Μεταβολές στην ευρω-εκλογική επιρροή των πολιτικών κομμάτων

Στη σκιά του «Μπαλτάκος-γκέιτ»

Εκτύπωση | Email | Διάδοση |

Ανάλυση

του ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΥΡΗ

Με βάση τη μέτρηση Απριλίου της Public Issue, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει αποκτήσει προβάδισμα, έναντι της ΝΔ, στην πρόθεση ψήφου των ευρωεκλογών. Σε σύγκριση με τον προηγούμενο μήνα, άνοδο σημειώνουν και τα δύο αντίπαλα κόμματα. Ωστόσο, θα πρέπει να επισημανθεί, ότι η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ είναι μεγαλύτερη από την αντίστοιχη της ΝΔ (Διάγραμμα 1). Από την άλλη πλευρά, η διαφορά  μεταξύ α/β κόμματος (η λεγόμενη «ψαλίδα») όχι μόνον δεν θα πρέπει να θεωρείται παγιωμένη, αλλά δεν είναι και προβλέψιμη διότι εξαρτάται, σε καθοριστικό βαθμό, από την αποχή· πρωτίστως των ετεροδημοτών, που αποτελούν μια σημαντικότατη από ποσοτική άποψη κατηγορία του εκλογικού σώματος, αλλά και των νεότερων ηλικιακών ομάδων, η συμμετοχή των οποίων στις εκλογές, για αρκετούς λόγους, είναι ιδιαίτερα αβέβαιη. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός, ότι το ΠΑΣΟΚ-Ελιά σημειώνει τη μεγαλύτερη μηνιαία αύξηση και διεκδικεί πλέον την 3η θέση στη σειρά κατάταξης των κομμάτων (Διάγραμμα 1). Θα πρέπει να σημειωθεί, σε αυτό το σημείο, ότι οι περισσότεροι ερωτώμενοι στην πρόθεση ψήφου εξακολουθούν σήμερα να δηλώνουν αυθόρμητα ότι θα ψηφίσουν «ΠΑΣΟΚ» (3,5% της αδιευκρίνιστης ψήφου) και μόνον 2% αναφέρουν ως κομματική προτίμηση την «Ελιά».

Μόλις πέντε εβδομάδες απομένουν από τον α’ γύρο των δημοτικών/περιφερειακών εκλογών και έξι από τις προσεχείς ευρωεκλογές, το κλίμα της αναμέτρησης παραμένει υποτονικό, ενώ το ενδιαφέρον για τις εκλογές, ιδίως για τις δεύτερες, παραμένει ιδιαίτερα χαμηλό και, κυρίως, αμετάβλητο σε σύγκριση με τον προηγούμενο μήνα. Δεν είναι, επομένως, άσχετο το γεγονός ότι από την προηγούμενη μέτρηση του Μαρτίου, η μείωση της αδιευκρίνιστης ψήφου, που παρατηρείται, είναι πολύ μικρή, μόλις 3,5% (36,5%, από 41% προηγουμένως). Η «όξυνση» της κομματικής αντιπαράθεσης, που συνήθως παρατηρείτο ιστορικά στις εκάστοτε εκλογές, επέφερε την «ανάκληση» -έστω περιορισμένη- των κομματικών ταυτίσεων. Όλα δείχνουν ότι κάτι παρόμοιο δεν ισχύει πλέον.

Οι δείκτες του γενικού πολιτικού και οικονομικού κλίματος, που αποτυπώνουν πάντοτε τις υποκειμενικές παραστάσεις της κοινής γνώμης για την πραγματικότητα, καταγράφουν τον Απρίλιο σχετική βελτίωση ή έστω σχετική μη-περαιτέρω επιδείνωση. Αυτή η μεταβολή του κλίματος, οφείλεται, ενδεχομένως, στο γεγονός ότι η λήψη επώδυνων μέτρων έχει ανασταλεί μέχρι τις εκλογές. Μπορεί να είναι απλώς αποτέλεσμα της  κυβερνητικής προπαγάνδας των «θετικών ειδήσεων» και της διανομής εκλογικών επιδομάτων ή αποτέλεσμα της κόπωσης του εκλογικού σώματος, που θέλει να ελπίζει «σε καλύτερες μέρες»· είτε ακόμη να οφείλεται στις ιδεολογική αδυναμία των εναλλακτικών λύσεων. Ανεξάρτητα από την ερμηνεία που μπορεί να δοθεί σε αυτήν τη μεταβολή, είναι προφανές ότι, ως διεργασία, δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί, διότι προφανώς επηρεάζει το πλαίσιο της επερχόμενης αναμέτρησης. Σε ποια κατεύθυνση όμως θα επηρεάσει δεν είναι αυτονόητο. Είναι αρκετά πιθανό, μια παρόμοια εξέλιξη –εάν συνεχιστεί- να αποτρέψει την εκλογική «συντριβή» της συγκυβέρνησης. Σε αυτήν την κατεύθυνση λειτουργεί και το γεγονός, ότι το (γηραιότερο) και περισσότερο παραδοσιακό εκλογικό σώμα που την υποστηρίζει, είναι λιγότερο ευεπίφορο στην αποχή. Ενδέχεται, ωστόσο, μια κατάσταση «συγκρατημένης αισιοδοξίας» να λειτουργήσει εις βάρος του «φόβου» και με αυτόν τον τρόπο να «αποδεσμεύσει» εκλογικά τα ευρύτατα στρώματα των δυσαρεστημένων ψηφοφόρων που πλήττονται από τις πολιτικές του μνημονίου. Σε αυτήν την περίπτωση και λόγω της ισχυρής κοινοβουλευτικής ιδεολογίας που επιβιώνει στο ελληνικό εκλογικό σώμα, η κοινωνική δυσαρέσκεια θα λάβει τη μορφή της εκλογικής αποδοκιμασίας της κυβέρνησης.  Από την άλλη πλευρά, μια κλιμάκωση της στρατηγικής της έντασης, για τη συντήρηση του «φόβου», πχ. με πύκνωση των φαινομένων «τυφλής τρομοκρατίας», είναι προφανές ότι θα λειτουργήσει στην αντίρροπη κατεύθυνση.

Η επίδραση του επεισοδίου Μπαλτάκου

 Οι αποκαλύψεις που ήρθαν στο φως σχετικά με τον ρόλο του Γ.Γ. της Κυβέρνησης Τάκη Μπαλτάκου και την υφιστάμενη όσμωση της άκρας Δεξιάς με τις «κορυφές» του κρατικού μηχανισμού αποτέλεσαν το σημαντικότερο «επεισόδιο» της πρόσφατης περιόδου. Η ιστορική διερεύνηση της επίδρασης που ασκούν παρόμοια επεισόδια και πολιτικά γεγονότα, που τυχαίνει να συμβαίνουν κατά την προεκλογική περίοδο, δείχνει ότι τις περισσότερες φορές η διάρκεια της επίδρασης (μετρώμενη σε ημέρες ή εβδομάδες) δεν είναι μεγάλη και είναι δυνατόν σύντομα να εξανεμισθεί.

Η επίδραση της υπόθεσης Μπαλτάκου στο πολιτικό κλίμα και στην εκλογική συμπεριφορά  εντοπίζεται στα εξής: α) η Χρυσή Αυγή δεν φαίνεται να ευνοήθηκε, στο επίπεδο της εκλογικής επιρροής της από τις αποκαλύψεις, αντιθέτως η μηνιαία εκλογική της επιρροή μειώθηκε προς όφελος της ΝΔ, αλλά και του ΛΑΟΣ που έχει επανεμφανισθεί (Διάγραμμα 1). Η υποχώρηση της ΧΑ έχει ως αποτέλεσμα να απολέσει πλέον και την 3η θέση στη σειρά κατάταξης των κομμάτων. Επομένως, είναι πιθανότερο ότι μάλλον προκάλεσε την αντισυσπείρωση στο στρατόπεδο της Δεξιάς. Ένα τμήμα του συντηρητικού εκλογικού ακροατήριου, όχι μόνο της Νέας Δημοκρατίας, αλλά ακόμη και του εθνικιστικού χώρου, πέραν της ΧΑ, το οποίο κατά το τελευταίο διάστημα βρίσκεται επίσης σε κινητικότητα, δείχνει να αποδοκιμάζει την ενέργεια Κασιδιάρη, όχι για πολιτικούς λόγους, αλλά με όρους ηθικής και ιδεολογικής αλληλεγγύης. Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά ο Τ.Μπαλτάκος: «ο Κασιδιάρης δεν φέρθηκε Μανιάτικα». β) Μπορεί να φαίνεται παράδοξο, αλλά είναι πιθανό το επεισόδιο Μπαλτάκου να επηρέασε, συγκυριακά, περισσότερο την περιρρέουσα ατμόσφαιρα στο χώρο της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς. Η πολιτική και ιδεολογική «ενόχληση» από τις αποκαλύψεις, φαίνεται ότι ώθησε ένα τμήμα εν γένει δημοκρατικών και προοδευτικών ψηφοφόρων, το οποίο μέχρι σήμερα παρέμενε στο χώρο των αναποφάσιστων, να εκφραστεί υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ, της ΔΗΜΑΡ (οι καταγγελίες της οποίας επιβεβαιώθηκαν), αλλά και του ΠΑΣΟΚ ή της Ελιάς.

Η ψήφος στο «ΠΟΤΑΜΙ»

Η δεύτερη μηνιαία μέτρηση του νεοπαγούς σχήματος δείχνει σημαντική κάμψη (-2%), στην πρόθεση ψήφου των ευρωεκλογών (Διάγραμμα 1). Και στην παρούσα μέτρηση επιβεβαιώνεται η διαπίστωση, ότι το Ποτάμι εξακολουθεί να απευθύνεται, προνομιακά, στο εκλογικό ακροατήριο που απέκτησαν το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜΑΡ στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές του 2012. Από αυτούς τους κομματικούς χώρους προέρχεται σχεδόν 1 στους 2 δυνητικούς ψηφοφόρους του. Ταυτόχρονα, εξακολουθεί να διατηρεί το ρόλο του «πρόχειρου αναχώματος» απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ. Παρεμβαλλόμενο στο «Κέντρο» αποτρέπει διαρροές προς την αριστερά. Αυτός ο χαρακτήρας του «κόμματος-ανάχωμα», εκτιμήθηκε, αρχικά από μερίδα του Τύπου, ότι αποβαίνει αποκλειστικά ή πρωτίστως εις βάρος του ΣΥΡΙΖΑ, κάτι όμως που δεν ίσχυσε, διότι και η ΝΔ κατέγραψε απώλειες από την εμφάνισή του. Σήμερα μάλιστα οι απώλειες ψηφοφόρων της (Β2012) είναι πολύ μεγαλύτερες από τις αντίστοιχες του ΣΥΡΙΖΑ (σχεδόν 1 στους 4 δυνητικούς ψηφοφόρους του κ.Θεοδωράκη έχει ψηφίσει ΝΔ τον Ιούνιο του 2012).

Η πρωτόγνωρη ρευστότητα που επικρατεί στις διαθέσεις του εκλογικού σώματος, δεν επιτρέπει την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων, σχετικά με τη δυναμική του συγκεκριμένου σχήματος. Ασφαλής πρόβλεψη, προφανώς, δεν μπορεί να υπάρξει. Ορισμένοι αναλυτές συγκρίνουν το νεοπαγές σχήμα με το προηγούμενο των Οικολόγων-Πράσινων στις Ε2009. Υπενθυμίζεται, ότι στην αδιευκρίνιστη πρόθεση ψήφου των προεκλογικών δημοσκοπήσεων των προηγούμενων Ευρωεκλογών, οι Οικολόγοι καταγράφονταν με ποσοστό 7%, ενώ στην κάλπη έλαβαν μόνον 3,5%. Περισσότεροι από τους μισούς δυνητικούς ψηφοφόρους τους, τελικά, προτίμησαν να απέχουν. Η περίπτωση του νέου σχήματος διαφέρει αρκετά, διότι το συγκεκριμένο εγχείρημα ευνοείται από διάφορους παράγοντες: α) Η δομή της ψήφου που διαμορφώνει (μεσαίες ηλικίες, εύπορα στρώματα, αστικά κέντρα, ομοδημότες), το καθιστούν λιγότερο ευάλωτο στην αποχή. β) Το χρονικό διάστημα μέχρι τις εκλογές είναι αρκετό μικρό (1 ½ μήνας), ενώ ο χρόνος «ευκαιρίας» για παρόμοια εκλογικά εγχειρήματα, έχει κυμανθεί σε αρκετές περιπτώσεις, από 2 έως 4 μήνες.  γ) Διαθέτει «πρόσωπο», αναγνωρίσιμο μάλιστα σε μεγάλο βαθμό και δ) εκτεταμένη υποστήριξη από τα συγκροτήματα Ενημέρωσης. ε) Ο ευνοϊκότερος παράγοντας, όμως, που συνιστά ταυτόχρονα και τη μεγαλύτερη διαφορά των προηγούμενων ευρωεκλογών από τις επικείμενες, εντοπίζεται στη βαθύτατη κρίση εκπροσώπησης και κομματικού συστήματος, που εξακολουθεί να υφίσταται και οδηγεί στην αύξηση της «πολιτικής προσφοράς».

Οι δυσκολίες των δημοσκοπήσεων

Το τελευταίο διάστημα παρατηρείται «αναζωπύρωση» της κριτικής των δημοσκοπήσεων, με βάση τα εγγενή όρια αυτού του επιστημονικού εργαλείου και τις δομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει πάντοτε η εμπειρική κοινωνική έρευνα. Ποιο είναι το ποσοστό απόκρισης (response rate) στις δημοσκοπήσεις, πόσοι και ποιοι απαντούν σε αυτές ή εάν τελικά τα δείγματα είναι πράγματι αντιπροσωπευτικά του εκλογικού σώματος, συνιστούν πράγματι θεμελιώδη και ουσιαστικά ερωτήματα για την προβλεπτική ικανότητα των δημοσκοπήσεων. Σε αυτά, θα πρέπει επίσης να προστεθούν και εκείνα που οφείλονται στις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης (διακοπή τηλεφωνικών συνδέσεων, ανάπτυξη τηλεφωνικών κέντρων για την άσκηση πίεσης στους δανειολήπτες, που αποτελούν ένα σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος, αποκλειστική χρήση κινητού τηλεφώνου, κ.α). Τα προηγούμενα, εντούτοις, δεν συνιστούν το σημαντικότερο πρόβλημα των ελληνικών δημοσκοπήσεων σήμερα. Πχ. θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς ότι το ποσοστό απόκρισης των ελληνικών δημοσκοπήσεων, σήμερα, δεν είναι χειρότερο από ότι ένα χρόνο πριν, στις εκλογές του 2012.

Όπως έχει συχνά επισημανθεί, λόγω του ιδιότυπου χαρακτήρα των ευρωεκλογών, οι προεκλογικές δημοσκοπήσεις για αυτές είναι λιγότερο ακριβείς και θεωρούνται γενικά λιγότερο αξιόπιστες από τις αντίστοιχες έρευνες για τις εθνικές εκλογές. (Βλέπε πχ. Γ.Μαυρή: «Μια αβέβαιη αναμέτρηση», ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 17/3/2014).

Η αξιοπιστία των δημοσκοπήσεων σήμερα αφορά κυρίως δύο συγκεκριμένα προβλήματα που επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό την εκλογική συμπεριφορά της τρέχουσας περιόδου και είναι σοβαρότερα από τις γενικές και προϋπάρχουσες δυσκολίες των ερευνών κοινής γνώμης: 1) Η επίδραση της εκούσιας και ακούσιας αποχής, ιδίως στις ευρωεκλογές, που θα διεξαχθούν μετά από πρωτοφανή μεθόδευση, όχι με τον α’ γύρο, αλλά με τον β’ γύρο των δημοτικών εκλογών, δεν είναι δυνατόν να μετρηθεί, ούτε με σχετική ακρίβεια, στις τρέχουσες δημοσκοπήσεις. Εκτός από την ασάφεια του αντικειμένου των εκλογών και τη γενικευμένη ρευστότητα που χαρακτηρίζει την («πειραματική») πολλαπλή εκλογική αναμέτρηση, ένα σημαντικό τμήμα των εκλογέων, ενώ έχει πραγματικά τη βούληση ή τείνει απλώς να δηλώνει ως «πολιτικώς ορθότερη» την πρόθεσή του να ψηφίσει στις επόμενες 3πλές εκλογές, εντούτοις δεν έχει συνειδητοποιήσει ακόμη τις ποικίλες αντικειμενικές δυσκολίες που υφίστανται για την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος και οι οποίες τελικά ενδέχεται να το οδηγήσουν σε (ακούσια) αποχή. Δεν είναι γενικά γνωστό, αλλά είναι απολύτως διδακτικό το γεγονός ότι ήδη το 2010, στον β’ γύρο των τελευταίων Δ/Π εκλογών είχαν ψηφίσει μόλις 4.437.000 εκλογείς, από 6.003.000 στον πρώτο γύρο, δηλαδή 1.566.000 λιγότεροι.

2) Η -έτσι και αλλιώς δεδομένη- μικρότερη ακρίβεια των προεκλογικών δημοσκοπήσεων για τις ευρωεκλογές, αυτή τη φορά υπονομεύεται για έναν αντικειμενικό λόγο που δεν έχει υπάρξει ξανά στο παρελθόν. Στην πραγματικότητα, οι σημερινές δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν την πρόθεση ψήφου… των μεθεπόμενων εκλογών. Και τούτο, διότι πριν από τις ευρωεκλογές θα έχει προηγηθεί ένα πραγματικό εκλογικό γεγονός, ο α’ γύρος των δημοτικών και περιφερειακών εκλογών (την Κυριακή 18/5/14). Και είναι γνωστό, ότι ένα πραγματικό εκλογικό αποτέλεσμα έχει πάντοτε τη δική του πολιτική δυναμική (μικρότερη ή μεγαλύτερη), η οποία σήμερα δεν είναι γνωστή και συνεπώς οι σημερινές απαντήσεις των ερωτώμενων δεν είναι δυνατόν αντικειμενικά να την αποτυπώσουν. Ωστόσο, η καταγραφή του συσχετισμού δυνάμεων,  που θα προκύψει το βράδυ της Α’ Κυριακής είναι που θα επικαθορίσει τη στάση των εκλογέων και βεβαίως τη συμμετοχή ή την αποχή τους στο β’ γύρο.

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 1

Δημοσιεύθηκε στην ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ (14/4/2014)