Η επιρροή των πολιτικών δυνάμεων στον Α’ γύρο των Νομαρχιακών εκλογών

Εκτύπωση | Email | Διάδοση |

Ανάλυση του

ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΥΡΗ

Είναι γεγονός ότι το διαφορετικό εκλογικό σύστημα, οι κομματικές συμμαχίες που αναπτύσσονται, ανύπαρκτες στις βουλευτικές εκλογές, το φαινόμενο της κομματικής ανυπακοής, αλλά και η πληθώρα των ανεξαρτήτων υποψηφίων που διεκδικούν την εκπροσώπηση της κοινωνίας στη βαθμίδα του νομού συνιστούν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της νομαρχιακής ψήφου και στοιχείο διαφοροποίησης των νομαρχιακών από τις εθνικές εκλογές. Αν και η νομαρχιακή επιρροή των πολιτικών δυνάμεων δεν ταυτίζεται με την εθνική (βουλευτική), ούτε πρέπει να αναχθεί ευθέως σε αυτήν, εντούτοις, συγκλίνει σε μεγάλο βαθμό και μπορεί κάλλιστα να συγκριθεί με τη δεύτερη. Οι νομαρχιακές εκλογές, με σαφώς κρισιμότερο από ό,τι οι δημοτικές θεσμικό αντικείμενο (νομαρχιακή αυτοδιοίκηση) και εξ’ ορισμού μεγαλύτερη πολιτική σημασία, τοποθετούνται εγγύτερα στη βαθμίδα των εθνικών εκλογών και χαρακτηρίζονται εντονότερα από τον κομματικό ανταγωνισμό. Μιλώντας σχηματικά, θα έλεγε κανείς ότι -χωρίς να καθίστανται- τείνουν περισσότερο προς τις εκλογές “Α’τάξεως”. Η διαφοροποίηση νομαρχιακής/βουλευτικής ψήφου που είχε ισχύσει εντονότερα το 1994 και λιγότερο το 1998, φαίνεται να περιορίζεται αισθητά στις τρίτες νομαρχιακές εκλογές. Η αύξηση της συμμετοχής, ο περιορισμός των υποψηφιοτήτων (σχεδόν κατά 20%) και ταυτοχρόνως η αύξηση των αμιγώς κομματικών υποψηφιοτήτων, η σαφέστατη κομματικοποίηση της εκλογικής αναμέτρησης που επεδίωξε η ΝΔ και αποδέχθηκε τελικά το ΠΑΣΟΚ, η διεξαγωγή κεντρικών προεκλογικών εκστρατειών από τα δύο μεγάλα κόμματα, η άμεση εμπλοκή των πολιτικών αρχηγών, δημιούργησε για πρώτη φορά σε αυτήν την έκταση συνθήκες «άτυπης» εθνικής αναμέτρησης. Στον πίνακα 1 αποτυπώνονται συγκριτικά με το 1998 οι πολιτικοί συσχετισμοί που κατέγραψε το αποτέλεσμα του Α’ γύρου.

ΝΔ: Ενίσχυση και σύγκλιση εθνικής/περιφερειακής επιρροής

Η σημερινή κοινωνική απήχηση της ΝΔ αθροίζοντας τις ψήφους που απέσπασαν οι αμιγώς κομματικοί υποψήφιοί της, οι συνεργασίες της, οι «αντάρτικοι» συνδυσμοί σε 7 νομαρχίες, καθώς και ο συνδυασμός του κ.Καρατζαφέρη στην Υπερνομαρχία Αθηνών-Πειραιώς υπολογίζεται σε 45,08% (πίνακας 1). Επομένως, εμφανίζει σαφέστατη άνοδο, τόσο σε σύγκριση με την προηγούμενη νομαρχιακή της επιρροή (41%), όσο και σε σύγκριση με την πρόσφατη βουλευτική (42,7%) και επιπλέον καταγράφει ευδιάκριτο προβάδισμα σε σχέση με το ΠΑΣΟΚ. Δεδομένου, όμως, ότι μόνον το 63% των ψηφοφόρων του κ.Καρατζαφέρη (περίπου 137.000 άτομα) προέρχονται από τη ΝΔ (στοιχεία exit poll VPRC/ALPHA), ενδέχεται αυτός ο υπολογισμός να υπερεκτιμά τη νομαρχιακή επιρροή της ΝΔ. Θα ήταν ορθότερο να αφαιρεθούν περίπου 80.000 ψήφοι, ή 1,2% του συνολικού εκλογικού σώματος (δηλαδή το υπόλοιπο 37% των ψηφοφόρων Καρατζαφέρη που προέρχονται από το ΠΑΣΟΚ, το ΔΗΚΚΙ, κλπ.). Η διορθωμένη εκτίμηση για τη νομαρχιακή επιρροή της ΝΔ (43,88%) δίνει στο κόμμα της αντιπολίτευσης ένα σαφές προβάδισμα έναντι του ΠΑΣΟΚ, της τάξης του 2,7%.

Στις προηγούμενες Νομαρχιακές εκλογές του 1998, ως προς την νομαρχιακή επιρροή των δύο μεγάλων κομμάτων, η ΝΔ είχε ήδη πετύχει εξισορρόπηση δυνάμεων, γεγονός με ιδιαίτερη σημασία. Ιστορικά, ο χώρος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης αποτέλεσε χώρο ηγεμονίας για την Αριστερά και μεταπολιτευτικά, για το ΠΑΣΟΚ, προνομιακό πεδίο για την οργάνωση της κοινωνικής του συμμαχίας. Και, αντιστρόφως, χώρο περιορισμένης επιρροής για τη συντηρητική παράταξη. Ταυτοχρόνως, ήδη από το 1998, η νομαρχιακή επιρροή της ΝΔ είχε συγκλίνει σε μεγάλο βαθμό με την εθνική της αντίστοιχη, τάση που συνιστούσε μια σημαντική μεταβολή στον πολιτικό χάρτη της χώρας.

Η ανθεκτικότητα του ΠΑΣΟΚ

Σε σύγκριση με το 1998 η νομαρχιακή επιρροή του κυβερνώντος κόμματος δείχνει να διατηρείται, ενώ υπολείπεται σε σχέση με την αντίστοιχη βουλευτική του. Αθροίζοντας στην κομματική τουδύναμη τις ψήφους που απέσπασε η συμμαχία ΠΑΣΟΚ/ΣΥΝ, καθώς και οι «αντάρτικοι» συνδυασμοί, η νομαρχιακή επιρροή του ΠΑΣΟΚ υπολογίζεται, βάσει του πίνακας 1, σε 41,2%. Εύλογα, στις ψήφους της συμμαχίας, που αποτελούν το 9,8% των εγκύρων ψήφων, περιλαμβάνεται και μερίδιο του Συνασπισμού, που όμως δεν είναι εύκολο να εκτιμηθεί επακριβώς. Μια ένδειξη για αυτό αποτελούν οι ψήφοι που απέσπασε ο ΣΥΝ σε αυτές τις περιοχές, στις Βουλευτικές εκλογές του 2000 (περίπου 40.000 ψήφου, ή 0,6% στο σύνολο του εκλογικού σώματος). Η μικρή υπερεκτίμηση της δύναμης του ΠΑΣΟΚ που εμπεριέχει ο υπολογισμός, αντισταθμίζεται ως ένα βαθμό από τις εισροές που είχε ο ΣΥΝ με την υποψηφιότητα Γλέζου στην Υπερνομαρχία Αθηνών-Πειραιώς: Με βάση το exit-poll της VPRC, το 25% των ψηφοφόρων του Μ.Γλέζου (περίπου 43.000 άτομα) προέρχονται από το ΠΑΣΟΚ.

Ανακατατάξεις στην Αριστερά

Η αθροιστική νομαρχιακή επιρροή των μικρότερων κομμάτων της Αριστεράς (ΚΚΕ, ΣΥΝ, ΔΗΚΚΙ, εμφανίζεται μάλλον αποδυναμωμένη. Το 1998, η συνολική δύναμη των τριών κομμάτων και των μεταξύ τους συμμαχιών, που είχαν αναπτυχθεί, είχε υπολογισθεί σχεδόν σε 17% του εκλογικού σώματος. Σήμερα δείχνει να περιορίζεται στο 13% (5,7% οφείλεται στη συμμαχία ΚΚΕ/ΔΗΚΚΙ). Η τάση συρρίκνωσης, εντούτοις, υποκρύβει και σημαντικές ανακατατάξεις στο εσωτερικό της Αριστεράς, που καταγράφονται περισσότερο ευδιάκριτα και στα αποτελέσματα των δημοτικών εκλογών.

Ο πίνακας του άρθρου:

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ (17/10/2002) με τίτλο: “Το ΠΑΣΟΚ άντεξε το τέστ κόπωσης”