Παπανδρέου και Σημίτης: Έχει δυναμική η αλλαγή ηγεσίας στο ΠΑΣΟΚ;

Εκτύπωση | Email | Διάδοση |

Ανάλυση του

ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΥΡΗ

Η αλλαγή ηγεσίας που συντελέσθηκε κατά τη δεκαετία του ’90 στο ΠΑΣΟΚ (1996) και στη ΝΔ (1997) αποτέλεσε διαδικασία ωρίμανσης και σταθεροποίησης των κομματικών μηχανισμών και του ελληνικού δικομματικού συστήματος. Αυτή η διπλή ιστορική εμπειρία, που διαφέρει βεβαίως από τη σημερινή περίπτωση, αποδεικνύει ότι η συντεταγμένη και κοινωνικά αιτιολογημένη αλλαγή ηγεσίας ενός κόμματος διακυβέρνησης δημιουργεί -κατά κανόνα- πολιτική δυναμική . Ωστόσο, το εύρος αυτής της δυναμικής, ή η μορφή που λαμβάνει δεν είναι -αυτονόητα- ποτέ η ίδια. Επιπλέον, η διαδοχή, ως πολιτικό γεγονός, δημιουργεί δυναμική, ανεξάρτητα από την επίδραση που μπορεί να έχει, ή να μην έχει το «πρόσωπο» (η προσωπικότητα) του πολιτικού αρχηγού. Η διαδοχή της δεκαετίας του ’90 άσκησε, άμεσα, ή έμμεσα, ευεργετική επίδραση στην εικόνα των δύο κομμάτων διακυβέρνησης. Αυτό συνέβη εντονότερα στην περίπτωση του ΠΑΣΟΚ (αρκετά νωρίτερα από τις εκλογές), αλλά και στην περίπτωση της ΝΔ (ύστερα από την εκλογική ήττα). Η αντικατάσταση αποδυναμωμένων πολιτικών αρχηγών, όπως ήταν ο ασθενής Α.Παπανδρέου, το Δεκέμβριο του 1995, ή ο Μ.Έβερτ το Μάρτιο του 1997, αποδείχθηκε κομβική πολιτική μεταβολή. Ενίσχυσε σημαντικά την εικόνα του πολιτικού αρχηγού των κομμάτων (Σημίτης +53%, Καραμανλής +37%) και -το σπουδαιότερο- επηρέασε θετικά την πρόθεση ψήφου σε αυτά, προσθέτωντας, στην περίπτωση του ΠΑΣΟΚ πέντε (5), και στην περίπτωση της ΝΔ έξι (6) εκατοστιαίες μονάδες (πίνακας 1). Όσο μεγαλύτερη είναι η διαφορά εικόνας προκατόχου/διαδόχου τόσο μεγαλύτερη δυναμική δημιουργείται από τη διαδοχή, λόγω των αυξημένων προσδοκιών που παράγει. Αυτό ίσχυσε και το 1996 και το 1997, καθότι οι προκάτοχοι των Κ.Σημίτη και Κ.Καραμανλή είχαν βρεθεί σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα αξιολόγησης από την κοινή γνώμη. Σήμερα, για μια σειρά λόγους, το σημείο εκκίνησης του Γ.Παπανδρέου διαφέρει από τα αντίστοιχα του 1996 και 1997. Μέχρι στιγμής τουλάχιστον, από τη σύγκριση Σημίτη-Παπανδρέου, δεν έχουν προκύψει προσδοκίες, αντίστοιχης τάξης με εκείνες του 1996, ή του 1997 (πίνακας 2). Αυτό συμβαίνει ενδεχομένως, διότι η δυσαρέσκεια από το ΠΑΣΟΚ και η πολιτική μεταστροφή υπέρ της ΝΔ δεν οφείλεται, πρωτίστως, στην εικόνα της ηγεσίας του. Η εικόνα του Κ.Σημίτη δεν έχει υποστεί τη εκτεταμένη φθορά του προκατόχου του, Α.Παπανδρέου, ή την αντίστοιχη του Μ.Έβερτ, στην περίπτωση της ΝΔ. Παρά τη σχετική αποδυνάμωση που έχει υποστεί την τελευταία τριετία, παραμένει σχετικά ισχυρή και με βάση τις δημοσκοπήσεις, ο Κ.Σημίτης τουλάχιστον ισοδύναμος (ακριβέστερα κατά τι ισχυρότερος) από τον ανθυποψήφιό του, Κ.Καραμανλή. Αυτό άλλωστε αποτέλεσε μέχρι σήμερα και το βασικό επιχείρημα του κυβερνητικού επιτελείου και θεωρήθηκε (εσφαλμένα) το ισχυρότερο, ή ακόμη και αφ’ εαυτό επαρκές πλεονέκτημα για μια νέα εκλογική νίκη.

Οι προσδιοριστικοί παράγοντες της ψήφου των πολιτών

Σύμφωνα με τα προηγούμενα είναι αρκετά πιθανό η ανανέωση της ηγεσίας ενός κόμματος να επηρεάσει θετικά την πρόθεση ψήφου σε αυτό. Δεν είναι, όμως, καθόλου βέβαιο, ότι συνιστά από μόνη της ικανή συνθήκη να μεταβάλλει αποφασιστικά έναν εξαιρετικά δυσμενή εκλογικό και πολιτικό συσχετισμό δυνάμεων, όπως είναι ο σημερινός για το ΠΑΣΟΚ. Είναι γνωστό, ότι η ψήφος των πολιτών στις εκλογές καθορίζεται από μια σειρά προσδιοριστικών παραγόντων. Όπως, μάλιστα, δείχνει και η σύγχρονη εκλογική έρευνα, λόγω της ρευστότητας της ψήφου που ενισχύεται, ο αριθμός των παραγόντων που διαμορφώνουν ένα εκλογικό αποτέλεσμα τείνει διαχρονικά να αυξάνεται. Η εικόνα του αρχηγού και της ηγεσίας του κόμματος κατέχει μεν σημαντική θέση, μεταξύ αυτών, δεν συνιστά όμως ούτε τον αποκλειστικό, ούτε και τον κύριο. Οι ιστορικές κομματικές ταυτίσεις, η γενικότερη εικόνα του κόμματος, οι κοινωνικές ανησυχίες και προτεραιότητες (τα προβλήματα), η αξιολόγηση της διακυβέρνησης και των ασκούμενων πολιτικών, τα ΜΜΕ, η προεκλογική εκστρατεία (επίδραση υπέρ του προπορευομένου, ή του υστερούντος στην εκλογική κούρσα – «bandwagon» και «underdog effect» αντιστοίχως), η συγκυρία, βραχυπρόθεσμα γεγονότα, ή ακόμη και τυχαία περιστατικά, αποτελούν επίσης, περισσότερο ή λιγότερο σημαντικούς, παράγοντες διαμόρφωσης των πολιτικών επιλογών και των κομματικών προτιμήσεων των ψηφοφόρων. Οι παράγοντες αυτοί είναι μεν γνωστοί θεωρητικά, αλλά η συγκεκριμένη ιεράρχησή τους στην ελληνική πολιτική και η μεταξύ τους συσχέτιση δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς.

Τι είναι περισσότερο πιθανό να επηρεάσει η διαδοχή

Ποιούς από αυτούς τους παράγοντες επηρεάζει, ή ενδέχεται να επηρεάσει η διαδοχή; Πρώτον, στην εποχή της προσωποποιημένης πολιτικής, επηρεάζει άμεσα την εικόνα της ηγεσίας (leadership). Η αλλαγή του προσώπου του πολιτικού αρχηγού ενδέχεται να ενισχύσει την εικόνα της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ, καθότι ο Γ.Παπανδρέου, σε σύγκριση με τον Κ.Σημίτη, καταγράφει στην αφετηρία (Δεκέμβριος 2003) καλύτερη δημόσια εικόνα (δημοτικότητα), αλλά και ελαφρώς ισχυρότερη πρωθυπουργική ικανότητα, έναντι του Κ.Καραμανλή (πίνακας 2). Ακόμη, 4 στους 10 πολίτες (44% στους ψηφοφόρους ΠΑΣΟΚ και 48% της ΝΔ) θεωρούσαν -πριν την επίσημη ανακοίνωση- ότι ως Πρωθυπουργός θα ήταν καλύτερος από τον Κ.Σημίτη (πίνακας 3). Οι παρατηρούμενες διαφορές είναι μεν υπαρκτές, όχι όμως -μέχρι στιγμής- ιδιαίτερα θεαματικές, ή εκείνες που ενδεχομένως προσδοκούν οι επιθυμούντες και επιδιώκοντες τη μεταβολή. Έχουν ωστόσο ιδιαίτερη σημασία. Είναι γνωστό, ότι στη σημερινή εποχή, η κομματική ηγεσία αποκτά όλο και μεγαλύτερη βαρύτητα, σε βάρος της μαζικής οργάνωσης και της βάσης των κομμάτων. Η επιρροή που ασκεί στους ψηφοφόρους ο αρχηγός του κόμματος, είτε άμεση, μέσω της προσωπικότητάς του, του χαρακτήρα του και του στυλ του, είτε έμμεση, επηρεάζοντας την ιδεολογία και την πολιτική του κόμματος που ηγείται (και της κυβέρνησής του, όταν βρίσκεται στην εξουσία) βαίνει αυξανόμενη. Για τούτο και ο ρόλος του στις εκλογές είναι ενισχυμένος. Ο πολιτικός αρχηγός έχει αναγορευθεί σε κεντρική φιγούρα της προεκλογικής εκστρατείας και γνωρίζει τεράστια κάλυψη από τα ΜΜΕ.

Δεύτερον, η διαδοχή επηρεάζει, επίσης, ενισχύοντας πολλαπλώς την πλέον σημαντική μεταβλητή της εκλογικής συμπεριφοράς, την κομματική ταύτιση (party identification). Αναλυτικότερα, 1) Περιορίζει την ηττοπάθεια που κυριαρχούσε μέχρι σήμερα συντριπτικά μεταξύ των στελεχών του κόμματος, επίδραση που έχει γίνει ήδη ορατή. 2) Ενδέχεται να βελτιώσει, ως ένα βαθμό, την εξαιρετικά αδύναμη εικόνα του κόμματος (εικόνα κρίσης, κουρασμένης ηγεσίας, εξάρτησης από οικονομικά συμφέροντα, κλπ). 3) Κυρίως, όμως, μπορεί να ενισχύσει/ενεργοποιήσει περαιτέρω την κομματική και παραταξιακή ταύτιση, μέσω της ιστορικής συμβολικής βαρύτητας που ασκεί το όνομα Παπανδρέου, αυξάνοντας έτσι την ιδιαίτερα χαμηλή συσπείρωσή του. Όπως αποδεικνύεται από τη σύγκριση Σημίτη-Παπανδρέου στην πρωθυπουργική ικανότητα (απέναντι στον Κ.Καραμανλή), ο Γ.Παπανδρέου μπορεί επικοινωνιακά να απευθυνθεί εξίσου αποτελεσματικά με τον Κ.Σημίτη στο εκλογικό ακροατήριο του κόμματος (πίνακας 4.1, 4.2), και καλύτερα από τον Κ.Σημίτη σε ορισμένες κοινωνικές κατηγορίες, όπως οι νεότερες ηλικιακές ομάδες (κάτω των 45 ετών), οι λιγότερο πολιτικοποιημένοι ψηφοφόροι, οι μισθωτοί και τα λαϊκά στρώματα (ιστορικά προνομιακές για το ΠΑΣΟΚ κοινωνικές κατηγορίες), ενώ διαθέτει και μεγαλύτερη διεισδυτικότητα στην Αριστερά, κυρίως μεταξύ των ψηφοφόρων του ΣΥΝ (πίνακας 4.1, 4.2).

Το εύρος της δυναμικής

Οι προηγούμενες παρατηρήσεις σχετικά με την επίδραση της διαδοχής δεν έχουν απαντήσει, ωστόσο, το ερώτημα τι συμβαίνει με τους υπόλοιπους προσδιοριστικούς παράγοντες που έχουν αναφερθεί και οι οποίοι, επίσης, καθορίζουν την ψήφο των πολιτών. Θα επηρεασθούν και σε ποιό βαθμό; Τα ερωτήματα που τίθενται είναι πολλά και παραμένουν σήμερα ανοικτά. Πχ. μπορεί η αλλαγή ηγεσίας να εξισορροπήσει, ή να εξαλείψει την κοινωνική δυσαρέσκεια από τη διακυβέρνηση, ή την οικονομική ανασφάλεια που συσσωρεύθηκε κατά την τελευταία τετραετία; Μπορεί να ικανοποιήσει, ή να ανατρέψει την ατζέντα των κοινωνικών προτεραιοτήτων; Είναι δυνατόν να αντισταθμισθούν τα προηγούμενα μόνον από μια ενισχυμένη υποστήριξη των ΜΜΕ; Ακόμη, ποιά θα είναι η δυναμική της προεκλογικής εκστρατείας των κομμάτων, που μπορεί να αναπτυχθεί, ύστερα από τον επανασχεδιασμό της, που καθίσταται σήμερα αναγκαίος και για τις δύο πλευρές; Από το συνυπολογισμό και αυτών των παραμέτρων θα κριθούν επομένως, το εύρος και τα όρια της δυναμικής της διαδοχής.

Η μεγάλη διαφορά από το 1996

Το 1996 ο κ.Σημίτης είχε να αντιμετωπίσει μια ισχυρή εσωκομματική αντιπολίτευση, ενώ σήμερα αυτή η παράμετρος δεν υφίσταται, καθότι ο Γ.Παπανδρέου καταγράφεται ως η μοναδική και αδιαμφισβήτη εναλλακτική λύση. Αυτό συνιστά και ένα βασικό πλεονέκτημα της σημερινής διαδοχής, σε σύγκριση με την προηγούμενη του 1996. Ωστόσο, η ουσιώδεστερη διαφορά μεταξύ 2004 και 1996 έγκειται αλλού και είναι αυτή που καθιστά το εγχείρημα της σημερινής διαδοχής σημαντικά δυσχερέστερο από εκείνο του 1996. Από τον Ιανουάριο του 1996, που ανέλαβε την ηγεσία του κόμματος, μέχρι το Σεπτέμβριο που πραγματοποιήθηκαν οι εκλογές, ο κ.Σημίτης ευρίσκετο σε θέση ισχύος διότι: α) ασκούσε τη διακυβέρνηση, β) η αντιπολίτευση ήταν βυθισμένη σε βαθειά και πολυεπίπεδη κρίση (ηγεσίας, στρατηγικής, εκλογικής διάσπασης), γ) το ΠΑΣΟΚ διατηρούσε σε σημαντικό βαθμό την κοινωνική και πολιτική του ηγεμονία και δ) διέθετε χρονικό διάστημα 9 μηνών για να εδραιώσει τη θέση του στον κομματικό μηχανισμό, να διατυπώσει το νέο πολιτικό και στρατηγικό του σχέδιο (ευρωπαϊκή προοπτική/εκσυγχρονισμός), να αποσαφηνίσει τη φυσιογνωμία του και να θέσει την προσωπική του σφραγίδα στη λειτουργία της κυβέρνησης. Σήμερα, ο Γ.Παπανδρέου θα πρέπει να συμπυκνώσει το εγχείρημα της οικοδόμησης αρχηγικού και δυνάμει πρωθυπουργικού προφίλ σε πολύ μικρότερο χρονικό διάστημα και, κυρίως, εκτός των δυνατοτήτων που προσφέρει η άσκηση της διακυβέρνησης. Επιπλέον, να περιορισθεί αναγκαστικά στο επικοινωνικό πεδίο, μιας μάλλον συντομευμένης προεκλογικής εκστρατείας, με βασικό στόχο την επιβολή και τον έλεγχο της ατζέντας, μέσω ενός αυστηρού χρονοδιαγράμματος διαδικασιών. Είναι προφανές, ότι η επιτυχία, ή αποτυχία ενός παρόμοιου εγχειρήματος (εξασφάλιση της νέας εκλογικής νίκης), υπό τους περιορισμούς που τίθενται, προσφέρεται για την εξαγωγή εξαιρετικά κρίσιμων πολιτικών και θεωρητικών συμπερασμάτων, σχετικά με τις προοπτικές του κομματικού μας συστήματος. Θα αποτελέσει τεκμήριο για το εύρος του (ιδεολογικού) μετασχηματισμού που έχει υποστεί και στην ελληνική πραγματικότητα η ιστορικά γνώριμη μορφή της πολιτικής και τα κριτήρια της ψήφου. Θα είναι ακόμη αποκαλυπτική και για τα όρια της πραγματικής επιρροής της πολιτικής επικοινωνίας και των ΜΜΕ.

Οι πίνακες του άρθρου:

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ (11/01/2004) με τίτλο: “Έχει δυναμική η αλλαγή ηγεσίας στο ΠΑΣΟΚ;”