκλησιαστικής κρίσης και αυτό το συνδέω με την εικόνα που έχουμε διαμορφώσει από τις δημοσκοπήσεις απέναντι στην δυνατότητα που έχει η εκκλησία να διαχειριστεί μόνη της αυτή την ιστορία, ή και ο ίδιος ο αρχιεπίσκοπος, όπου εκεί σαφώς διαπιστώνεται ένα έλλειμμα εμπιστοσύνης της κοινής γνώμης στην δυνατότητα που έχει ο ίδιος ο μηχανισμός από μόνος του να κάνει την κάθαρση.

Το Ευρωσύνταγμα

Η ερώτηση συγκεκριμένα είναι η εξής: «στις χώρες της Ε.Ε. έχει ξεκινήσει η διαδικασία έγκρισης του νέου ευρωπαϊκού συντάγματος. Γι` αυτό το θέμα σε κάποιες χώρες θα αποφασίσει η Βουλή, σε κάποιες άλλες θα γίνει δημοψήφισμα. Για την Ελλάδα τι πιστεύετε ότι είναι καλύτερο; Να αποφασίσει η Βουλή, ή να γίνει δημοψήφισμα;».
Εφτά στους δέκα ερωτηθέντες, 71% θέλουν να γίνει δημοψήφισμα. Δηλαδή είναι καθολική, ολοκληρωτική γνώμη (διάγραμμα 14).
Η άλλη ερώτηση αφορά στην καρδιά του προβλήματος. Δηλαδή «αν γινόταν δημοψήφισμα στην Ελλάδα, τι θα ψηφίζατε ναι ή όχι;». Η πλειοψηφία απαντάει ναι (45% – διάγραμμα 15). 18% μάλλον όχι, ενώ 4 στους 10 δεν έχουν διαμορφώσει γνώμη, κάτι που είναι λογικό με την χαμηλή ενημέρωση που υπάρχει. Νομίζω, όμως, ότι αν κανείς πάρει μόνο τις εκπεφρασμένες γνώμες, τις έγκυρες γνώμες (45% και 60% των ερωτηθέντων που διατύπωσαν μια γνώμη), τότε η εκτίμηση που έχουμε αυτή τη στιγμή για ένα πιθανό δημοψήφισμα είναι της τάξης του 73%.

Το δημοψήφισμα

Είναι μια άλλη συζήτηση που δεν έχει γίνει ποτέ και που αφορά στον ίδιο τον χαρακτήρα των δημοψηφισμάτων. Είναι μια μορφή εκδήλωσης της λαϊκής βούλησης που δεν έχει χρησιμοποιηθεί ποτέ στην Ελλάδα. Μια φορά έχει γίνει δημοψήφισμα στην Ελλάδα για το θέμα της μοναρχίαςΙΝομίζω ότι υπάρχει και εδώ μια μυθοποίηση στο θέμα της χρήσης των δημοψηφισμάτων για μεγάλα καίρια ζητήματα που αφορούν των χώρα και την κοινωνία.

Το ωράριο

Νομίζω ότι η κοινή γνώμη είναι διχασμένη σε αυτό το θέμα. Η πλειοψηφία έχει αρνητική άποψη ( 42% αρνητική, 34% θετική – διάγραμμα 16). Πλην όμως είναι εντυπωσιακή η διαφοροποίηση που παρατηρείται και με βάση τις ηλικίες αλλά και κυρίως με βάση την θέση στην απασχόληση. Οι μισθωτοί -και κυρίως του ιδιωτικού τομέα- είναι ικανοποιημένοι από αυτή την ρύθμιση διότι εξυπηρετούνται. Όμως οι αυτοαπασχολούμενοι κυρίως και οι εργοδότες είναι δυσαρεστημένοι. Είναι ένα θέμα που διχάζει ακριβώς τις κοινωνικές κατηγόριες. Τόσο οι εργαζόμενοι όσο και οι νέοι που έχουν μεγάλη πίεση χρόνου και έλλειψη χρόνου, προφανώς σκέφτονται αυτό το στοιχείο και όχι τις επιπτώσεις ενδεχομένως εργασιακές συνθήκες στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Ένας χρόνος διακυβέρνησης

Η πιο σημαντική ερώτηση είναι η ερώτηση που βάλαμε ως απολογισμό του ενός έτους διακυβέρνησης. Θέσαμε την ερώτηση για την ωφέλεια της χώρας από την αλλαγή στην διακυβέρνηση που συντελέστηκε τον Μάρτιο του 2004. Η ερώτηση που θέσαμε είναι: «πριν από ένα χρόνο περίπου είχαμε βουλευτικές εκλογές. Η αλλαγή της κυβέρνησης πιστεύετε ότι μάλλον έχει ωφελήσει ή μάλλον δεν έχει ωφελήσει την χώρα;». Ποσοστό 44% πιστεύει ότι έχει ωφελήσει η αλλαγή, ενώ 36% πιστεύει ότι δεν έχει ωφελήσει (διάγραμμα 17). Αυτό θα μπορούσε να είναι και ένας απολογισμός για τον πολιτικό και τον εκλογικό συσχετισμό που επικρατεί σήμερα ένα χρόνο μετά τις βουλευτικές εκλογές. Αντιθέτως, τα κόμμα της Αριστεράς είναι διχασμένα, ενώ στο ΠΑΣΟΚ ένα μικρό ποσοστό υπάρχει που συμφωνεί με την θετική επίδραση της αλλαγής στην διακυβέρνηση.

Συνέδριο ΠΑΣΟΚ

Θέσαμε απολογιστικά μια ερώτηση ειδικά για το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ. Κυρίως θέλουμε να δούμε τι εντυπώσεις αποκόμισε η κοινή γνώμη από το συνέδριο και θα έλεγα συμπερασματικά ότι η εικόνα είναι ελαφρώς θετική. Με αυτό εννοώ ότι στην ερώτηση «τι εντύπωση σας έκανε το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ, τι εντύπωση σας άφησε το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ», το 28% άπαντα μάλλον θετική, το 24% ούτε θετική ούτε αρνητική, το 23% αρνητική και το 25% δεν έχει γνώμη. Επομένως έχουμε μια όχι ακριβώς διχοτόμηση, αλλά τέσσερις διαφορετικές απόψεις όπου πλειοψηφεί απλώς το θετικό. Νομίζω ότι αυτή ακριβώς είναι η εικόνα από το συνέδριο (διάγραμμα 18).
Μέσα στο ΠΑΣΟΚ έξι στους δέκα ψηφοφόροι ΠΑΣΟΚ έχουν θετική γνώμη και οι υπόλοιποι τέσσερις μοιράζονται ανάμεσα στα υπόλοιπα. Επομένως σαφώς έχει συσπειρώσει -ως ένα βαθμό βεβαίως, όχι καθολικά-, τους ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ. Δεν έχει, όμως, ιδιαίτερη απήχηση στους υπόλοιπους πολιτικούς χώρους και νομίζω ότι αυτή ήταν η αναμενόμενη εικόνα (διάγραμμα 19).

Προεκλογικές υποσχέσεις

Ποσοστό 28% πιστεύει ότι η κυβέρνηση μάλλον τηρεί τις υποσχέσεις της, 51% πιστεύει ότι δεν τις τηρεί και υπάρχει και ένα ποσοστό 18% που πιστεύει ότι άλλες τις τηρεί και άλλες δεν της τηρεί (διάγραμμα 20). Το ποσοστό αυτών που πιστεύουν ότι τηρεί της υποσχέσεις της η κυβέρνηση παραμένει σταθερό από τον περασμένο Οκτώβρη. Αυτό που έχει αλλάξει ελαφρώς, είναι ένα ποσοστό που λέει ότι μάλλον δεν τις τηρεί ( 51%- 46% στις προηγούμενες μετρήσεις). Αυτή, δε, η πόλωση θα έλεγα ότι είναι και αποτέλεσμα της μεγαλύτερης όξυνσης της αντιπαράθεσης κυβέρνησης – αντιπολίτευσης. Έχει συρρικνώσει κυρίως τις ενδιάμεσες γνώμες (αυτοί που πιστεύουν ότι άλλοτε τις τηρεί και άλλοτε δεν τις τηρεί είναι 18%, ενώ πριν ήταν 23%). Ενώ, δηλαδή, υπάρχει σαφώς μια μικρή επιδείνωση της εικόνας και της αξιοπιστίας της κυβέρνησης, δεν είναι τέτοια που να δικαιολογεί πολύ αισιόδοξα σχόλια για την αντιπολίτευση.

Ανανέωση στο ΠΑΣΟΚ

Μια άλλη ερώτηση που θέτουμε είναι «αν θα λέγατε ότι η ανανέωση στο ΠΑΣΟΚ μάλλον προχωράει, ή μάλλον δεν προχωράει». Στην παρούσα μέτρηση το 31% απαντάει ότι μάλλον προχωράει, το 46% όμως απαντάει ότι μάλλον δεν προχωράει. Και ένα 23% λέει ότι σε άλλα πράγματα προχωράει και αλλού όχι. Νομίζω ότι αυτή η ερώτηση και αυτή η μεταβολή (από το 19% που ήταν τον Ιανουάριο στο 31% που είναι τώρα) είναι η θετική επίδραση του συνεδρίου στην εικόνα του κόμματος. Ωστόσο, αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανατρεπτική εικόνα (διαγράμματα 21 & 22).

Σύγκριση

Στο θέμα της εικόνας της κυβερνητικής ικανότητας των δυο κομμάτων, η σχέση παραμένει δυο προς ένα υπέρ της ΝΔ. Το 35% θεωρεί καλύτερη κυβέρνηση, ικανότερη κυβέρνηση μια κυβέρνηση της ΝΔ και 18% μια κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ (διάγραμμα 23). Δεν έχουμε καμία μεταβολή σε αυτό. Ισως υπάρχει μια μεταβολή στο κομμάτι της κοινής γνώμης που αποστασιοποιείται και από τα δυο κόμματα. Υπάρχει μια ενίσχυση θα έλεγα του αντιδικομματικού ρεύματος γενικά, αλλά στον συσχετισμό δύναμης εικόνας των δυο κομμάτων παραμένουν τα πράγματα υπέρ της ΝΔ». Αντίστοιχα στην ερώτηση για τον καταλληλότερο πρωθυπουργό, καταλληλότερος πρωθυπουργός σε ποσοστό 48% παραμένει ο κ. Καραμανλής και 26% ο κ. Παπανδρέου. Πάλι η σχέση είναι σχεδόν ένα προς δυο, δεν υπάρχει και εδώ μεταβολή (διάγραμμα 24).

Τα διαγράμματα του άρθρου:


Δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του ραδιοτηλεοπτικού σταθμού ΣΚΑΪ (10/03/2005)