Βαρόμετρο, Φεβρουάριος 2008: Αλλάζει η πολιτική συμπεριφορά του εκλογικού σώματος

Ανάλυση του

ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΥΡΗ

Κατακόρυφη άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ, σοβαρός κίνδυνος για το ΠΑΣΟΚΡαγδαίες και επιταχυνόμενες διεργασίες στο εκλογικό σώμα καταγράφει το πολιτικό Βαρόμετρο Φεβρουαρίου της Public Issue, για τον ΣΚΑΙ και την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ. Τίποτα δεν αποκλείει το ενδεχόμενο, να βρισκόμαστε ενώπιον δομικών μεταβολών της πολιτικής συμπεριφοράς του εκλογικού σώματος.

Βαρόμετρο, Ιανουάριος 2008: Συνεχίζεται αμείωτα η ραγδαία επιδείνωση του πολιτικού κλίματος

Ανάλυση του

ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΥΡΗ

Για δεύτερη φορά στη μεταπολίτευση, τo κομματικό σύστημα εισέρχεται σε φάση αποδόμησης και μετασχηματισμού

Άγουν ή άγονται οι πολίτες; (Σχόλιο)
Σχόλιο του ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΥΡΗ στην εφημερίδα ΠΟΛΙΤΗΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Σχόλιο του

ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΥΡΗ

στην εφημερίδα ΠΟΛΙΤΗΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Οι δημοσκοπήσεις απηχούν ή δημιουργούν την κοινή γνώμη;

Η σημασία της νομαρχιακής ψήφου: Γιατί οι Νομαρχιακές εκλογές συγκλίνουν με τις Βουλευτικές

Ανάλυση του

ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΥΡΗ

Με την εισαγωγή της Β’βάθμιας αυτοδιοίκησης (Ν.2218/1994), μια νέου τύπου εκλογική αναμέτρηση προστέθηκε στις ήδη υπάρχουσες Βουλευτικές, Δημοτικές/ Κοινοτικές και Ευρωεκλογές. Οι Νομαρχιακές εκλογές κατέλαβαν, εξ’ αρχής, μια αυτοτελή και ενδιάμεση θέση, αφενός μεταξύ των Δημοτικών-Κοινοτικών εκλογών και των ευρωεκλογών, και αφετέρου των Βουλευτικών εκλογών. Επομένως, η νομαρχιακή επιρροή των πολιτικών δυνάμεων δεν ταυτίζεται, ούτε πρέπει να αναχθεί ευθύγραμμα στην εθνική (βουλευτική). Συγκλίνει, εντούτοις, με τη δεύτερη, σε μεγάλο βαθμό, και για αυτό μπορεί κάλλιστα να συγκριθεί με αυτήν. Και κάτι τέτοιο μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά χρήσιμο στην πολιτική ανάλυση.

Το αποτέλεσμα του κυπριακού Δημοψηφίσματος έχει προεξοφληθεί
Συνέντευξη του ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΥΡΗ στην Κατερίνα Ακριβοπούλου στο ραδιοφωνικό σταθμό ΣΚΑΪ 100,3

Συνέντευξη στον Ραδιοσταθμό ΣΚΑΪ 100,3 FM στην Κατερίνα Ακριβοπούλου Με αφορμή το Κυπριακό Δημοψήφισμα «Νομίζω ότι, και αυτό προκύπτει και από τις δηλώσεις πλέον όλων των αρμόδιων φορέων, κατά κάποιο τρόπο το αποτέλεσμα έχει προεξοφληθεί. Εκείνο βεβαίως που δεν έχει προεξοφληθεί είναι ο συσχετισμός, δηλαδή έχει προεξοφληθεί ότι θα κυριαρχήσει το «ΟΧΙ» στην ελληνοκυπριακή πλευρά,…

Πως θα διαμορφωθεί ο νέος εκλογικός χάρτης της χώρας

Ανάλυση των

ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΥΡΗ και ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΥΜΕΩΝΙΔΗ

Από την ιστορική παρατήρηση της κομματικής επιρροής κατά ελάσσονα εκλογική περιφέρεια, στις τρεις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις (1993, 1996, 2000), προκύπτει το συμπέρασμα ότι, κατά κανόνα, ανάμεσα στο εθνικό ποσοστό κάθε κόμματος (το ποσοστό στο σύνολο της επικράτειας) και τα ποσοστά που λαμβάνει κατά περιφέρεια, υφίσταται μια συστηματική σχέση. Επομένως, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, με βάση το αναμενόμενο εθνικό ποσοστό κάθε κόμματος είναι δυνατόν να προβλεφθεί, τόσο ο νικητής στις 56 εκλογικές περιφέρειες της χώρας, όσο και η αναμενόμενη εκλογική επιρροή των κομμάτων κατά περιφέρεια.

Εκλογές της 7ης Μαρτίου 2004: Τα σενάρια των εδρών

Ανάλυση των

ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΥΡΗ και ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΥΜΕΩΝΙΔΗ*

Κατά βάση τρεις παράγοντες θα προσδιορίσουν την κατανομή των εδρών, που θα προέλθει από το εκλογικό αποτέλεσμα της 7ης Μαρτίου. Πρώτον, το αθροιστικό ποσοστό των δύο κομμάτων της διακυβέρνησης (το ποσοστό του δικομματισμού), δεύτερον, η μεταξύ τους διαφορά («η ψαλίδα» πρώτου/δεύτερου κόμματος) και τρίτον, ο αριθμός των κομμάτων που θα υπερβούν το εκλογικό κατώφλι του 3%. Τα 60 σημαντικότερα σενάρια εκλογικών συσχετισμών και τα αντίστοιχα αποτελέσματά τους σε έδρες, που προκύπτουν από το συνδυσμό των τριών παραγόντων αποτυπώνονται στους σχετικούς πίνακες.

Κομματικό σύστημα και εκλογικός ανταγωνισμός στην Ελλάδα. Ο ελληνικός δικομματισμός στη δεκαετία 1994-2004

Οι εκλογικές αναμετρήσεις της τρέχουσας δεκαετίας στην Ελλάδα, δηλαδή οι εθνικές Βουλευτικές εκλογές του 2000 και του 2004, αλλά και οι ενδιάμεσες Νομαρχιακές του 2002 που παρεμβλήθηκαν, επανέφεραν, την εκλογική επιρροή του ελληνικού δικομματισμού στα, ιστορικά, ανώτατα παρατηρηθέντα επίπεδα της δεκαετίας του ’80: εκείνα των πολωμένων εκλογών του 1985 (86,66%) και του Νοεμβρίου 1989 (86,86%). Ταυτοχρόνως, το αποτέλεσμα των Βουλευτικών εκλογών της 9ης Απριλίου του 2000 (86,5%), των Νομαρχιακών της 13ης Οκτωβρίου 2002 (86,3%), και των πρόσφατων Βουλευτικών της 7ης Μαρτίου 2004 (85,98%) καταγράφεται ως το υψηλότερο ποσοστό κοινωνικής υποστήριξής του, που έχει παρατηρηθεί τα τελευταία χρόνια, όχι μόνο μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε., αλλά ακόμη και σε σύγκριση με τον αγγλοσαξωνικό χώρο, όπου η παράδοσή του υπήρξε ισχυρότερη. Με την εξαίρεση της Ελλάδας και της Ισπανίας, σε είκοσι εκλογικές αναμετρήσεις της τελευταίας τετραετίας 2000-2004 στις χώρες τις Ε.Ε., την Ελβετία, την Ιαπωνία και σε τρείς αγγλοσαξωνικές, εκτός των ΗΠΑ, τα δυο μεγάλα κόμματα διακυβέρνησης σε καμία περίπτωση δεν υπερεβησαν αθροιστικά το 80%, ενώ σε δώδεκα δεν ξεπέρασαν καν το 70%. Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, το σχετικό ποσοστό στην Ελλάδα απέχει σημαντικά από τα υψηλότερα που έχουν καταγραφεί στην Ισπανία (80,2%-3/2004), στην Αυστρία (79,2%-24/11/2002), στην Πορτογαλία(77,9%-3/2002), στη Γερμανία (77%-9/2002), στη Μεγάλη Βρετανία (72,4%-6/2001), στην Ιαπωνία (72,3%-11/2003), αλλά ακόμη και στην Αυστραλία (74,6%-11/2001) ή στη Ν.Ζηλανδία (62,5%-7/2002). Για να θυμηθούμε μια παλιά διάκριση που εισήγαγε ο Jean Blondel το 1968, το ποσοστό αυτό παραπέμπει σε “τέλειο” δικομματισμό, αγγλοσαξωνικού τύπου και μάλιστα της πρώιμης μεταπολεμικής περιόδου 1945-66 (Blondel 1968, 1990. Επίσης, Schwartzenberg 1984).

Οι προοπτικές του δικομματισμού στην Ελλάδα

Ανάλυση του

ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΥΡΗ

Το αποτέλεσμα των ελληνικών Βουλευτικών εκλογών της 9ης Απριλίου του 2000 κατέχει τουλάχιστον δύο ρεκόρ: Πρώτον, κατέγραψε το υψηλότερο ποσοστό δικομματισμού (86,52%), που έχει παρατηρηθεί τα τελευταία χρόνια, όχι μόνον μεταξύ των χωρών-μελών της ΕΕ, αλλά και σε σύγκριση με τον αγγλοσαξωνικό χώρο. Δεύτερον, κατέγραψε την μικρότερη διαφορά (1,06%) μεταξύ των δύο κομμάτων που έχει σημειωθεί σε ολόκληρη την μεταπολεμική ελληνική πολιτική ιστορία από το 1950.

Το κομματικό σύστημα στην Ελλάδα: ιστορικές προϋποθέσεις και ιδιομορφίες

Ανάλυση του ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΥΡΗ Σε μια εποχή κάμψης -κατά κανόνα- του δικομματισμού, κρίσης των κομματικών συστημάτων, κομματικών αποστοιχίσεων (de-alignment), αλλαγών στα κριτήρια των ψηφοφόρων και ρευστότητας της ψήφου, η ελληνική περίπτωση φαίνεται να διαφοροποιείται. Και τούτο, όχι διότι στην Ελλάδα δεν παρατηρούνται παρόμοια φαινόμενα ρευστότητας, ή κρίσης των παραδοσιακών μορφών πολιτικής και της μορφής των κομμάτων, αλλά διότι κατά παράδοξο τρόπο, αυτά τα φαινόμενα δεν θέτουν σε αμφισβήτηση τη σταθερότητα και την κοινωνική απήχηση του δικομματισμού, ούτε και -περισσότερο εντυπωσιακό- το στοιχείο της πόλωσης. Το περιεχόμενο, βεβαίως, της οποίας αλλάζει.