Ο ΣΥΡΙΖΑ στην περίοδο 2015-2019

Το νέο κόμμα-καρτέλ

Εκτύπωση | Email | Διάδοση |

του Γιάννη Μαυρή

 

1.Εισαγωγή: Το Δημοψήφισμα του 2015, σημείο καμπής

Στην περιοδολόγηση της ελληνικής πολιτικής σκηνής της τελευταίας 10ετίας, ο Ιούλιος του 2015 αποτέλεσε σημείο καμπής. Με τη συμφωνία της 12ης Ιουλίου και την υπογραφή του 3ου Μνημονίου αναιρέθηκε η λαϊκή εντολή του Όχι. Η ωμή καταστρατήγηση του εκλογικού αποτελέσματος του ελληνικού δημοψηφίσματος (5/7/2015), ακύρωσε βίαια και το εξάμηνο πείραμα «αριστερής διακυβέρνησης εντός της ΕΕ», που επιχείρησε ανεπιτυχώς η πρώτη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Το μέγεθος της συνθηκολόγησής του, ιδίως λόγω του σύντομου χρόνου μέσα στον οποίο συντελέσθηκε, αποτέλεσε πρωτοφανές πολιτικό γεγονός, με ευρύτερες επιπτώσεις.[1] Η άδοξη κατάληξη του δημοψηφίσματος, υπονόμευσε και εξουδετέρωσε συνολικά την πολιτική και κοινωνική δυναμική που είχαν σηματοδοτήσει οι βουλευτικές εκλογές του Ιανουαρίου 2015. Το αντιμνημονιακό στρατόπεδο υπέστη μια σημαντική πολιτική και ιδεολογική ήττα, οι συνέπειες της οποίας αποδεικνύονται μακροχρόνιες.

Ταυτόχρονα, το δημοψήφισμα του 2015 αποτέλεσε τομή στο μετασχηματισμό της κομματικής μορφής του ΣΥΡΙΖΑ και επιτάχυνε την απορρόφησή του από το κράτος. Η πολιτική και ιδεολογική μεταμόρφωση της ηγετικής ομάδας του κόμματος προκάλεσε εντονότατη εσωκομματική κρίση και διάσπαση της κοινοβουλευτικής ομάδας του. Δεν είχε, εντούτοις, απήχηση στην κοινωνική και εκλογική βάση του κόμματος.[2] Στις εκβιαστικές εκλογές που ακολούθησαν αιφνιδιαστικά, τον Σεπτέμβριο του 2015, ο ΣΥΡΙΖΑ επικράτησε για δεύτερη φορά. Οι διεργασίες που προηγήθηκαν σε συμπυκνωμένο χρόνο, το δίμηνο Ιουλίου-Αυγούστου, ελλείψει εναλλακτικής λύσης, δεν οδήγησαν σε αποδοκιμασία της κυβέρνησης, αλλά σε ψήφο 2ης ευκαιρίας. Η περίοδος, όμως, της δεύτερης «κανονικής» διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, (Σεπτέμβριος 2015-Ιούλιος 2019), δεν θα αποδειχθεί «τομή», αλλά «συνέχεια» των προηγούμενων μνημονιακών κυβερνήσεων.

Το κυριότερο όμως είναι ότι, με τη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ και την προσχώρησή του (καθώς και των ΑΝΕΛ) στη νεοφιλελεύθερη πολιτική της λιτότητας, συντελέσθηκε η πιο απότομη και χρονικά συμπυκνωμένη «σύγκλιση των κομμάτων στην κορυφή», που έχει συμβεί ποτέ στο ελληνικό κομματικό σύστημα (Μαυρής 2016).

Αυτή η τάση σύγκλισης-ομογενοποίησης και η περιορισμένη διαφοροποίηση των κομμάτων, που διαχειρίσθηκαν τη διακυβέρνηση της χώρας από το 2010, είναι ορατή δια γυμνού οφθαλμού. Εκδηλώνεται δε χαρακτηριστικά, σε μια –κατά γενική παραδοχή- κατεξοχήν ταξική πολιτική, εκείνη της φορολογίας. Η αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης στην Ελλάδα έχει αρχίσει από το 2010 με την εφαρμογή των προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής. Τα στατιστικά στοιχεία του ΟΟΣΑ (Διάγραμμα 1), επιτρέπουν να διερευνηθεί η συμμετοχή των διαδοχικών ελληνικών κυβερνήσεων, στις αυξήσεις φόρων που επιβλήθηκαν από τους δανειστές.

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 1

Στην αρχική περίοδο, 2010-2011, επί κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ (Γιώργος Παπανδρέου), η φορολογική επιβάρυνση, ως ποσοστό του ΑΕΠ (Tax-to-GDP ratio) αυξήθηκε από το 32%, στο 33,6% (+1,6%). Στην επόμενη περίοδο, 2012-2014, κατά τη διάρκεια της συγκυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ (υπό τον Αντώνη Σαμαρά και τον Ευάγγελο Βενιζέλο), η φορολογική επιβάρυνση συνέχισε να αυξάνεται, από το 33,6% στο 36% του ΑΕΠ (+2,4%). Η αυξητική τάση θα συνεχιστεί και στο χρονικό διάστημα 2015-2018, όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, του Αλέξη Τσίπρα. Τώρα, η αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης, από το 36% προσέγγισε το 38,7% του ΑΕΠ (+2,7%). Κατά συνέπεια, όπως παρατηρεί σωστά ο Κώστας Μελάς: «για ακόμη μια φορά αποδεικνύεται ότι οι διαμάχες μεταξύ των ελληνικών πολιτικών κομμάτων για το ποια κυβέρνηση επιβάρυνε περισσότερο τους Έλληνες φορολογούμενους είναι άνευ αντικειμένου. Είναι γεγονός ότι και τα τρία βασικά κόμματα που κυβέρνησαν την περίοδο 2010-2018 συνέβαλαν περίπου ισόποσα στην αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης των Ελλήνων. Οι αντιπαραθέσεις τους, λοιπόν, είναι πολιτικές ρητορείες με μόνο στόχο την χειραγώγηση του πολιτικού τους ακροατηρίου» (Μελάς 2019).

Η συνέχεια της κρατικής πολιτικής και η σύγκλιση του ΣΥΡΙΖΑ, με τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, αποδεικνύεται πολύ ευρύτερη, με βάση το συνολικό νομοθετικό έργο της περιόδου 2015-2019. Σύμφωνα με την έρευνα του Παρατηρητηρίου της Βουλής (Vouliwatch 2019), σχετικά με την πολιτική συναίνεση στο ελληνικό κοινοβούλιο, προκύπτει το εξής άκρως αποκαλυπτικό συμπέρασμα: Με βάση το σύνολο των νόμων που ψηφίσθηκαν στην περίοδο 2015-2019, ο ΣΥΡΙΖΑ ψήφισε μαζί με τη ΝΔ στο 59% των νομοσχεδίων (6 φορές στις 10), μαζί με το Ποτάμι στο 72% (7 φορές στις 10) και μαζί με το ΠΑΣΟΚ στο 66% (2 φορές στις 3) (Διάγραμμα 2).

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 2

Η σχετική έκθεση της έρευνας επισημαίνει ότι: «Η στατιστική απεικόνιση των κοινοβουλευτικών και πολιτικών συσχετισμών (…) αποδεικνύει με αναμφισβήτητα αριθμητικά στοιχεία το εξής: Η εικόνα τη πολιτικής συναίνεσης στην Ελλάδα –όσον αφορά τουλάχιστον τη νομοθετική παραγωγή– είναι πολύ διαφορετική από αυτή που οικοδομείται από τα Μέσα Ενημέρωσης. Τα κόμματα που αποτελούν τους δύο βασικούς πυλώνες του κοινοβουλευτισμού, η Νέα Δημοκρατία και ο ΣΥΡΙΖΑ, έχουν ψηφίσει σε σημαντικό βαθμό τα τελευταία 4 χρόνια νομοσχέδια που κατέθεσε η «άλλη πλευρά». Και παρακάτω: «Ακόμη και την περίοδο του πρώτου εξαμήνου του 2015, όπου η πολιτική αντιπαράθεση βρέθηκε στο ζενίθ, η Νέα Δημοκρατία ψήφισε σημαντικό αριθμό νομοσχεδίων της κυβέρνησης (σ.σ. περίπου 3 στα 10), ενώ αντίστοιχη εικόνα υπάρχει και τους πρώτους μήνες της σημερινής διακυβέρνησης [της ΝΔ], όπου ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ταυτιστεί σε παραπάνω από το ⅓ των ψηφοφοριών (σ.σ. 46,66%)» (Vouliwatch 2019).[3] Η εντυπωσιακή ιδεολογική και πολιτική συναίνεση (σύγκλιση) των κομμάτων, που επιβεβαιώνεται, αποκαλύπτει με τη σειρά της και τα εξαιρετικά περιορισμένα όρια ανεξαρτησίας του κοινοβουλίου, στην εποχή των Μνημονίων. Η έκθεση αποδίδει σε δύο βασικούς παράγοντες τη διαπιστωμένη ταύτιση των κομμάτων: «1. ένας μεγάλος –ίσως πλειοψηφικός– αριθμός νομοσχεδίων στηρίζονται σε ευρωπαϊκές οδηγίες που ενσωματώνονται στο ελληνικό ή αποτελούν αποκλειστικά ευρωπαϊκές οδηγίες ή διεθνείς συμβάσεις. Έτσι, αυτό αποτελεί σημαντικό κριτήριο για τη στάση των κομμάτων. 2. Ένα σημαντικός αριθμός νομοσχεδίων των τελευταίων ετών συντάχθηκαν σε συνεργασία με τους δανειστές στο πλαίσιο των δανειακών συμβάσεων, γνωστότερων ως «μνημονίων» (Vouliwatch 2019).

2. Η τάση σύγκλισης των κομμάτων στην κορυφή

Εδώ και καιρό, οι έντονες αντιπαραθέσεις, που διέκριναν τα κόμματα της διακυβέρνησης στις παλαιότερες δημοκρατίες της δυτικής Ευρώπης έχουν υποχωρήσει αισθητά. Η μορφή ανταγωνισμού στην οποία επιδίδονται τα κόμματα, αποδεικνύεται τις περισσότερες φορές τόσο ανούσια ώστε αδυνατεί να πείσει ότι οι διαφορές τους είναι ουσιαστικές. Αυτή η ιδεολογική διεργασία εξελίχθηκε σε δύο επίπεδα. Αφενός, υπήρξε μείωση στην ένταση της ιδεολογικής πόλωσης, καθώς τα μέχρι πρότινος «αντισυστημικά» κόμματα –δηλαδή κόμματα που αμφισβητούσαν τις βασικές αρχές πάνω στις οποίες βασίζεται η κοινοβουλευτική δημοκρατία και υποστήριζαν μια εντελώς εναλλακτική πολιτική θέση– είτε έχουν αμβλύνει τα αιτήματά τους μετακινούμενα πιο κοντά στην κυρίαρχη πολιτική σκηνή, είτε έχουν υποστεί σημαντικές απώλειες στην εκλογική τους επιρροή (Mair 2013, 46). Αφετέρου, και τα αντισυστημικά κόμματα της Αριστεράς έγιναν πιο μετριοπαθή. Μετά την κρίση του 1989-90, την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και το τέλος της ψυχροπολεμικής εποχής,  τα περισσότερα κομμουνιστικά κόμματα, είτε διαλύθηκαν είτε μεταμορφώθηκαν σε περισσότερο «κεντροαριστερά» και ευρύτερης αποδοχής (νεο)σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, αποκτώντας πρόσβαση σε κυβερνητικές θέσεις. Αυτή η «σύγκλιση στο κέντρο» και η συναίνεση, αδιανόητη πριν από τριάντα χρόνια, θεωρείται πλέον δεδομένη και αποτελεί σήμερα τον κανόνα. Αντανακλά μια αρκετά θεμελιώδη μετατόπιση από τις τάσεις που επικρατούσαν στα ευρωπαϊκά κομματικά συστήματα, ακόμα και μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970 (Mair 2013).[4]

3. Κόμματα-καρτέλ, κόμματα του κράτους

Τα σύγχρονα πολιτικά κόμματα εξουσίας, ακολουθούν τις τελευταίες τρεις δεκαετίες μια κίνηση που τα απομακρύνει όλο και περισσότερο από την κοινωνία και τα φέρνει πιο κοντά στο κράτος. Ενώ οι δεσμοί τους με την κοινωνία έχουν αποδυναμωθεί σημαντικά, οι δεσμοί τους με το κράτος έχουν ενισχυθεί, στο βαθμό που τα κόμματα δεν λειτουργούν πλέον ως αντιπρόσωποι της «κοινωνίας των πολιτών». Αντιθέτως, έχουν απορροφηθεί από το κράτος και ενεργούν ως κρατικοί οργανισμοί (όχι απλά ιδεολογικοί), έχουν μετατραπεί σε κόμματα-καρτέλ. Η έννοια του κόμματος-καρτέλ, περιγράφει θεωρητικά αυτήν την απεμπόληση της αντιπροσωπευτικής λειτουργίας τους και την κρατικοποίησή τους. Αρχικά, την εισήγαγαν το 1995 οι πολιτικοί επιστήμονες Richard Katz και Peter Mair (1995, 1996, 2002, 2009, 2018). H έννοια είναι κομβική για την κατανόηση της κυρίαρχης μορφής των σύγχρονων πολιτικών κομμάτων και η επεξεργασία της εξελίχθηκε στη συνέχεια, τόσο από τους ίδιους, όσο και από άλλους πολιτικούς επιστήμονες, όπως η Ingrid Van Βiezen, o Mark Blyth, ο Petr Kopecký, ο Thomas Poguntke κ.ά.[5] Οργανωτικά, τα κόμματα-καρτέλ χαρακτηρίζονται από την πολύμορφη αλληλοδιείσδυση κόμματος/κράτους, ενώ στο επίπεδο του κομματικού συστήματος το επαναλαμβανόμενο μοτίβο (pattern) που επικρατεί, παραπέμπει μάλλον σε συμπαιγνία των κομμάτων, παρά σε ανταγωνισμό μεταξύ τους. Στην εποχή του κόμματος-καρτέλ, τα κυριότερα κόμματα συνεργάζονται και χρησιμοποιούν τους πόρους του κράτους, για να εξασφαλίσουν τη συλλογική επιβίωσή τους. Στην πραγματικότητα, οι κομματικοί οργανισμοί είναι τόσο ισχυροί όσο ποτέ άλλοτε, και σε γενικές γραμμές έχουν πρόσβαση σε πολύ μεγαλύτερους πόρους.

Αυτή η γενική τάση χαρακτήρισε και την πορεία εδραίωσης του ελληνικού μεταπολιτευτικού κομματικού συστήματος, κατά τις δεκαετίες που προηγήθηκαν της οικονομικής χρεωκοπίας της χώρας. Ωστόσο, μετά την επιβολή της μνημονιακής πολιτικής, τόσο η δραστική περικοπή της κρατικής χρηματοδότησης των κομμάτων, σε συνδυασμό με την απελευθέρωση της ιδιωτικής αντίστοιχης, όσο και ο διακηρυγμένος στόχος του 3ου Μνημονίου[6], για περιορισμό της επιρροής των κομμάτων στο κράτος, λειτουργούν σε άλλη κατεύθυνση: εκείνη της «ιδιωτικοποίησης» των κομμάτων, δηλαδή της αυξανόμενης σύνδεσής τους με τους επιχειρηματικούς ομίλους («κόμματα-ΠΑΕ». Αυτό φυσικά δεν αναιρεί τη σημασία του κράτους, για την αναπαραγωγή των σύγχρονων κομμάτων, ούτε τη γενική τάση μεγαλύτερης κρατικοποίησής τους. Αυτή η τάση συμβαδίζει με τον γενικότερο μετασχηματισμό των σχέσεων πολιτικής/οικονομίας, προς όφελος της δεύτερης,

Ο ΣΥΡΙΖΑ, το νέο κόμμα διακυβέρνησης που αναδείχθηκε μέσα στην κρίση της τελευταίας δεκαετίας, δεν ακολούθησε διαφορετική πορεία. Αντιθέτως, διαψεύδοντας τις αρχικές προσδοκίες που δημιούργησε η ανάδυσή του στην πρώτη μνημονιακή 5ετία, κινήθηκε στην κατεύθυνση του μετασχηματισμού του και μάλιστα ταχύτερα από κάθε άλλο ιστορικό παράδειγμα αριστερού ή ριζοσπαστικού κόμματος, από κόμμα διαμαρτυρίας, σε κόμμα του κράτους. Μάλιστα, κατά τη διάρκεια της κυβερνητικής του θητείας (2015-2019), επιχείρησε την αγκίστρωσή του στο κράτος, με επιθετικό τρόπο, προωθώντας μια κομματικοποίηση «παλαιού τύπου». Προκάλεσε έτσι την απομόνωσή του και την υπονόμευση της θέσης του, στα πλαίσια του μεταμνημονιακού κομματικού συστήματος· συστήματος, το οποίο δεν μπορεί να θεωρηθεί ακόμη σταθεροποιημένο, αν και με τις εκλογές της 7ης Ιουλίου 2019, και την εναλλαγή στη διακυβέρνηση που συντελέσθηκε με την επιστροφή της ΝΔ, έκλεισε ο κύκλος 2012-2019 και επήλθε μερική επαναστοίχιση (re-alignment) των κομματικών ταυτίσεων.[7]

Θα πρέπει επίσης να διευκρινισθεί, ότι η τάση καρτελοποίησης ενός κόμματος, δεν είναι «νομοτελειακή», ούτε βέβαια σημαίνει ότι δεν μπορεί να ανατραπεί. Ειδικά για τον ΣΥΡΙΖΑ το πρόβλημα είναι διπλό: Δεν προϋπήρξε ως θεσμοθετημένο κόμμα της διακυβέρνησης, για να μετασχηματιστεί εν συνεχεία σε «κόμμα-καρτέλ». Η τάση κρατικοποίησής του υπήρξε, ταυτόχρονα, και μέσο για τη θεσμοποίησή του και την εδραίωσή του στο νέο κομματικό σύστημα.[9]

4. Η απορρόφηση της κεντρικής διεύθυνσης του κόμματος από το κράτος

Πως διαμορφώθηκε όμως η σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με το κράτος, από τη στιγμή από τη στιγμή που ανέλαβε τη διακυβέρνηση; Η απάντησή σε αυτό το ερώτημα προκύπτει από τη διερεύνηση τριών παραμέτρων: α) της σχέσης που απέκτησε η κεντρική διεύθυνση του κόμματος με το κράτος, β) της δύναμης που διέθετε η οργανωμένη βάση του κόμματος και γ) της σχέσης εκπροσώπησης, που αυτό διαμόρφωσε με την εκλογική του βάση, συνολικά κατά την περίοδο της εκλογικής ανόδου του (2012-2015) και κυρίως κατά την περίοδο της διακυβέρνησής του. Το ισχύον (μέχρι σήμερα) καταστατικό του κόμματος, στο άρθρο 27, που υποτίθεται ότι ρυθμίζει τις «σχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ με το κράτος και την κυβέρνηση», αναφέρει στο εδάφιο 1: «1. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως μαζικό δημοκρατικό κόμμα της Αριστεράς, στηρίζεται στις κοινωνικές δυνάμεις και δεν εξαρτά την επιβίωσή του από κάθε είδους σχέση με τους κρατικούς μηχανισμούς». (…) και παρακάτω προβλέπει: «3. Ο ΣΥΡΙΖΑ στην περίπτωση που συμμετάσχει στη διακυβέρνηση της χώρας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την οργανωτική και πολιτική του αυτονομία έναντι της κυβέρνησης και του κράτους. (…) Τα στελέχη που κατέχουν αμειβόμενη κυβερνητική θέση ή αξίωμα (μέλος Υπουργικού Συμβουλίου ή μέλος ΔΣ Δημόσιου Οργανισμού / Διεθνούς Οργανισμού ή Ανεξάρτητης Αρχής / ΔΕΚΟ / ΝΠΔΔ / Γενικοί και Ειδικοί Γραμματείς Υπουργείων, Υφυπουργοί), δεν μπορεί να υπερβαίνουν το 25% των μελών κάθε οργάνου του κόμματοςΤι συνέβη, όμως, στην πραγματικότητα κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ; Η Κεντρική Επιτροπή που εκλέχθηκε στο 2ο Συνέδριο του κόμματος, τον Οκτώβριο του 2016, αριθμούσε 151 μέλη.Από αυτά, τα 104, δηλαδή 7 στα 10 (ποσοστό 68%) ανέλαβαν στην περίοδο 2015-2019 κάποια κυβερνητική/κρατική θέση (Διαγράμματα 3 και 4).[9]

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 3

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 4

Επομένως, η επικάλυψη Κεντρικής Επιτροπής (ΚΕ) και Κοινοβουλευτικής Ομάδας (ΚΟ) υπήρξε μεγάλη, με δεδομένο ότι το 30,5% των μελών της, σχεδόν 1 στα 3, διατελέσαν και βουλευτές.[10] Στην σύντομη 5ετή κομματική ιστορία του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε η ΚΕ ούτε η ΚΟ διαδραμάτισαν ποτέ ουσιαστικό ρόλο στη λήψη των αποφάσεων. Δεν υπήρξαν ποτέ πραγματικά κέντρα της εσωκομματικής εξουσίας, με διακριτό ρόλο και κάποια, έστω, συμμετοχή στη χάραξη της πολιτικής του κόμματος. Αξίζει να σημειωθεί, ότι κατά τη δεκαετία του 1990, ένα βασικό σημείο της κριτικής της αριστεράς στο ΠΑΣΟΚ της σημιτικής περιόδου, για την συντηρητικοποίησή του, ήταν τότε και η σταδιακή ενίσχυση και κυριάρχηση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του, εις βάρος της Κεντρικής του Επιτροπής. Στον ΣΥΡΙΖΑ, όμως, δεν υπήρξε καν ο πολιτικός δυϊσμός ΚΕ/ΚΟ, που χαρακτήριζε το ΠΑΣΟΚ, στην περίοδο της πρώιμης μεταπολίτευσης, 1974-1985. Σε εκείνη την πρώτη ριζοσπαστική φάση του Κινήματος, το “κόμμα”, όπως αυτό εκφραζόταν από την ΚΕ, εμφανιζόταν παραδοσιακά ως το κέντρο παραγωγής της (“ριζοσπαστικής”) πολιτικής και της στρατηγικής, ενώ η ΚΟ αναλάμβανε την “προς τα έξω” κεντρική (“παλαιοκομματικού” τύπου) εκπροσώπηση του κινήματος. Μπορεί η ΚΟ να μην συμμετείχε στην εκπόνηση της στρατηγικής, να αδυνατούσε να παρακολουθήσει τις αντιπαραθέσεις των ριζοσπαστικών τάσεων ή να μην συμμετείχε στις εσωκομματικές συγκρούσεις, πάντοτε όμως κατελάμβανε σημαντικό ρόλο, δίδοντας τη δική της διάσταση και ερμηνεία στην πολιτική του ΠΑΣΟΚ, καλύπτοντας ταυτοχρόνως η ίδια σε μεγάλο βαθμό αυτήν τη διαμεσολάβηση στα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα.[11]

Η ολοκληρωτική απορρόφηση των κορυφών και της κεντρικής διεύθυνσης του κόμματος από το κράτος, ακύρωσε την (όποια) πολιτική λειτουργία της ΚΕ είχε απομείνει και ουσιαστικά οδήγησε, αθόρυβα, στην de facto κατάργησή της, ως καθοδηγητικού οργάνου του κόμματος, προς όφελος του αρχηγού και της ηγετικής ομάδας. Ούτε, όμως, και η ΚΟ «χειραφετήθηκε» ποτέ στα χρόνια του Μνημονίου, το αντίθετο. Η γνωστή «συμπαγής» στάση της, δεν περιορίσθηκε μόνον στην πειθήνια υπερψήφιση των 100δων εφαρμοστικών νόμων του 3ου Μνημονίου. Ακολούθησε και, κατά τα φαινόμενα, διεύρυνε περαιτέρω την πρακτική των φωτογραφικών τροπολογιών[12], που ολοκλήρωσαν την ανατροπή των συνταγματικών παραδόσεων του κοινοβουλευτισμού, προς όφελος της εκπροσώπησης ιδιωτικών συμφερόντων. Ως προς αυτόν, τον επίσης -de facto- μετασχηματισμό του ρόλου του βουλευτή σε «λομπίστα», η ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ εξομοιώθηκε πλήρως με τα υπόλοιπα κόμματα της μνημονιακής διακυβέρνησης.

5. Η αποσύνθεση της οργανωμένης κομματικής βάσης

Όπως επισημάνθηκε, η διάσπαση της ηγετικής και της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, μετά το Δημοψήφισμα, δεν βρήκε σημαντική απήχηση στην εκλογική βάση του κόμματος. Προκάλεσε όμως την πλήρη αποσύνθεση του εναπομείναντος κομματικού μηχανισμού του. Απαλείφοντας κάθε ίχνος μαζικού κόμματος και περιορίζοντας την ύπαρξη της συγκεκριμένης κομματικής μορφής στον αρχηγό και την ηγετική του ομάδα, ο ΣΥΡΙΖΑ μετατράπηκε σε ένα κατεξοχήν αρχηγικό κόμμα κρατικών στελεχών.

Σχετικά με το τι αντιπροσώπευε στην περίοδο διακυβέρνησης η οργανωμένη κομματική βάση του ΣΥΡΙΖΑ, τα δεδομένα για τα κομματικά μέλη είναι συντριπτικά. Στη δεύτερη εκλογική νίκη του κόμματος, τον Σεπτέμβριο του 2015, οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ έφθασαν τα 1.926.000 άτομα, ποσοστό 35,5%. Με βάση τα διαθέσιμα επίσημα στοιχεία, τα εγγεγραμμένα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ, πριν τη διάσπαση του 2015, έφθαναν τις 32.000. Με τη διάσπαση αποχώρησαν περίπου 6.000 μέλη και στρατολογήθηκαν περίπου 2.000 νέα. Επομένως, μετά τη διάσπαση του 2015, τα εγγεγραμμένα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ υπολογίσθηκαν σε 28.000 άτομα.[13] Ως προς την εκλογική βάση (τους ψηφοφόρους) του κόμματος, αυτοί οι αριθμοί αντιπροσώπευαν το 2015 μηδαμινά ποσοστά, αντίστοιχα, μόλις το 1,66% και το 1,45% (Διάγραμμα 5).

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 5

Η εξαιρετικά δυσμενής οργανωτική κατάσταση του ΣΥΡΙΖΑ στον τελευταίο χρόνο της διακυβέρνησής του γίνεται περισσότερο αντιληπτή, εάν συγκριθεί με την αντίστοιχη ενός συγγενικού κόμματος, που ακολούθησε παράλληλη πορεία με τον ΣΥΡΙΖΑ, τους Podemos. Σύμφωνα με τον επίσημο συμμετοχικό κόμβο του κόμματος,[14] στις 11/6/19, τα εγγεγραμμένα μέλη ανέρχονταν σε 517.407 άτομα. Στις ισπανικές βουλευτικές εκλογές της 28ης Απριλίου 2019, έλαβαν μαζί μάλιστα με την Ενωμένη Αριστερά (I.U.) 3.751.145 ψήφους, ποσοστό 14,32%. Δεδομένου, ότι ένα μέρος αυτής της επιρροής προερχόταν από την I.U. (περίπου το 1/10), τα εγγεγραμμένα μέλη των Podemos αντιπροσώπευαν πάνω από το 15% της εκλογικής τους βάσης.[15] Το δεδομένο αυτό υποδηλώνει μια σαφώς ισχυρότερη σχέση εκπροσώπησης. Η σύγκριση με τον ΣΥΡΙΖΑ είναι καταλυτική, αν συνυπολογίσει μάλιστα κανείς και το γεγονός, ότι το νεοπαγές κόμμα της ισπανικής αριστεράς έχει να αντιμετωπίσει και ένα σαφώς ισχυρότερο –από το ΚΙΝΑΛ- ισπανικό Σοσιαλιστικό Κόμμα. Το τελευταίο ανέκαμψε με τις εκλογές του Απριλίου 2019, συγκεντρώνοντας ποσοστό 28,7%, έναντι 22,6% τον Ιούνιο του 2016 και 22% τον Ιούλιο του 2014.

6. Μετά τη διακυβέρνηση: Ο i-ΣΥΡΙΖΑ, ένα νέο «μαζικό» κόμμα;

Στην περίοδο των 4 ½ ετών, κατά την οποία ο ΣΥΡΙΖΑ άσκησε τη διακυβέρνηση της χώρας, η σύμφυση με το κράτος αποτέλεσε τον μοναδικό παράγοντα συνοχής του. Δεν επιδίωξε πολιτικά και δεν απέκτησε στοιχειώδη κομματική οργάνωση. Το αντίθετο, υποβάθμισε το ρόλο του κόμματος, διατηρώντας μόνον το «κέλυφος». Ουσιαστικά, όμως, δεν εδραίωσε ισχυρούς δεσμούς με το κοινωνικό μπλοκ των κυριαρχούμενων τάξεων. Και είναι γνωστό, ιστορικά, ότι χωρίς την ύπαρξη ισχυρής μορφής οργάνωσης, οποιαδήποτε σχέση εκπροσώπησης καθίσταται εξαιρετικά εύθραυστη και εκλογικά ευμετάβλητη.

Η κοινωνική απομάκρυνση από τον ΣΥΡΙΖΑ, που καταγράφηκε στις Ευρωεκλογές του 2019 είχε δηλαδή προϊστορία. Μετά το Δημοψήφισμα του 2015, αποδείχθηκε πόσο εύκολα μπορούν να χαλαρώσουν οι ανολοκλήρωτες σχέσεις εκπροσώπησης που, ως νεοπαγές κόμμα, διαμόρφωσε με το αντιμνημονιακό κοινωνικό μπλοκ, στην περίοδο της κρίσης. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία από το Πολιτικό Βαρόμετρο της Public Issue, η κομματική ταύτιση με τον ΣΥΡΙΖΑ, μετά την κατακόρυφη άνοδο του 2015, σημείωσε σημαντική κάμψη και επέστρεψε ήδη από το 2016, στα προ των εκλογών του 2012 επίπεδα (Διάγραμμα 6).

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 6

Στις βουλευτικές εκλογές της 7ης Ιουλίου 2019, που τις ακολούθησαν τις ευρωεκλογές, η εκλογική επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ ανέκαμψε και οι απώλειες σε ψήφους, μεταξύ των βουλευτικών 2015-2019, υπήρξαν σχετικά περιορισμένες.[16] Η εκλογική συγκράτηση, ωστόσο, δεν θα πρέπει να συσκοτίσει την πλευρά του προβλήματος που τίθεται εδώ. Το γεγονός της ύπαρξης αυξημένης εκλογικής μεταβλητότητας, που αποτελεί πλέον εγγενές χαρακτηριστικό της συμπεριφοράς του εκλογικού σώματος, δεν αναιρείται. Οι δεσμοί του ΣΥΡΙΖΑ με την εκλογική του βάση παρέμειναν ευάλωτοι και ο βαθμός κομματικής θεσμοποίησής του, μάλλον δεν πρέπει να θεωρείται υψηλός. Χαρακτηριστικότερη απόδειξη για αυτό το πρόβλημα αποτελεί η συντριπτική ήττα που υπέστη –όχι πλέον ως νέο, αναδυόμενο κόμμα, αλλά ως κόμμα της διακυβέρνησης- στις περιφερειακές και κυρίως τις τοπικές εκλογές. Σε σύνολο 332 Καλλικρατικών Δήμων, η κομματική του επιρροή περιορίσθηκε στην εκλογή λιγότερων από μια δεκάδα δημάρχων (2,5%).

Συνοψίζοντας, η απομάκρυνση του ΣΥΡΙΖΑ από τη διακυβέρνηση της χώρας και το κράτος, σηματοδότησε την απαρχή μιας νέας πολιτικής περιόδου. Για την πολιτική επιβίωση του ΣΥΡΙΖΑ στην αντιπολίτευση, η έλλειψη κομματικής οργάνωσης απέκτησε χαρακτήρα επείγοντος. Ο Αλέξης Τσίπρας συνειδητοποίησε «βίαια» αυτήν την επικίνδυνη πραγματικότητα που στις νέες συνθήκες συνιστά δομική αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ. Ανακαλύπτοντας, αίφνης, τις αρετές του «μαζικού» κόμματος, έθεσε την μαζικοποίηση, ως πρωταρχικό άξονα του μετεκλογικού εγχειρήματος της «διεύρυνσης-υπέρβασης-μετασχηματισμού» του ΣΥΡΙΖΑ σε «i-ΣΥΡΙΖΑ».

Πριν από τρεις δεκαετίες, η ιστορική νίκη του ΠΑΣΟΚ το 1981, οδήγησε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, τη ΝΔ στη συγκρότηση ενός συντηρητικού, μαζικού αστικού κόμματος, με αντιγραφή του ιστορικού οργανωτικού μοντέλου των κομμάτων της αριστεράς, ως απάντηση στην εκλογική της ήττα. Ωστόσο, η σημερινή εποχή και η σημερινή ελληνική κοινωνία είναι εντελώς διαφορετικές. Στις συνθήκες της μεταμνημονιακής – μεταδημοκρατικής Ελλάδας, δημιουργία «μαζικού, πολυσυλλεκτικού» κόμματος δεν φαίνεται να συνιστά ένα κοινωνικά ώριμο και πολιτικά ρεαλιστικό εγχείρημα. Αλλά ως πολιτική διαφημιστική εκστρατεία, για τη συγκρότηση ενός προσωποπαγούς εκλογικού μηχανισμού, μπορεί και να πετύχει.

———————–

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Αξίζει να αναφερθεί, για λόγους ιστορικής σύγκρισης, ότι ο γνωστός βρετανός μαρξιστής Perry Anderson εντόπισε το ανάλογο ιστορικό προηγούμενό της, στην υποστήριξη των πολεμικών πιστώσεων από την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1914 (Anderson 2015).

[2] Βλέπε αναλυτικά, Λάσκος και Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος (2016, 17-9 και μέρος 3).

[3] Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ευρήματα της ίδιας έρευνας και για τα υπόλοιπα κόμματα. Σχετικά με το ΚΙΝΑΛ αναφέρει: «Σε ιδιαίτερα συναινετική λογική φαίνεται να κινείται και το κόμμα της Φώφης Γεννηματά, αφού είτε ως Κίνημα Αλλαγής είτε ως Δημοκρατική Συμπαράταξη, έχει ψηφίσει 8 στα 10 νομοσχέδια που εισηγήθηκε η ΝΔ και πάνω από 6 στα 10 νομοσχέδια που κατέθεσε ο ΣΥΡΙΖΑ. Αντίστοιχη εικόνα και για το Ποτάμι που όσο ήταν κοινοβουλευτικό κόμμα ψήφισε 7,5 στα 10 νομοσχέδια που συζητήθηκαν στη Βουλή. (…)Αντίθετα τα χαμηλότερα ποσοστά υπερψήφισης νομοσχεδίων καταγράφονται στο ΚΚΕ. Η θετική του απόκριση σε κυβερνητικά νομοσχέδια επί ΣΥΡΙΖΑ κινείται περίπου στο 5% τη στιγμή που έχει τηρήσει κοινή στάση με τη Νέα Δημοκρατία σε 3 ψηφοφορίες από τις 30 συνολικά» (Vouliwatch 2019).

[4] Το αντικείμενο αυτού του άρθρου περιορίζεται στο ρόλο του ΣΥΡΙΖΑ, κατά την πρόσφατη μνημονιακή δεκαετία. Ωστόσο, θα πρέπει να επισημανθεί, ότι αντίστοιχοι μετασχηματισμοί των κομμάτων εξουσίας παρατηρήθηκαν στην Ελλάδα, από τη δεκαετία του ’90, με επίκεντρο όμως το ΠΑΣΟΚ.

[5] Για τη θεωρητική συζήτηση σχετικά με την έννοια του κόμματος-καρτέλ, βλέπε: Βiezen 2004, 2014a, 2014b· Βiezen and Kopecký 2007, 2017· Biezen, Mair & Poguntke 2012· Blyth-Katz 2005· Katz 2008· Katz and Mair 1995, 2002, 2009, 2018· Kopecký 1995· Mair 1994, 2009, 2013. Βλέπε επίσης, σχετικά με το θέμα, τις κριτικές παρατηρήσεις του Σεραφείμ Σεφεριάδη, στο Σεφεριάδης 2018.

[6] «Οι ελληνικές αρχές θα πρέπει (…) να θέσουν σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα, υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, για την ενίσχυση των δυνατοτήτων και την αποπολιτικοποίηση της Ελληνικής Διοίκησης» («3ο Μνημόνιο», Ν.4334/16 Ιουλίου 2015, ΦΕΚ Α’80).

[7] Για την άμβλυνση των κομματικών ταυτίσεων και ένα συνοπτικό ορισμό της έννοιας της κομματικής απευθυγράμμισης /αποστοίχισης (de-alignment), βλέπε Heywood 2006, 339.

[8] Την έννοια της θεσμοποίησης (institutionalization) των πολιτικών κομμάτων έχει επεξεργασθεί ο Kenneth Janda στο κλασσικό έργο του. Βλέπε σχετικά: Janda (1980,19-28)· Panebianco (1988, 49-68)· Επίσης, Διαμαντόπουλος 1993.

[9] Αναλυτικότερα, με βάση τις εμφανείς ιδιότητές τους, που είναι δημόσια καταγεγραμμένες, προκύπτει ότι στα μέλη της ΚΕ του κόμματος περιλαμβάνονταν: 33 Υπουργοί, Υφυπουργοί και Αναπληρωτές Υπουργοί, 6 Γενικοί Γραμματείς Υπουργείων, 8 Διευθυντές πολιτικών γραφείων Υπουργών και στελέχη του Γραφείου του Πρωθυπουργού, 5 Μέλη ΔΣ Δημοσίων Οργανισμών & Επιτροπών Δημοσίου, 5 Πρόεδροι & Αντιπρόε-δροι Δημοσίων Οργανισμών, 3 Διευθυντικά Στελέχη ΔΕΚΟ και 8 στελέχη Εταιριών του Δημοσίου, 9 Σύμ-βουλοι Υπουργών, 4 Διευθυντικά στελέχη της Αυτοδιοίκησης, 22 Βουλευτές και 1 Ευρωβουλευτής. Ας σημειωθεί ακόμη, ότι 23 κυβερνητικά στελέχη διέθεταν επίσης την βουλευτική ιδιότητα.

[10] Συνολικά, ο αριθμός των βουλευτών (2015) και των  ευρωβουλευτών (2014) ανέρχεται σε 46 – Διάγραμμα 4).

[11] Βλέπε σχετικά: Γιάννης Μαυρής, «Κοινοβουλευτική Ομάδα και Κεντρική Επιτροπή του ΠΑΣΟΚ: πορεία αυτονόμησης ή αναζήτηση νέας ισορροπίας;» Καθημερινή της Κυριακής, 7 Ιανουαρίου, 1996. Διαθέσιμο διαδικτυακά, στην ιστοσελίδα: http://www.mavris.gr/230/3250-pasokdualism/ .

[12] Συνολικά, στην περίοδο 2015-2019, από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ ψηφίστηκαν 854 τροπολογίες, που αναλογούν σε 12, ανά ψηφισθέν νομοσχέδιο.

[13] Εισήγηση του υπεύθυνου οργανωτικού του κόμματος, Πέτρου Καραγιώργου, στην Κεντρική Επιτροπή, 20 Δεκεμβρίου 2015.

[14] Portal de Participación de Podemos, https://participa.podemos.info/es

[15] Τα στοιχεία φυσικά έχουν ενδεικτική αξία, διότι η σχέση των «ηλεκτρονικών μελών» με το κόμμα, κάθε άλλο παρά αυτονόητη είναι.

[16] Κατ’ απόλυτο μέγεθος υπολογίζονται σε 145.000 αλλά, στην πραγματικότητα, προκύπτουν ως αποτέλεσ-μα πολλαπλών μετατοπίσεων, προς διάφορες κατευθύνσεις (εκροές και εισροές).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Διαμαντόπουλος, Θανάσης. 1993. Το Κομματικό Φαινόμενο: Μορφές, συστήματα, οικογένειες κομμάτων. Αθήνα: Παπαζήσης.

Λάσκος, Χρήστος και Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος, επιμ. 2016. Το ΟΧΙ που έγινε ΝΑΙ. Αθήνα: ΚΨΜ.

Μαυρής, Γιάννης. 2016. «Άνοδος και Πτώση. Η εκλογική επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ πριν και μετά το Δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015,» Τετράδια 66-67 (Φθινόπωρο-Χειμώνας, 2016-2017), 93-104.

Μαυρής, Γιάννης. 2019. «Το Κομματικό Σύστημα στη μεταμνημονιακή εποχή. Κόμματα ερήμην της κοινωνίας;» Ομιλία στα πλαίσια του 1ου Συνεδρίου Μεταπτυχιακών Φοιτητών και Υποψηφίων Διδακτόρων Πολιτικής Επιστήμης, με θέμα: «Όψεις της κρίσης: πολιτική, ιδεολογία, κοινωνία», Θεσσαλονίκη, 17 Μαρτίου.

Μελάς, Κώστας. 2019. «Ποιος είναι μεγαλύτερος φορομπήχτης; ΝΔ ή ΣΥΡΙΖΑ; – Τα στοιχεία δίνουν την απάντηση.» slpress.gr, 25 Δεκεμβρίου, 2019. https://slpress.gr/oikonomia/poios-einai-megalyteros-forompichtis-nd-i-syriza-ta-stoicheia-dinoyn-tin-apantisi/

Σεφεριάδης, Σεραφείμ Ι. 2018. «Κόμματα και Κινήματα χωρίς πολιτική; Το μοντέλο του «κόμματος καρτέλ» υπό το φως της εμπειρίας ΣΥΡΙΖΑ.» Στο Όψεις της ελληνικής κρίσης. Συγκρουσιακός κύκλος διαμαρτυρίας και θεσμικές εκβάσεις, επιμ. Νίκος Σερντεδάκις και Σταύρος Τομπάζος. Αθήνα: Gutenberg – Γιώργος & Κώστας Δαρδανός, 178-221.

Vouliwatch. 2019. «Τελικά, μήπως δεν διαφωνούν και τόσο πολύ στη Βουλή;» vouliwatch.gr, 30 Δεκεμβρίου, 2019. https://vouliwatch.gr/news/article/telika-mipos-den-diafonoyn-kai-toso-poly-sti-voyli

Anderson, Perry. 2015. “The Greek Debacle. On the crisis in Greece and Syriza’s failure to resist the eurozone.” Jacobin magazine (23.7.2015). https://www.jacobinmag.com/2015/07/tspiras-syriza-euro-perry-anderson/

Biezen, Ingrid van. 2004. “Political Parties as Public Utilities.” Party Politics 10 (6): 701–22.

Biezen, Ingrid van. 2014. “The End of Party Democracy as We Know It? A Tribute to Peter Mair.” Irish Political Studies 29 (2): 177-93.

Biezen, Ingrid van and Petr Kopecký. 2007. “The State and the Parties: Public Funding, Public Regulation and Rent-Seeking in Contemporary Democracies.” Party Politics 13 (2): 235–54.

Biezen, Ingrid van and Petr Kopecký. 2017. “The Paradox of Party Funding: The Limited Impact of State Subsidies on Party Membership,” in Organizing Political Parties: Representation, Participation, and Power,  eds. Susan Scarrow, Paul Webb, and Thomas Poguntke. Oxford: Oxford University Press.

Biezen, Ingrid van and Karl-Heinz Nassmacher. 2001. “Political Finance in Southern Europe: Italy, Portugal, and Spain,” in Foundations for Democracy: Approaches to Comparative Political Finance, ed. Karl-Heinz Nassmacher. Baden-Baden: Nomos, 131–54.

Biezen, Ingrid van, Peter Mair, and Thomas Poguntke. 2012. “Going, Going . . .Gone? The Decline of Party Membership in Contemporary Europe.” European Journal of Political Research 51 (1): 24–56.

Blyth, Mark, and Richard S. Katz. 2005. “From Catch-All Politics to Cartelisation : The Political Economy of the Cartel Party.” West European Politics 28 (January): 33–60.

Janda, Kenneth. 1980. Political Parties: A Cross-National Survey. New York: The Free Press. Διαθέσιμο διαδικτυακά στον ιστότοπο: http://www.janda.org

Heywood, Andrew. [1997] 2006. Εισαγωγή στην Πολιτική. 2η έκδοση. Αθήνα: Πόλις.

Katz, Richard S. 2008. “Political Parties.” In Comparative Politics, ed. Danielle Caramani. Oxford: Oxford University Press, 293-347.

Katz, Richard S., and William Crotty eds. 2006. Handbook of Party Politics. Los Angeles-London-New Delhi: Sage.

Katz, Richard S., and Peter Mair. 1995. “Changing Models of Party Organization and Party Democracy: The Emergence of the Cartel Party.” Party Politics 1: 5–28.

Katz, Richard S., and Peter Mair. 1996. “Cadre, Catch-All or Cartel? A Rejoinder.” Party Politics 2 (4): 525–34.

Katz, Richard S., and Peter Mair. 2002. “The Ascendancy of the Party in Public Office: Party Organizational Change in Twentieth-Century Democracies,” in Political Parties: Old Concepts and New Challenges, eds. Richard Gunther, José Ramón Montero, and Juan J. Linz. Oxford: Oxford University Press, 113–35.

Katz, Richard S., and Peter Mair. 2009. “The Cartel Party Thesis Revisited.” Perspectives on Politics 7 (4): 753–66.

Katz, Richard S., and Peter Mair. 2018. Democracy and the Cartelization of Political Parties. Oxford: ECPR-Oxford University Press.

Kopecký, Petr. 1995. “Developing Party Organizations in East-Central Europe: What Type of Party Is Likely to Emerge?” Party Politics 1 (4): 515–34.

Kopecký, Petr, and Peter Mair. 2012. “Party Patronage as an Organizational Resource,” in Party Patronage and Party Government in European Democracies, eds. Petr Kopecký, Peter Mair, and Maria Spirova.  Oxford: Oxford University Press, 2–38.

Mair, Peter. 1994. “Party Organizations: From Civil Society to the State.” In How Parties Organize: Change and Adaptation in Party Organizations in Western Democracies, eds. Richard S. Katz, and Peter Mair. London: Sage, 1–22.

Mair, Peter. 2009. “Representative versus responsible government.” Max-PlanckInstitut für Gesellschaftsforschung working paper 09/8.

Mair, Peter. 2013. Ruling the Void: The Hollowing of Western Democracy. London: Verso.

Panebianco, Angelo. [1982] 1988. Political Parties: Organization & Power. Cambridge: Cambridge University Press.

 

*Το παρόν άρθρο δημοσιεύεται στο συλλογικό τόμο: Χρήστος Λάσκος και Δημοσθένης Παπαδάτος Αναγνωστόπουλος, επιμ. 2015-2019, Ο ΣΥΡΙΖΑ στην Κυβέρνηση, Η Αριστερά; (Αθήνα: Τόπος, 2020), 369-87.