Οι προοπτικές του δικομματισμού στην Ελλάδα

Εκτύπωση | Email | Διάδοση |

Ανάλυση του

ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΥΡΗ

Το αποτέλεσμα των ελληνικών Βουλευτικών εκλογών της 9ης Απριλίου του 2000 κατέχει τουλάχιστον δύο ρεκόρ: Πρώτον, κατέγραψε το υψηλότερο ποσοστό δικομματισμού (86,52%), που έχει παρατηρηθεί τα τελευταία χρόνια, όχι μόνον μεταξύ των χωρών-μελών της ΕΕ, αλλά και σε σύγκριση με τον αγγλοσαξωνικό χώρο. Δεύτερον, κατέγραψε την μικρότερη διαφορά (1,06%) μεταξύ των δύο κομμάτων που έχει σημειωθεί σε ολόκληρη την μεταπολεμική ελληνική πολιτική ιστορία από το 1950. Με την εξαίρεση της Ελλάδας και της Ισπανίας, σε 18 εκλογικές αναμετρήσεις της τελευταίας τετραετίας (1999-2002) στις χώρες της ΕΕ και σε τρεις του αγγλοσαξωνικού χώρου εκτός των ΗΠΑ, τα δύο μεγάλα κόμματα διακυβέρνησης σε καμμια περίπτωση δεν υπερέβησαν αθροιστικά το 80%, ενώ σε 11 δεν ξεπέρασαν καν το 70% (βλέπε διάγραμμα). Το ποσοστό του δικομματισμού στην Ελλάδα απέχει σημαντικά από τα υψηλότερα που έχουν καταγραφεί στην Ισπανία (80,7%-3/2000), στην Αυστρία (79,2%-24/11/2002), στην Πορτογαλία (77,9%-3/2002), στη Γερμανία (77%-9/2002), στη Μεγάλη Βρεταννία (72,4%-6/2001), αλλά ακόμη και στην Αυστραλία (74,6%-11/2001), ή στη Ν.Ζηλανδία (62,5%-7/2002). Για να θυμηθούμε μια παλιά διάκριση που εισήγαγε ο Jean Blondel το 1968, το ποσοστό αυτό παραπέμπει σε «τέλειο» δικομματισμό, αγγλοσαξωνικού τύπου και μάλιστα της πρώιμης μεταπολεμικής περιόδου (1945-66). Ταυτοχρόνως, με τις εκλογές του 2000, η εκλογική επιρροή του ελληνικού δικομματισμού επανήλθε στα ανώτατα ιστορικά παρατηρηθέντα επίπεδα της δεκαετίας του ’80: εκείνα των πολωμένων εκλογών του 1985 (86,66%) και του Νοεμβρίου 1989 (86,86%) [1]. Η δυναμική πολυκομματισμού που εμφανίσθηκε στο ελληνικό κομματικό σύστημα, κατά την ταραγμένη δεκαετία του ’90, ανακόπηκε και οι κλυδωνισμοί που αυτή η δυναμική είχε προκαλέσει απορροφήθηκαν.Εκτός από τους ιστορικούς λόγους που έχουν αναφερθεί (βλ. «Κ», 8/12/2002), την πολιτική σταθερότητα και ιδεολογική εδραίωση του δικομματισμού στην Ελλάδα διευκολύνει σημαντικά η ανυπαρξία κουλτούρας συμμαχικών κυβερνήσεων. Γεγονός, που συνδέεται με την αρνητική ιστορική πολιτική εμπειρία που υπάρχει στη χώρα σχετικά με αυτό το θέμα. Οι δύο μοναδικές περιπτώσεις ύπαρξης συμμαχικών κυβερνήσεων στην Ελλάδα έχουν ταυτιστεί στη συνείδηση της κοινής γνώμης με την πολιτική κρίση και ανάγονται, είτε στη ζοφερή περίοδο του εμφυλίου πολέμου, είτε στην περίοδο συγκυβέρνησης της χώρας από τη Δεξιά και την Αριστερά (1989). Επιπλέον, στους βασικούς/δομικούς προσδιοριστικούς παράγοντες για τη διατήρηση του δικομματισμού, περιλαμβάνεται βεβαίως και το θεσμικό πλαίσιο του εκλογικού ανταγωνισμού, δηλαδή το Σύνταγμα και ο ισχύων εκλογικός νόμος. Από τη μια πλευρά, το Σύνταγμα με την πρωθυπουργοκεντρική δόμηση του πολιτικού συστήματος, ενισχύει σημαντικά τις ηγεσίες των κομμάτων και προσωποποιεί τον κομματικό ανταγωνισμό. Από την άλλη, ο εκλογικός νόμος, πριμοδοτεί ακραία το σχηματισμό μονοκομματικών κυβερνήσεων και δίδει στο κόμμα που προηγείται, έστω και με οριακή διαφορά, τη δυνατότητα σχηματισμού αυτοδύναμης, μονοκομματικής κυβέρνησης.

Οι κλυδωνισμοί της δεκαετίας του ’90 και η απορρόφησή τους

Ησυγκρότηση μαζικών κομμάτων στην Ελλάδα πραγματοποιήθηκε καθυστερημένα, μετά την πτώση της δικτατορίας το 1974. Το μεταπολιτευτικό κομματικό σύστημα αποκρυσταλλώνει τα βασικά του χαρακτηριστικά κατά τη δεκαετία του ’80, ουσιαστικά μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το 1981. Έτσι η περίοδος ακμής των πολιτικών κομμάτων, της «κομματικοποίησης», σε απόκλιση από την ευρωπαϊκή συγκυρία, υπήρξε η δεκαετία του ’80. Αντίθετα με τη δεκαετία του ’80, η δεκαετία του ’90 θα αποδειχθεί διαφορετική για το κομματικό σύστημα. Η αλλαγή της διεθνούς συγκυρίας και η ρευστότητα στα γειτονικά Βαλκάνια, το κύμα μετανάστευσης που επέδρασε καταλυτικά στην ελληνική κοινωνία, ο πόλεμος στη Γ/βία, η ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και στο κυπριακό δημιούργησαν κλίμα εθνικής ανασφάλειας, που συναρθρώθηκε με τα φαινόμενα έντονης δυσαρέσκειας από τη διακυβέρνηση. Ως αποτέλεσμα, αυτών των τάσεων, η δυσφορία από τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος διογκώθηκε. Είναι χαρακτηριστικό, ότι η ικανοποίηση από το πολιτικό σύστημα που καταγράφει το Ευρωβαρόμετρο άγγιξε το 1995 το κατώτατο ιστορικό επίπεδό της, μόλις 30%. Το σημείο ισορροπίας του κομματικού συστήματος αποσταθεροποιήθηκε. Με την αποχώρηση του Α.Παπανδρέου από την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ και τους κλυδωνισμούς που προκάλεσε η εδραίωση του νέου εκσυγχρονιστικού ρεύματος, την αποχώρηση του Κ.Μητσοτάκη από την ηγεσία της ΝΔ, την κρίση της Αριστεράς μετά το 1989 και τη διάσπαση του ενιαίου Συνασπισμού, εγγράφονται τάσεις κλυδωνισμού του ελληνικού κομματικού συστήματος, ενώ δημιουργούνται και δύο νεοπαγή κόμματα (ΠΟΛΑΝ, Ιούνιος 1993 και ΔΗΚΚΙ, Δεκέμβριος 1995). Στις Βουλευτικές του 1996, καταγράφεται το χαμηλότερο ποσοστό δικομματισμού (79,61%) σε ολόκληρη την 20ετία και εγγράφεται μια δυναμική πολυκομματισμού με την παρουσία στη Βουλή τριών κομμάτων της Αριστεράς και παρ’ολίγον της Πολιτικής Άνοιξης. Οι τάσεις αυτές θα εμφανισθούν περισσότερο ευδιάκριτα και στις εκλογές «δεύτερης τάξεως» της δεκαετίας, ιδίως στις Ευρωεκλογές του 1999, ύστερα από την εκδήλωση ισχυρών κυμάτων δυσαρέσκειας, που εκδηλώνονται κατά την περίοδο της πρώτης διακυβέρνησης Σημίτη, κυρίως στη τριετία 1997-1999. Εντούτοις, η δυναμική του πολυκομματισμού που καταγράφηκε στις Β1996 και οι κλυδωνισμοί που θα προκληθούν στο κομματικό σύστημα κατά τη δεκαετία του ΄90, δεν θα εκφρασθούν στις εκλογές του 2000 και θα απορροφηθούν. Το εκλογικό αποτέλεσμα πιστοποίησε την ύπαρξη ενός «απόλυτα ισορροπημένου» δικομματισμού (Schwartzenberg), παρά την προγραμματική σύγκλιση των κομμάτων «στην κορυφή», ο οποίος, ωστόσο, δεν αποτελεί, απλή αναπαραγωγή του παλαιού, εκείνου που εμφανίσθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ‘80.

Οι προοπτικές του δικομματισμού

Η διατήρηση των διαιρετικών τομών και η συντήρηση των κομματικών ταυτίσεων (βλ. «Κ», 8/12/2002), υπό το ισχύον θεσμικό πλαίσιο εκλογικού ανταγωνισμού, έχουν σημαντικά αποτελέσματα. Στις εκλογές του 2000, η περιχαράκωση των δύο μεγαλύτερων κομματικών σχηματισμών υπήρξε εμφανής, η απόσταση μεταξύ των δύο διατηρήθηκε. Ο ενδιάμεσος χώρος εκλογικού ανταγωνισμού αποδείχθηκε συρρικνωμένος και η ρευστότητα της ψήφου συγκριτικά περιορισμένη. Επιπλέον, στην εκλογική βάση των δύο κομμάτων διατηρήθηκε, σε μεγάλο βαθμό και το ιστορικά διαμορφωμένο χαρακτηριστικό της κοινωνικής πόλωσης.

Οι Νομαρχιακές εκλογές του περασμένου Οκτωβρίου, επιβεβαίωσαν στο ακέραιο τις διαπιστώσεις που εκτέθηκαν στα προηγούμενα. Στον Α’ γύρο, τα δύο κόμματα συγκέντρωσαν ποσοστό περίπου 86%!, όσο δηλαδή και στις εθνικές εκλογές. Αν και εκλογές «δεύτερης τάξης», οι Νομαρχιακές εκλογές χαρακτηρίσθηκαν: 1) από πρωτοφανή αύξηση της συμμετοχής μεγαλύτερη και από εκείνη των εθνικών εκλογών, (7.180.000 ψηφοφόροι, έναντι 7.027.000 του 2000). 2) Αυξημένο ενδιαφέρον, 3) Μείωση των αντιεκλογικών πρακτικών (ακύρων, λευκών), κατά 1,6%, σε σχέση με το 1998, 4) Μεγαλύτερη κομματικοποίηση των υποψηφιοτήτων και δραστικό περιορισμό των 2πλών ψηφοδελτίων κομματικής απειθαρχίας περίπου κατά 20%, σε σύγκριση με το 1998. Τα δύο μεγάλα κόμματα υλοποίησαν κεντρικές προεκλογικές εκστρατείες εθνικών εκλογών, με κεντρικά πολιτικά μηνύματα και άμεση εμπλοκή των πολιτικών αρχηγών στην προεκλογική κινητοποίηση.

Συμπερασματικά, οι μετασχηματισμοί που έχουν επισυμβεί στο ελληνικό κομματικό σύστημα κατά την τελευταία δεκαετία (του ’90), οδήγησαν τελικά από την αποστοίχιση (de-alignment), στην επαναστοίχιση (re-alignment). Προέκυψε, έτσι, ένας πολλαπλώς νέο δικομματικός ανταγωνισμός, το περιεχόμενο του οποίου δεν έχει επαρκώς διερευνηθεί. Ο ελληνικός δικομματισμός, αν και υπό νέα μορφή, παραμένει πολωμένος και τίποτα δεν προοιωνίζεται την άμβλυνση αυτής της τάσης στις προσεχείς βουλευτικές εκλογές του 2004.

Διάγραμμα άρθρου:

[1]Για μια συνοπτική ανάλυση των ιστορικών προϋποθέσεων του ελληνικού δικομματισμού, βλέπε ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, 8/12/2002

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (15/12/2002) με τίτλο: “Ο πιο ισχυρός δικομματισμός στην Ευρώπη”