Γιατί ενοχλεί η επέτειος του Πολυτεχνείου

Η συλλογική μνήμη για το ιστορικό γεγονός επιδεικνύει διαχρονικά εντυπωσιακή αντοχή, ενώ παραμένει πάντοτε διαιρεμένη

Εκτύπωση | Email | Διάδοση |

Ανάλυση

του ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΥΡΗ                                                                                                          

Ανάρτηση: 16/11/2020

Οι ποικιλόμορφες ισχυρές αντιδράσεις, που έχει προκαλέσει η φετινή κυβερνητική απαγόρευση του εορτασμού του Πολυτεχνείου φέρνουν, για άλλη μια φορά στην επικαιρότητα, ένα βαθύτατα εδραιωμένο στοιχείο της μεταπολιτευτικής πολιτικής κουλτούρας. Ως γεγονός, το Πολυτεχνείο προκάλεσε -εξ’ αρχής- δυναμικές πολιτικές αντιπαραθέσεις και η κοινωνική του αποτίμηση υπήρξε παραταξιακά φορτισμένη. Η συλλογική μνήμη για την εξέγερση παρέμεινε διαιρεμένη.  Σαράντα επτά χρόνια μετά, η συλλογική μνήμη της ελληνικής κοινωνίας, για το ιστορικό γεγονός της αντιδικτατορικής εξέγερσης του 1973, εξακολουθεί να επιδεικνύει εντυπωσιακή αντοχή. Η απόπειρα ιδεολογικής αποδόμησης της επετείου, που επιχειρείται με πρόσχημα την πανδημία, είναι πιθανό να αποδειχθεί ένα άκρως βουλησιαρχικό εγχείρημα, με απρόβλεπτες πολιτικές συνέπειες για τους σχεδιαστές του.

Οι κοινωνικές στάσεις απέναντι στο Πολυτεχνείο μετρήθηκαν για πρώτη φορά σε έρευνα κοινής γνώμης από την VPRC, το 1997, στην επέτειο των 30 χρόνων από την επιβολή της δικτατορίας της 21ης Απριλίου του 1967. Η έρευνα δημοσιεύθηκε στην Ελευθεροτυπία, στα πλαίσια ενός μεγάλου αφιερώματος της εφημερίδας, με αφορμή την επέτειο.[1] Με βάση τα ευρήματα εκείνης της έρευνας αποδείχθηκε, εμπειρικά, εκείνο που ήταν γνωστό πολιτικά: η θετική αποτίμηση του ιστορικού γεγονότος από την κοινή γνώμη ήταν στη (πρώιμη και μέση) μεταπολίτευση σχεδόν καθολική (77%, 8 στους 10 ερωτώμενους, Διάγραμμα 1). Το Πολυτεχνείο, ενταγμένο επίσημα στο εθνικό εορτολόγιο από την διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ το 1981, ως σχολική εορτή, αποτέλεσε θεσμοποιημένο σύμβολο της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας και σαφή ένδειξη της ιδεολογικής ηγεμονίας του αντιδεξιού μπλοκ.

Τέσσερις δεκαετίες αργότερα, (στα μέσα της τρέχουσας δεκαετίας), η πολιτική αποδοχή του ιστορικού γεγονότος –μετρημένη διαφορετικά από την Public Issue[2]παρέμενε πάντοτε διευρυμένη (58%, 6 στους 10 – Διάγραμμα 3), ενώ η πολιτική του απόρριψη εξαιρετικά συρρικνωμένη (15%) και παραταξιακά περιορισμένη στους κομματικούς σχηματισμούς της Δεξιάς παράταξης· Με ακραία (φιλοδικτατορική) στάση, εκείνη των ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής, οι οποίοι σε πλειοψηφικά ποσοστά (56%, 6 στους 10), θεωρούσαν το 2015, ότι το «Πολυτεχνείο έκανε μόνο κακό στην Ελλάδα»  (Διάγραμμα 4). Η «απέχθεια» της συντηρητικής παράταξης για το Πολυτεχνείο, δεν είναι βεβαίως ούτε νέα, ούτε τυχαία. Είναι αποτέλεσμα της εκκωφαντικής απουσίας –με ελάχιστες εξαιρέσεις- του πολιτικού προσωπικού της κοινοβουλευτικής Δεξιάς από την αντιδικτατορική αντίσταση, της συνδιαλλαγής με το καθεστώς και φυσικά της αποχής από την νοεμβριανή εξέγερση. Είναι γεγονός, ότι η απόπειρα «απομυθοποίησης» και συκοφάντησης του Πολυτεχνείου, συσκότισης του πολιτικού του χαρακτήρα, έχει ενταθεί τις τελευταίες δεκαετίες. Ωστόσο, διαψεύδεται πολύ εύκολα από τα ιστορικά δεδομένα: τα συνθήματα, το ιδεολογικό των διακηρύξεων, την πολιτική και ιδεολογική σύνθεση των κινητοποιημένων φοιτητών.

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 1

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 2

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 3

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 4

[1] Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 13 Απριλίου 1997· Ελευθεροτυπία, 14-18 Απριλίου 1997. Η γνώμη για το Πολυτεχνείο, δημοσιεύεται στο τελευταίο φύλλο.

[2] Στη μέτρηση του 2015, η αποτύπωση των κοινωνικών στάσεων, απέναντι στο ιστορικό γεγονός της εξέγερσης του 1973, έγινε με τη βοήθεια μιας 3θέσιας μεταβλητής, που περιλαμβάνει τη θετική, την ουδέτερη και την αρνητική στάση απέναντι στο ιστορικό γεγονός.